Ο θάνατος της Νόρας Αναγνωστάκη μας έκανε φτωχότερους. Μαζί της χάθηκε μια μεγάλη δοκιμιογράφος. Όμως θα ήταν πιο σωστό να πω ότι χάθηκε όχι απλά ένας σπάνιος άνθρωπος αλλά και μια σπουδαία τέχνη, που εκείνη άσκησε με τρόπο ανεπανάληπτο, και θα την ονόμαζα τέχνη της δεξίωσης των ποιητών. Αναφέρομαι στον μοναδικό τρόπο που είχε για να ανακαλύπτει, να συλλαμβάνει, ή πιο σωστά να δεξιώνεται, το έργο ποιητών, που παρουσίασε στα γραπτά της, τα οποία ξεπερνούσαν κατά πολύ αυτό που εννοούμε συμβατικά λογοτεχνική κριτική. Άλλωστε, νομίζω ότι αυτό το είδος λόγου δεν ήταν ποτέ στις προθέσεις της.
Η Νόρα Αναγνωστάκη, απολύτως ξένη προς κάθε «επαγγελματικό» είδος γραφής, ξεκινούσε ένα γραπτό όπως ο τεχνίτης ξεκινά ένα βαρύτιμο καλλιτέχνημα, με περισσή γνώση του υλικού, με προσήλωση, αλλά, προπάντων, με φαντασία και με όνειρο. Με αυτά τα εφόδια ανακάλυψε και μας αποκάλυψε τον Σαχτούρη, τον Παπαδίτσα, τη Βακαλό, τον Κλείτο Κύρου, τον Νάσο Βαγενά και ολόκληρη την πλειάδα των ποιητών που πρωτοεμφανίστηκαν στη σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας.
Με τον ίδιο τρόπο μάς προσέφερε μια καθοριστική μελέτη για το πολυσυζητημένο έργο του Κοσμά Πολίτη. Και, το 2000, στο σύντομο κείμενό της για τον Σεφέρη με τίτλο «Ο ποιητής μου φορούσε κίτρινα παπούτσια» συνόψισε με αξιοθαύμαστη ευστοχία όλα εκείνα που καθιστούν τον Σεφέρη «τελευταίο διδάσκαλο του γένους». Γράφει γι' αυτόν η Νόρα Αναγνωστάκη:
«Δεν θα υπάρξει άλλος. Μας τελείωσε το είδος. Δίδαξε τα στοιχειώδη και τα σπουδαία με σπάνια εντιμότητα: χωρίς απλουστεύσεις και εκλαϊκεύσεις. Με οξύνοια και απόλυτη ακρίβεια διατύπωσε και τα πλέον δύσκολα με απλή ρέουσα γλώσσα, χωρίς ίχνος φραστικής εκζήτησης ή νοηματικής υπερβολής, σχεδόν ταπεινά, χωρίς πνευματική πόζα ή αλαζονεία. [...] Υπηρέτησε, όσο ελάχιστοι, το ουσιώδες. Δεν υπάρχουν σκουπίδια στη γλώσσα του. Ήξερε καλά τις θεωρίες αλλά δεν ζούσε γι' αυτές??? απλώς τις χρησιμοποιούσε, όταν χρειαζόταν. Δεν ήταν ανιαρά αφηρημένος. Το συγκεκριμένο ήταν ο στόχος του και είχε πάντα κάτι να πει. Δεν μιλούσε για να μιλάει» (Το Βήμα, 27.2.2000).
Μήπως το ίδιο δεν θα μπορούσε να πει κανείς και για τα δικά της γραπτά; Η Νόρα Αναγνωστάκη υπήρξε ένας άνθρωπος παθιασμένος για το ουσιώδες στον ανθρώπινο λόγο και είναι βέβαιο ότι το υπηρέτησε όσο ελάχιστοι. Αφοσιωμένη στην πιο λεπτή έκφανσή του, την ποίηση, αναζητούσε και ανεδείκνυε το συγκεκριμένο, ξεκινώντας από την αρχή ότι η ποίηση δεν είναι φυγή από την πραγματικότητα, αλλά διείσδυση στην πιο βαθιά πραγματικότητα:
«Η αλήθεια είναι πως έχω μεγάλη ιδέα για την ποίηση κι αυτό το γελοίο αμάρτημα στον μικρόψυχο καιρό μας δύσκολα μπορεί να συγχωρεθεί» (Διαδρομή, σ. 89).
