Justin Schlosberg **
Κατ’ αρχάς θα ήθελα να κάνω μια δήλωση και μια απολογία. Ντρέπομαι λίγο πάντα όταν έρχομαι σε αυτές τις εκδηλώσεις για να μοιραστώ τα επονομαζόμενα παραδείγματα καλών πρακτικών σε ό,τι αφορά τα ΜΜΕ. Υπάρχει ένας πολύ καλά εμπεδωμένος μύθος -πιθανώς κατάλοιπο από τις μέρες της αυτοκρατορίας- ότι η κρίση και η διαφθορά στα ΜΜΕ, στην πολιτική, στην οικονομία, στην αστυνομία, στην πραγματικότητα, σε κάθε έκφανση της δημόσιας ζωής, δεν αγγίζουν τη Βρετανία, αλλά αποτελούν ίδιον άλλων χωρών νοτιότερα από τις ακτές μας.
Λοιπόν, για όσους χρειαζόταν να το κατανοήσουν, οι τελευταίες δεκαετίες έχουν αποκαλύψει πόσο πολύ δεν ισχύει αυτός ο μύθος. Ευτυχώς οι δημοσιογράφοι στη Βρετανία δεν αντιμετωπίζουν απειλές κατά της ασφάλειας, όπως ανησυχητικά συμβαίνει σε πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων εντός της Ε.Ε. Ωστόσο αντιμετωπίζουν απειλές σε σχέση με τη ζωή τους, αλλά και την ικανότητά τους να εκπληρώνουν τη δημοκρατική υπόσχεση του ελεύθερου Τύπου, που τελεί υπό έντονη πίεση, όπως και στις περισσότερες χώρες.
Τούτων δοθέντων, θα ήθελα να μιλήσω λίγο για το πώς αντιμετωπίζουμε τα ζητήματα του πλουραλισμού και της βιωσιμότητας στα ΜΜΕ, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός μεταψηφιακού περιβάλλοντος για τις ειδήσεις και υπό το πρίσμα της ατέλειωτης λιτότητας, των μεγάλων πολιτικών αναταραχών και της αστάθειας που φέρει η ψηφοφορία υπέρ του Brexit.
Νομίζω πως θα εκπλαγείτε από το πόσα είναι τα κοινά σημεία με την κατάσταση στην Ελλάδα. Μου φαίνεται πως η κυβέρνηση εδώ έχει μια ευκαιρία να στρώσει το έδαφος για μια ουσιαστική προοδευτική αλλαγή στα ΜΜΕ -όχι μόνο προς όφελος των Ελλήνων, αλλά και με στόχο να θέσει ένα υπόδειγμα για τις άλλες χώρες της περιοχής, της Ε.Ε., ακόμη και της Μεγάλης Βρετανίας. Ίσως να στρεφόμασταν όλοι στη γενέτειρα της δημοκρατίας, ώστε να μας υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο θα βγούμε από αυτό το χάος.
Αλλά πρώτα ας δούμε τη φύση του προβλήματος. Αυτό που γίνεται απολύτως σαφές σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου είναι πως η αγορά έχει εν πολλοίς αποτύχει στα ΜΜΕ. Και αυτό προηγείται της άνθησης του Ίντερνετ και της οικονομικής κρίσης, ενώ έχει σαφώς επιταχυνθεί και από τα δυο. Έχει βγάλει εκτός δουλειάς δημοσιογράφους και εφημερίδες.
Εντός των εναπομεινάντων νέων οργανισμών -συμπεριλαμβανομένων και των δημόσιων ΜΜΕ- το αποτέλεσμα είναι οι δημοσιογράφοι να πρέπει να κάνουν περισσότερα με λιγότερα χρήματα και να υπόκεινται σε ακόμα μεγαλύτερη εποπτεία και συμμόρφωση σε ό,τι έχει να κάνει με νομικούς κινδύνους που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν. Και δεν χρειάζεται να εξηγήσω σε αυτό το κοινό ότι μια δημοσιογραφία που δεν αντιμετωπίζει κινδύνους δεν αποτελεί αληθινή δημοσιογραφία.
