του Λέανδρου Πολενάκη
Αυτό που λέγεται συχνά, ότι μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, δεν είναι πάντοτε σωστό, επειδή στον κατ' εξοχήν οπτικό μας αιώνα η ασωτία του βλέμματος έχει την τάση να μεταβάλλει την εικόνα σε θέαμα προς κατανάλωση. Υπάρχουν περιπτώσεις στην τέχνη, όπου ο λόγος είναι δυνατότερος από την εικόνα επειδή ανοίγει την εσωτερική μας όραση και γονιμοποιεί τη φαντασία μας.
Σκεφθείτε, παίρνω ένα τυχαίο παράδειγμα, στην «Στρίγγλα» του Σαίξπηρ, την άφιξη του Πετρούκιου… ντυμένου παρδαλού γαμπρού! Ο Σαίξπηρ θα μπορούσε να περιοριστεί στην εικόνα του, να δούμε δηλαδή την όψη του και να γελάσουμε. Αλλά δεν μένει σε αυτό. Αντίθετα, βάζει ένα μικρό παιδί να προηγείται της εμφάνισής του και να μας τον περιγράφει γλαφυρά! Με αυτή την περιγραφή, που είναι πολύ πιο δυνατή, γελάμε και όχι με την πραγματική του εικόνα.
Και στη ζωή τα πράγματα είναι ανάλογα. Ο οπτικός καταιγισμός που δέχεται ο σύγχρονος άνθρωπος από τα ΜΜΕ, με ταυτόχρονο υποβιβασμό του λόγου, μετατρέπει τις εικόνες σε είδωλα φευγαλέα, με αποτέλεσμα να βυθίζεται ο θεατής σε ένα κόσμο εικονικής πραγματικότητας. Μεταφέρω από το πρόγραμμα της παράστασης ένα σχετικό ενδιαφέρον κομμάτι: «Σήμερα ο κόσμος είναι γεμάτος από εικόνες. Ποτέ δεν είχε απεικονίσει ο άνθρωπος τόσο πολλά, για να τα κοιτάξει αργότερα. Ανά πάσα στιγμή έχουμε πρόχειρες φωτογραφίες που μας δείχνουν την κατάσταση στην άλλη πλευρά του πλανήτη ή στην πίσω πλευρά της σελήνης. Τα φαινόμενα καταγράφονται και μεταδίδονται με ταχύτητα φωτός.
Έτσι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Άλλοτε μιλούσαμε για φυσικά φαινόμενα, γιατί ήταν συνδεδεμένα με στερεά σώματα. Τώρα τα φαινόμενα είναι φευγαλέα. Οι τεχνολογικές εξελίξεις κατέστησαν εύκολο τον διαχωρισμό του φαινομενικού από το υπαρκτό. Και αυτό ακριβώς εκμεταλλεύεται διαρκώς η μυθολογία του σημερινού συστήματος. Μετατρέπει τα φαινόμενα σε διαθλάσεις του φωτός, σε είδωλα. Διαθλάσεις που δεν προκαλούνται από το φως αλλά από την επιθυμία, και μάλιστα την επιθυμία για περισσότερα. Κατά συνέπεια -και παραδόξως αν σκεφτεί κανείς τη συνύφανση της επιθυμίας με τον κόσμο των σωμάτων- χάνεται το υπαρκτό, το σώμα. Κι εμείς ζούμε μέσα σε ένα υπερθέαμα από κοστούμια, μάσκες και περιβλήματα τα οποία κανένας δεν φοράει.
Στο υπερθέαμα του συστήματος η ανάγκη δεν υπάρχει πια. Και συνεπώς δεν ανταλλάσσονται πλέον οι εμπειρίες. Το μόνο που έχουμε να μεταδώσουμε στους άλλους είναι το υπερθέαμα, ένα παιχνίδι στο οποίο κανείς δεν συμμετέχει, αλλά όλοι το παρακολουθούν. Και πασχίζουν μόνοι τους οι άνθρωποι να βρουν μια θέση για τη ζωή μέσα στην απέραντη αρένα του χρόνου και του χώρου». (Τζων Μπέργκερ).
Το έργο του γνωστού στην Ελλάδα Ιρλανδού συγγραφέα Μπράιαν Φρίελ, «Μόλλυ Σουήνη», που πρωτοπαρουσίασε το «Απλό Θέατρο» πριν από λίγα χρόνια, είναι μια παραβολή επάνω στη διαλεκτική φωτός και σκότους και ένα θεατρικό δοκίμιο πάνω στη σχέση λόγου - εικόνας. Αλλά κυρίως είναι ένα γνήσιο θέατρο λόγου, που έχει ανάγκη από ηθοποιούς και στηρίζεται σε αυτούς.
Αφηγείται την ιστορία μιας εκ γενετής τυφλής κοπέλας, που είχε όμως προσαρμοσθεί στον κόσμο της κατορθώνοντας να «βλέπει» με την εσωτερική όρασή της ακόμη και τα χρώματα των λουλουδιών! Όταν υποβάλλεται σε επιτυχημένη εγχείρηση για να «δει», αποκόπτεται από τον δικό της, γνώριμο κόσμο των σκιών χωρίς να γίνει δεκτή από τον καινούργιο των μορφών, μένοντας μετέωρη ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι!
Πρόκειται, όπως είπα, για μια θεατρική παραβολή στηριγμένη επάνω σε ρεαλιστική βάση και για ένα έργο που «αγαπά» τους ηθοποιούς. Στην καλή μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, η σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη περιορίζεται, ευτυχώς, στο να αφήσει το έργο να αυτοσκηνοθετηθεί, χωρίς περιττά προσωπικά σχόλια, μόνο με τον δουλεμένο λόγο των ηθοποιών του. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη έχει εδώ την ευκαιρία να δείξει τα πραγματικά προσόντα της: απλή, λιτή, μεστή και συγκινητική όσο πρέπει.
Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος γειώνει, «κάμπτει» σωστά το ρόλο του και ο Δημήτρης Καραμπέτσης απογειώνει εκπληκτικά τον δικό του, με γόνιμο αποτέλεσμα ένα πλήρες, πυκνό υποκριτικό «δίχτυ» υφασμένου και μουσικά «ηδυσμένου» λόγου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Βέττα είναι ιδιοφυή, το ίδιο οι υποβλητικοί φωτισμοί του Νίκου Καβουκίδη και η μουσική της Νέννης Ζάπα ευεργετεί την παράσταση.