Στο ερώτημα του Χαίλντεριν «Κι οι ποιητές τι χρειάζουνται σ' ένα μικρόψυχο καιρό» που προέταξε ο Σεφέρης στο "Ημερολόγιο Καταστρώματος Α' ", η έφηβη Νόρα είχε απαντήσει: «μα για να μας ανοίγουν τα μάτια στην μικροψυχία και να πλαταίνουν την ψυχή μας» (Διαδρομή, σ. 90).
Το άνοιγμα των ματιών - το πλάταιμα της ψυχής: αναμφίβολα εδώ μας μιλά για τη μυστική ενατένιση των νεοπλατωνικών, την ενάργεια των ρομαντικών, την illunination του Ρεμπό. Στη ρίζα της σκέψης της υπήρχε ο φιλοσοφικός στοχασμός που είχε γεννήσει τα μεγάλα πνευματικά κινήματα του δυτικού πολιτισμού.
Αριστερή, ή πιο σωστά «αριστερός» άνθρωπος, εμμανής σε ζητήματα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αντιδογματική στο έπακρο, κρατούσε για τον εαυτό την πολυτέλεια να αποζητά και να συνδυάζει το εκλεκτό και το σπάνιο με το απλό, αλλά όχι το απλοϊκό:
"Υπάρχει πάντα μια κατηγορία δημιουργών ιδιαίτερα αντιπαθής: αυτοί που εκχυδαΐζουν ό,τι ακουμπούν με επιδέξια δάχτυλα πονηρών εμπόρων [...]". «Η δημιουργία ενός έργου είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την ικανότητά μας για δημιουργική πράξη. Ένας έμπειρος συγγραφέας μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να γράψει κάποιο κείμενο. Το έργο όμως που τον αντιπροσωπεύει είναι άλλου είδους προϊόν» (Διαδρομή, σ. 232).
Η Νόρα Αναγνωστάκη έψαξε όσο λίγοι στον τόπο μας τη σχέση ποίησης και πράξης, ποιητικού και πρακτικού βίου. Όταν στη δικτατορία τής ζήτησαν ένα δοκίμιο για την ιστορική συλλογική έκδοση που κυκλοφόρησε με τον τίτλο 18 Κείμενα (1970) και έσπαγε τη μέχρι τότε σιωπή των δημοκρατικών συγγραφέων, είχε το μέγα σθένος να ασκήσει σε ακραία όρια τον αναστοχασμό και τον αυτοέλεγχο γράφοντας:
« Στη σοβαρότερη υπόθεση που μου έτυχε να υπερασπίσω ποτέ, έφτασα στον συμβιβασμό σαν αδέξιος δικολάβος. Πώς μιλούσα έτσι; Σε ποιους απευθυνόμουν; Φτηνή δημοσιογραφία έκανα; Ξαφνικά με συνεπήρε μια έπαρση: εμένα δεν ήταν αυτή η δουλειά μου. Άλλα έπρεπε να είναι τα μέσα, οι ευθύνες, οι στόχοι μου. Όμως γιατί παρασύρθηκα και μίλησα σαν κακός επιφυλλιδογράφος; Τυχαίο ήταν; Καθόλου τυχαίο. Μιμήθηκα το μοναδικό ύφος λόγου που υπήρχε κι αυτό το συναντούσαμε μόνο στην εφημερίδα και πουθενά αλλού. Αυτά τα παθήματα χρειάζονται "για να μας μαθαίνουν να είμαστε ταπεινοί", όπως είπε ο πολύ σοφός δάσκαλος» (Διαδρομή, σ. 155).
