Ακριβώς πριν από μία εβδομάδα τον δημόσιο διάλογο απασχολούσε η πρόταση μομφής που το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης υπέβαλε κατά του υπουργού Οικονομικών Γ. Στουρνάρα, πρόταση που απερρίφθη με τις γνωστές διαδικασίες... Για το θέμα της πρότασης μομφής η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ιφιγένεια Καμτσίδου έχει γράψει σε ανύποπτο χρόνο, θέμα για το οποίο μιλά στη συνέντευξη που ακολουθεί.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
* Σε ανύποπτο χρόνο -το 2011, αν θυμάμαι καλά- είχατε διατυπώσει την επιστημονική σας άποψη για το θέμα που απασχόλησε τη Βουλή μία εβδομάδα πριν: την πρόταση μομφής. Ποια, λοιπόν, είναι η δική σας θέση;
Η πρόταση μομφής αποτελεί μια από τις μεθόδους απόδοσης πολιτικής ευθύνης στην κυβέρνηση και στα μέλη της, είναι το θεσμικό εργαλείο που επιτρέπει στη Βουλή να διαπιστώνει αν οι κυβερνώντες διατηρούν την εμπιστοσύνη της λαϊκής αντιπροσωπείας, ως αναγκαία προϋπόθεση για την παραμονή τους στην εξουσία. Πραγματικά, εννοιολογικό στοιχείο του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης, που νοείται ως η σταθερή σχέση εξάρτησης του υπουργικού συμβουλίου από τη Βουλή. Για τον λόγο αυτόν το υπουργικό συμβούλιο συλλογικά και καθένα μέλος του ατομικά υποβάλλονται στον έλεγχο του Κοινοβουλίου ως εντολέα τους και εκφραστή της λαϊκής θέλησης, οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις και τις επιλογές του και, τελικά, να εγκαταλείπουν την θέση τους, αν διαρραγεί η σχέση τους με τη λαϊκή αντιπροσωπεία. Η άλλη όψη της ευθύνης των υπουργών απαντά, κατά λογική αναγκαιότητα, στην ευχέρεια της Βουλής να παρακολουθεί την εκπλήρωση των πολιτικών δεσμεύσεων που αυτοί ανέλαβαν κατά τον διορισμό τους και, σε περίπτωση που αυτές αθετούνται, να τους απομακρύνει από την εξουσία. Αυτή η υποχρέωση διαρκούς λογοδοσίας των κυβερνώντων, η συνεχής θεσμική «αντιπαραβολή» του έργου τους προς τις δεσμεύσεις που αυτοί είχαν αναλάβει προς τη Βουλή και διαμέσου αυτής προς το εκλογικό σώμα, οδήγησε τους Linz και Ackerman να αναγνωρίσουν τον κοινοβουλευτισμό ως το καταλληλότερο σύστημα για τη διακυβέρνηση των συνταγματικών δημοκρατιών.
* Με ποιο σκεπτικό το Σύνταγμα θέτει το εξάμηνο ως όριο υποβολής νέας πρότασης μομφής;
Η εξουσία του Κοινοβουλίου να υποβάλει πρόταση μομφής κατοχυρώνεται καταστατικά ως έσχατη ουσία της πολιτικής ευθύνης σε όλα τα πολιτεύματα που κυβερνώνται με το κοινοβουλευτικό σύστημα. Έτσι και το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει την εξουσία της Βουλής να αίρει την εμπιστοσύνη της, είτε από την κυβέρνηση συνολικά είτε από κάποιο από τα μέλη της, και ρυθμίζει τις προϋποθέσεις υποβολής, συζήτησης και ψήφισης της πρότασης μομφής (άρθρο 82 παρ. 2 Συντ.). Μάλιστα, ο συντακτικός νομοθέτης προχώρησε σε μια «μέτρια» εκλογίκευση της σχετικής διαδικασίας: εισήγαγε απαγόρευση υποβολής νέας πρότασης μομφής κατά το εξάμηνο που ακολουθεί την απόρριψη της προηγούμενης. Πρόκειται για ρύθμιση που περιορίζει τις ευχέρειες της Βουλής, θεωρείται, όμως, θεμιτή όχι μόνο επειδή συνδέεται με την εξυπηρέτηση ενός συνταγματικού σκοπού, της κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά και στο μέτρο που δεν συρρικνώνει δραστικά την κοινοβουλευτική αρχή.
* Μπορεί αυτό το χρονικό όριο να λειτουργήσει εις βάρος του κοινοβουλευτικού ελέγχου;
Η διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 84 παρ. 2, που θα οδηγούσε στην ενεργοποίηση της απαγόρευσης και στις περιπτώσεις που η πρόταση δυσπιστίας διαφοροποιείται ως προς τα πρόσωπα και το θέμα της σε σχέση με την προγενέστερη, συρρικνώνει ανεπίτρεπτα την ελεγκτική εξουσία της Βουλής, παρέχοντας στην κυβέρνηση ή/και τους υπουργούς την δυνατότητα να διαχειρίζονται για ένα εξάμηνο την κρατική εξουσία απαλλαγμένοι από την ευθύνη τους προς την λαϊκή αντιπροσωπεία, δηλαδή αυθαίρετα: με την υιοθέτηση μιας τέτοιας ερμηνείας, η απόρριψη πρότασης δυσπιστίας εις βάρος της κυβέρνησης θα εξασφάλιζε στα μέλη της ασυλία για οποιονδήποτε χειρισμό τους ακολουθήσει, οσοδήποτε και αν βλάψουν το δημόσιο συμφέρον κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Το θεσμικό άτοπο γίνεται πιο φανερό αν κανείς αναλογιστεί ότι, σύμφωνα με την παραπάνω προσέγγιση, απόρριψη πρότασης μομφής εις βάρος υπουργού αποκλείει την υποβολή νέας με αποδέκτη αυτή τη φορά την κυβέρνηση στο σύνολό της. Έτσι, η διάκριση που εισάγει το Σύνταγμα μεταξύ ατομικής και συλλογικής ευθύνης των υπουργών χάνει το νόημά της και η Βουλή στερείται τη δυνατότητα να παρακολουθεί συστηματικά το κυβερνητικό έργο, να αξιολογεί τους φορείς του ανάλογα με τη συμμετοχή τους σε αυτό και να αποπέμπει όσους διαχειρίζονται τα δημόσια πράγματα βλάπτοντας το γενικό συμφέρον.
Στο φύλλο της Τρίτης το δεύτερο μέρος της συνέντευξης. Η Ιφιγένεια Καμτσίδου απαντά για την παραβίαση του Συντάγματος στα χρόνια του Μνημονίου, τη Χρυσή Αυγή και τον Τ. Μπαλτάκο