Ήταν το 2011 όταν η εθνολόγος Βιργινία Ματσέλη, τότε προϊσταμένη στη Διεύθυνση Νεότερου Πολιτισμού του ΥΠΠΟΑ, έβλεπε από το παράθυρο του γραφείου της στην οδό Ερμού 17 να βάζουν λουκέτο το ένα μετά το άλλο τα μικρά μαγαζάκια λιανικού εμπορίου στο ιστορικό κέντρο, η αγορά να βουλιάζει και τα παραδοσιακά επαγγέλματα να χάνονται. Η αγωνία της για την καταγραφή μιας εποποιίας υπό εξαφάνιση από πλευράς υπουργείου προσέκρουσε στην αδιάφορη στάση του τότε υπουργού Πολιτισμού Κώστα Τζαβάρα, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μόνη της μια πρώτη αρχειοθέτηση, που υπολόγιζε να την παραδώσει στο Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα της Ιωάννας Παπαντωνίου, του Διοικητικού του Συμβουλίου του οποίου ήταν επί σειρά ετών μέλος.
Η έναρξη της καταγραφής την οδηγεί στην παραδοσιακή νηματουργία Μέντη, που είχε μετακομίσει από το κατάστημα της οδού Ευαγγελιστρίας στην οδό Ρόμβης. Λίγο πριν οι τρέσες, τα νήματα, οι κλωστές, οι κορδέλες και τα κορδόνια, οι φούντες, τα σιρίτια και οι γιρλάντες πουληθούν κοψοχρονιά και βρεθούν στο παζάρι, η Βιργινία Ματσέλη κάνει γνωστό το θέμα στον φιλικό της περίγυρο, που αγανακτεί αναφωνώντας πως «τα ευζωνάκια μας δεν θα φορέσουν φούντες από την Κίνα»! Έτσι παίρνεται η απόφαση να διασωθεί η επιχείρηση με το εμπόρευμά της. Απευθύνεται στον τότε διευθυντή του Μουσείου Μπενάκη Άγγελο Δεληβοριά και μέσα σε λίγο χρόνο εμπόρευμα και μηχανές του ιστορικού οίκου δωρίζονται από τον Σπύρο, τον Όθωνα και την Μαρίνα Μέντη στο Μουσείο.
Τον Δεκέμβριο του 2012 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια στο κτήριο της οδού Πολυφήμου 6, στα Πετράλωνα, επαναπροσλαμβάνονται οι υπάλληλοι και η Βιργινία Ματσέλη παίρνει τη σύνταξή της από το υπουργείο και αφιερώνεται στο ΝΗΜΑ, όπως ονομάζεται πλέον το νέο μέλος της οικογένειας Μπενάκη, η νηματουργία που ενσωματώνει τα αρχικά Μ (Μέντης), αλλά και Α, που είναι μια νέα δωρεά, αυτή της οικογένειας Αντωνόπουλου, το υλικό της οποίας αρχειοθετείται και ετοιμάζεται να παρουσιαστεί το προσεχές διάστημα σε παρακείμενο κτήριο των Πετραλώνων.
Οι Αρκάδες μεταξουργοί μεγαλουργούν
Τέχνη αρχαία, η μεταξουργία άνθισε στην ελληνική επικράτεια δημιουργώντας μια ισχυρή παράδοση που μπολιάστηκε με την τεχνογνωσία των Μικρασιατών προσφύγων. Η Αρκαδία, τόπος μεταξουργών, γενέθλια γη της οικογένειας Μέντη, που εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο με την έλευση του Όθωνα τροφοδοτώντας τη βασιλική αυλή με τα προϊόντα της, τόπος καταγωγής και για την οικογένεια Αντωνόπουλου που εξέλιξε την τέχνη και μεγαλούργησε παρουσιάζοντας πολύτιμες κατασκευές από μετάξι, περίτεχνα νήματα και ταινιοπλέγματα με λεπτεπίλεπτα σχέδια, κορδέλες και κορδόνια, φούντες, σιρίτια, τρέσες, γιρλάντες, διακοσμητικά για άμφια, στολές και παραδοσιακές φορεσιές.
Με ιστορία από το 1830, ο Αντωνόπουλος και το εργοστάσιο του Βοτανικού διέθεταν τους περίφημους αργαλειούς ζακάρ, που τώρα στεγάζονται στομ νέο χώρο τού ΝΗΜΑ και του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πολυφήμου, κατασκευασμένοι το 1838 στο Παρίσι από τον οίκο Μαρί. Αργαλειός δημιουργημένος από τον μηχανικό-υφαντουργό Ζοζέφ Ζακάρ, που έφερε επανάσταση στη κλωστοϋφαντουργία και οι βασικές αρχές του εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται έως και σήμερα.