Και για την ίδια σκοτεινή εποχή της χούντας των συνταγματαρχών, είχε ακόμη την πολιτική ευαισθησία να διακρίνει ότι:
«Η μόνη ποίηση που άνθιζε ήταν οι χειρονομίες μερικών ανθρώπων. Αυτές συντηρούσαν το ήθος, το φρόνημα, όλη την πνευματική παράδοση και τη ζωή του έθνους [...] Για όσους όμως χειρονομούν πολύ 'ποιητικά', βρίσκονται πάντα νόμοι κι εξουσίες για να τους δένουν ή να τους κόβουν τα χέρια» (Διαδρομή, σ. 153).
Σε πολλά κείμενα που γράφτηκαν μετά τον θάνατό της, διαβάζουμε ότι ήταν υπέροχη οικοδέσποινα, που γνώριζε την πολύ λεπτή και δύσκολη τέχνη της φιλοξενίας. Ας μη φανταστεί κανείς οτιδήποτε σχετικό με λογοτεχνικό σαλόνι ή με κοσμικότητα, που απεχθανόταν. Αντίθετα, αυτό που τη χαρακτήριζε ήταν μια υπέρμετρη έγνοια για το άνθος της φιλίας, την οποία θεωρούσε πρώτιστη αξία. Την τέχνη αυτή της δεξίωσης των φίλων την καλλιέργησε σε ολόκληρη τη ζωή της με την ίδια προσοχή και με την ίδια ευθύνη που είχε δείξει, με τα γραπτά της, στην τέχνη της δεξίωσης των ποιητών. Διότι η Νόρα Αναγνωστάκη δεν θεωρούσε ότι η φιλία είναι κάτι αυτονόητο, αλλά κάτι που συντηρείται με προσπάθεια και μόχθο:
«Σκέφτομαι πως τα έργα του χρέους, όπως και τα έργα της φθοράς, ωριμάζουν αργά και είναι έργα ολόκληρης ζωής» (Διαδρομή, σ. 156).
Η ευθύνη, το χρέος, η φιλία είναι λέξεις που έχουν αρχίσει να παλιώνουν και να φθείρονται στους καιρούς μας. Παραμένει όμως ζωντανή η λέξη έρωτας και η λέξη ποίηση. Και οι δυο αυτές λέξεις με οδηγούν απαρέγκλιτα στην υπέροχα αυθεντική μορφή της Νόρας Αναγνωστάκη. Κοιτάζοντας τις φωτογραφίες της, στέκομαι στις νεανικές της, που δείχνουν ένα λιγνό κορίτσι με ερευνητικό βλέμμα, κι εκείνες της εποχής Θεσσαλονίκης, όταν έβγαινε το ιστορικό περιοδικό Κριτική, που σήκωσε γενναία το βάρος του με τα δοκίμια και τις μεταφράσεις της. Το κορίτσι αυτό διέγραψε μια τροχιά και άφησε τα ίχνη του στα ελληνικά γράμματα.
Πώς εντέλει μπορούμε να μετρήσουμε την αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου; Αν αυτή η αξιοπρέπεια είναι, πολύ απλά και επιγραμματικά, ο τρόπος που φτιάχνει ένας άνθρωπος το πρόσωπό του, τον ήχο της φωνής του, ακόμη και τις ρυτίδες του, όπως φτιάχνει το ήθος του, τότε θα πρέπει να σκεφτώ το πρόσωπο της Νόρας Αναγνωστάκη όπως το είδα λίγες μέρες πριν από τον θάνατό της: χαμογελαστό και ήρεμο, στα μάτια η γνώριμη λάμψη και το ανεπαίσθητο σωκρατικό χαμόγελο. Μου είπε: «Αυτή τη φορά δεν θα τα καταφέρω». Τη ρώτησα αυθόρμητα αν φοβάται. Μου απάντησε τότε: «Όχι. Είναι απλά ένα πέρασμα».
* Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου είναι ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