Τις σοβαρές επιφυλάξεις του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ για τη σύμβαση παραχώρησης του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας ανέπτυξε ο Βουλευτής Μαγνησίας και Ειδικός Αγορητής του κόμματος, Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος, κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής.
Ο κ. Μεϊκόπουλος τόνισε ότι η συζήτηση δεν αφορά απλώς μία Σύμβαση Παραχώρησης, αλλά τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη, τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και τη σχέση του κράτους με τις τοπικές κοινωνίες. «Το Χιονοδρομικό Κέντρο Βασιλίτσας αποτελεί έναν κρίσιμο αναπτυξιακό πυλώνα για τη Δυτική Μακεδονία, μια περιοχή που δοκιμάζεται έντονα από την απολιγνιτοποίηση, τη δημογραφική συρρίκνωση και τη μείωση της απασχόλησης. Σε τέτοιες περιοχές, κάθε αναπτυξιακή επιλογή επηρεάζει το μέλλον ολόκληρων τοπικών κοινωνιών και οφείλει να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον», υπογράμμισε.
Ο Βουλευτής ανέδειξε την αντίφαση της κυβερνητικής στάσης, υπενθυμίζοντας ότι το 2022 η ίδια η κυβέρνηση διαβεβαίωνε πως το Χιονοδρομικό Κέντρο λειτουργούσε κανονικά, διατηρούσε τον κοινωνικό και αθλητικό του χαρακτήρα και διέθετε ήδη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης για την αναβάθμισή του. «Τι άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες και μια δημόσια υποδομή που παρουσιαζόταν ως βιώσιμη και λειτουργική εμφανίζεται σήμερα ως αδύνατο να συνεχίσει υπό δημόσια διαχείριση;» διερωτήθηκε. Ο κ. Μεϊκόπουλος ξεκαθάρισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν απορρίπτει εκ προοιμίου τις ιδιωτικές επενδύσεις ούτε θεωρεί ότι κάθε δημόσια διαχείριση είναι από μόνη της αποτελεσματική. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η συγκεκριμένη σύμβαση δεν εξασφαλίζει την αναγκαία ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού οφέλους και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διάρκεια της παραχώρησης, η οποία μπορεί να φτάσει τα σαράντα (40) χρόνια, χωρίς να προβλέπεται ουσιαστικός μηχανισμός επαναξιολόγησης της σύμβασης, καθώς και στην απουσία συγκεκριμένων και δεσμευτικών επενδυτικών υποχρεώσεων. Όπως σημείωσε, δεν προβλέπεται ελάχιστο ύψος επενδύσεων, σαφές χρονοδιάγραμμα ή συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, ενώ χρησιμοποιούνται γενικές διατυπώσεις όπως «επαρκείς επενδύσεις», «επαρκές προσωπικό» και «εύλογη προσπάθεια» για την προστασία του περιβάλλοντος. «Όταν τα δικαιώματα του παραχωρησιούχου περιγράφονται με απόλυτη σαφήνεια, ενώ οι υποχρεώσεις του παραμένουν αόριστες, εκείνος που αποκτά το πλεονέκτημα είναι πάντοτε ο ιδιώτης», υπογράμμισε.
Ο Βουλευτής στάθηκε ιδιαίτερα στις προβλέψεις της σύμβασης για το ανθρώπινο δυναμικό, επισημαίνοντας ότι η αναφορά σε «επαρκές προσωπικό» δεν διασφαλίζει ούτε την ποιότητα των υπηρεσιών ούτε την ασφάλεια επισκεπτών και εργαζομένων. Παράλληλα, τόνισε ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος μιας περιοχής ιδιαίτερης οικολογικής αξίας δεν μπορεί να εξαρτάται από αόριστες έννοιες όπως η «εύλογη προσπάθεια», αλλά απαιτεί συγκεκριμένους, μετρήσιμους και ελέγξιμους όρους. Έντονη κριτική άσκησε ο κ. Μεϊκόπουλος και στις πολεοδομικές παρεκκλίσεις που εισάγονται, κάνοντας λόγο για μια πολιτική που αντιμετωπίζει τους κανόνες ως εμπόδιο και θεσμοθετεί τις εξαιρέσεις ως κανονικότητα. Όπως σημείωσε, η Κυβέρνηση επιλέγει να νομιμοποιεί εκ των υστέρων υφιστάμενες κατασκευές και να μεταθέτει τον έλεγχο της στατικής τους επάρκειας σε μεταγενέστερο χρόνο, πρακτική που, όπως τόνισε, δεν συνάδει με την ασφάλεια δικαίου και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Αλέξανδρος Μεϊκόπουλος ανέφερε ότι η Βασιλίτσα δεν αποτελεί απλώς ένα περιουσιακό στοιχείο προς εκμετάλλευση, αλλά έναν πολύτιμο αναπτυξιακό πόρο για μια ορεινή περιοχή που χρειάζεται ουσιαστική στήριξη και βιώσιμες προοπτικές. «Η αξιοποίησή της πρέπει να γίνει με πλήρη διαφάνεια, σαφείς και δεσμευτικούς όρους, κοινωνική ανταποδοτικότητα και σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον. Η πραγματική ανάπτυξη δεν μετριέται μόνο με επενδύσεις και οικονομικούς δείκτες, αλλά με τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί, τη στήριξη των τοπικών επιχειρήσεων, την προστασία του φυσικού πλούτου και το αποτύπωμα που αφήνει στις τοπικές κοινωνίες», κατέληξε.