«Το ΝΗΜΑ θέλουμε να παραμείνει ένας χώρος ζωντανός, όπου οι εργαζόμενοι θα συνεχίζουν μια παραδοσιακή τέχνη και θα παίρνουν παραγγελίες για ξεχωριστές χειροποίητες κατασκευές, ένας χώρος όχι μόνο εκθέσεων αλλά και εκπαίδευσης για παιδιά και ενήλικες» λέει η Β. Ματσέλη, ψυχή του χώρου. «Στα άμεσα σχέδιά μας είναι η συνεργασία με επαγγελματίες του εξωτερικού που θα διδάξουν φυτικές βαφές, καθώς θέλουμε να οργανώσουμε τη βαφική τέχνη στην Ελλάδα» προσθέτει και μας κάνει γνωστό πως, σύμφωνα με ήδη εγκεκριμένη μελέτη, η οδός Πολυφήμου θα πεζοδρομηθεί και θα φυτευτούν μουριές, το δέντρο του μεταξοσκώληκα, αλλά και βαφικά φυτά, από στάχυα και χαμομήλια έως κατιφέδες.
Στη μικρή αυλή του ΝΗΜΑ οργανώθηκε πρόσφατα ένα σύγχρονο βαφείο με όλες τις προδιαγραφές.
Το ΝΗΜΑ βρίσκεται σε επαφή με το μουσείο μεταξουργών της Λυών και το δίκτυο αργαλειών ζακάρ, συνεργάζεται με ειδικούς από το Πανεπιστήμιο Πειραιά και αναγνωρισμένους διεθνώς ανθρώπους που ασχολούνται με νήματα.
«Πρέπει αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας να το διασώσουμε, να το αξιοποιήσουμε, να το προβάλουμε, να παραμείνει η τέχνη και η τεχνογνωσία της μεταξουργίας ζωντανή για να πάει στις νεώτερες γενιές» επιμένει η Β. Ματσέλη.
«Με δυο μουριές βγάζεις τον ΕΝΦΙΑ της χρονιάς»
Σκυμμένες με υπομονή πάνω από κλωστές και νήματα, οι αδελφές Μαρία και Κατερίνα Γιαννοπούλου πλέκουν επιδέξια με τα χέρια τους περίτεχνες φούντες και τρέσες, διακοσμητικούς κόμπους, σιρίτια, κορδόνια και νηματοειδείς συνθέσεις παραγγελιών αλλά και ειδών για τα πωλητήρια του Μπενάκη. Μας δείχνουν πώς κάνουν «καρυδόκομπους» και διακόπτουν για λίγο την ιδιαίτερη χειροτεχνία τους για να επαναλάβουν πόση υπομονή αλλά και αγάπη χρειάζεται γι' αυτή τη δουλειά. Λίγο πιο πέρα, όρθιος μπροστά στις παλαιές μηχανές που δουλεύουν ρολόι, ο Σπύρος Βούλγαρης, κλωστοϋφαντουργός-μηχανικός, μιλάει για την παράδοση του επαγγέλματος της νηματουργίας, την οποία τυχαία σπούδασε αλλά βαθιά αγάπησε και δεν αλλάζει. «Λάτρεψα το είδος αυτό δουλεύοντάς το» σημειώνει και δεν παραλείπει να σχολιάσει πόσο οι φτηνές εισαγόμενες ύλες έγιναν αιτία να περιθωριοποιηθεί μια παραδοσιακή τέχνη αιώνων. «Καμία κοπέλα στην ελληνική επαρχία, έως και πριν από κάποια χρόνια, δεν παντρευόταν αν δεν είχε τα υφαντά της» υπενθυμίζει, ξεναγώντας μας στις μηχανές που κάνουν το νήμα κλωστή και τυλίγεται σε καρούλια και κώνους για το τελικό προϊόν. «Πολλές φορές θα χρειαστεί να φτιάξουμε ένα νήμα ξεχωριστό, με αποτέλεσμα τα σχέδια να περνάνε στις μηχανές ταυτόχρονα με το μυαλό και τα χέρια. Επιστήμη και τέχνη μαζί» σημειώνει και εξηγεί πως στις μηχανές όλες οι ρυθμίσεις γίνονται με το χέρι, «κάτι που δίνει την αίσθηση του χειροποίητου, αρέσει και κάνει το προϊόν να ξεχωρίζει». Αναφερόμενος, τέλος, στην αξία του νήματος και του μεταξιού, αναφωνεί με χιούμορ πως «με δυο μουριές βγάζεις τον ΕΝΦΙΑ της χρονιάς»!
Μια ανέμη με ιστορία
Μπροστά σε μια περίτεχνη παλαιά μηχανή, που λειτουργεί χωρίς τον εκκωφαντικό θόρυβο νεώτερων, διαβάζουμε από το ενημερωτικό καρτελάκι της πως πρόκειται για «καρουλίστρα γαλλικής κατασκευής του 1915, με ιταλικό κινητήρα, ειδική για την επεξεργασία 'ωμής' μεταξωτής κλωστής σε πάχος τρίχας που την τυλίγει σε ξύλινα καρούλια για περαιτέρω επεξεργασία. Η μηχανή αγοράστηκε από Έλληνα της Μικράς Ασίας και χρησιμοποιήθηκε στην Προύσα, υφαντουργικό κέντρο αιώνων. Μετά τα γεγονότα του 1960 στην Κωνσταντινούπολη, μεταφέρθηκε τμηματικά στην Ελλάδα και τη Ν. Ιωνία και το 1980 αγοράστηκε από τη βιοτεχνία Μέντη»
Κουκουλόσπορος στον κόρφο
Γεννημένη στη Νέα Κίο, χωριό προσφύγων Μικρασιατών της Αργολίδας κοντά στο Ναύπλιο, με μεγάλη αγάπη από μικρή για την ιστορία του τόπου της, η Β. Ματσέλη άκουγε πολλά για το μετάξι, καθώς τα μεταξωτά της Ιωνίας και της Προύσας ήταν ξακουστά στον κόσμο.
Με αναπτυγμένη ευαισθησία και γνώση μπήκε στην περιπέτεια της καταγραφής των καταστημάτων λιανικού εμπορίου και των επαγγελμάτων που χάνονταν από το ιστορικό κέντρο, μαζί με την ταυτότητα και τη φυσιογνωμία της παλιάς πόλης που ρήμαζε, καθώς «χάνονταν οι άνθρωποι και οι καλημέρες τους», όπως λέει, μιλώντας ταυτόχρονα για τις ιστορίες των βιοτεχνών που εξαφανίζονταν αλλά και για την οικογενειακή της ιστορία.
«Θυμάμαι τις γιαγιάδες να μου διηγούνται ιστορίες για τους τόπους με τα μετάξια». Μεγαλώνοντας, καταγράφει τις ιστορίες των ανθρώπων που ήρθαν πρόσφυγες, συναντά μελετητές, ιστορικούς και συγγραφείς της ιστορίας της Κίου και, το 1982, με όλο το υλικό, μαρτυρίες και ενθυμήματα που συγκέντρωσε, δημιουργεί ένα μικρό μουσείο στη Νέα Κίο, που βρίσκεται πια παραμελημένο υπό την ευθύνη του δήμου.
«Αυτό που με σημάδεψε σε όλη αυτή την αναζήτηση και με κάνει ακόμα και τώρα, στο τέλος της επαγγελματικής μου καριέρας, να βρίσκομαι εδώ, επιμένοντας, είναι η συγκλονιστική ιστορία της επιστάτισσας του σχολείου της Νέας Κίου, της κυρίας Κατίνας, Μικρασιάτισσας που έφτασε πρόσφυγας στα έλη της Αργολίδας και με την καταστροφή δεν περιέσωσε τίποτα άλλο παρά μόνο ένα άσπρο σακουλάκι που κρέμασε στον λαιμό της έχοντας μέσα κουκουλόσπορο. Προφυλαγμένος στη ζεστασιά του κόρφου και του σώματος, ο κουκουλόσπορος παρέμενε ζωντανός. Με τον ερχομό στη Νέα Κίο κατάφερε με επιμονή και έφτιαξε ένα κουκουλόσπιτο μέσα στο σχολείο όπου εργαζόταν γιατί, όπως έλεγε, 'με αυτόν τον τρόπο θα διηγούμαι στα παιδιά την ιστορία και τη ζωή των παππούδων τους στη Μικρασία'».
Οι πρόσφυγες που στέριωσαν στη νέα γη έφτασαν στο σημείο, όπως λέει, να παίρνουν δάνεια για δυο πράγματα, για να αγοράσουν κινίνα, καθώς θέριζε η ελονοσία στον βαλτότοπο που τους είχαν εγκαταστήσει, αλλά και μουριές για να μεγαλώσουν μεταξοσκώληκες! Έτσι η ιστορία της μικρασιάτικης Κίου συνδυάστηκε με ιστορίες μεταξιού. Και κάθε χρόνο η αγαπημένη επιστάτισσα έδινε στα παιδιά λίγους σπόρους για να μεγαλώσουν στο σπίτι τους μεταξοσκώληκες. «Θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί να έχω ένα κουτάκι με κουκούλια μεταξοσκώληκα. Με τα χρόνια, στην περιοχή δημιουργήθηκε το πρώτο εργοστάσιο μεταξουργίας. Εκεί δούλεψε κόσμος, ανάμεσά τους και η μητέρα μου. Ωστόσο αυτή η ιστορία δεν κράτησε πολύ, καθώς το εργοστάσιο βομβαρδίστηκε μέσα στον πόλεμο από τους Γερμανούς και δεν άνοιξε ποτέ πια» καταλήγει η κυρία Βιργινία.