Είναι εξίσου σαφές ότι αυτό το πρόβλημα δεν θα επιλυθεί μέσω της μακροπρόθεσμης υπόσχεσης που φέρουν τα ψηφιακά ΜΜΕ. Η προϋπόθεση ότι η πραγματική δημοσιογραφία του δημοσίου συμφέροντος μπορεί να παραχθεί με έναν κουτσουρεμένο προϋπολογισμό από πλήθος εξειδικευμένες παροχές, που ταιριάζουν σε κάθε γούστο και ενδιαφέρον, είναι, για πολλούς λόγους, απλώς ψευδής. Η πραγματική δημοσιογραφία χρειάζεται πραγματική χρηματοδότηση. Χρειάζεται κλιμακούμενες επενδύσεις, ανεξάρτητα από το μέγεθος του πληθυσμού ή της αγοράς.
Οπότε ποιες μπορεί να είναι οι λύσεις; Δεν έχω τόσο χρόνο, γι’ αυτό θέλω να εισαγάγω δυο ευρείες αντιλήψεις και μετά πιθανώς μπορούμε να αναφερθούμε στις λεπτομέρειες κατά τη διάρκεια της συζήτησης που θα ακολουθήσει. Πρώτον, η ιδέα της σταυροειδούς επιδότησης. Η τελευταία αποτελεί ιστορικό προηγούμενο με χρονικό βάθος στην πολιτική για τα ΜΜΕ στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και αλλού.
Το Channel 4 προέκυψε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως ένας μοναδικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας αφιερωμένος στην παροχή ειδήσεων υψηλής ποιότητας, υποστηρίζοντας την ανεξάρτητη παραγωγή και απευθυνόμενο σε μειονοτικά ακροατήρια και συμφέροντα. Ανήκε και εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και να χρηματοδοτείται εμπορικά, αλλά κατά τα έτη σχηματισμού του χρειαζόταν τη στήριξη της σταυροειδούς επιδότησης από το μεγαλύτερο και πιο εδραιωμένο ITV.
Η αρχή είναι απλή: Ιδιαίτερα επικερδή μίντια πρέπει να βοηθήσουν στην υποστήριξη εκείνων των μορφών ΜΜΕ που δεν είναι επικερδείς, αλλά θεωρούνται ως σημαντικού δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτό σήμερα αντανακλάται, για παράδειγμα, στις ιδέες για το πώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί το Sky News ενόψει της συγχώνευσης από τον Rupert Murdoch του Fox και του Sky και τώρα των Disney, Fox και Sky. Και έχει επαναληφθεί στον διακανονισμό που συμφωνήθηκε μεταξύ εκδοτών και Google σε χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο.
Ωστόσο οι σταυροειδείς επιδοτήσεις δεν λειτουργούν πάντοτε, ειδικά όταν δεν υπάρχει ανεξάρτητη δημόσια εποπτεία σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο διανέμονται τα χρήματα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες υπάρχει κίνδυνος οι σταυροειδείς επιδοτήσεις να επιδεινώσουν το πρόβλημα βοηθώντας στην ενίσχυση του είδους των επιχειρηματικών μοντέλων που είναι χρεοβόρα, κόβουν κόστη και επικεντρώνονται στις συγχωνεύσεις, που εν μέρει τροφοδότησαν την αποτυχία της αγοράς στη δημοσιογραφία.
Επιτρέψτε μου να σας δώσω ένα παράδειγμα. Η Trinity Mirror, που γρήγορα γίνεται μονοπώλιο στην περιφερειακή αγορά ειδήσεων του Ηνωμένου Βασιλείου -είδε τα κέρδη της να αυξάνονται κατά 24% πέρυσι, σε πάνω από 130 εκατ. λίρες, σε μεγάλο βαθμό μέσω εξαγορών και περικοπών. Ωστόσο είναι επίσης σημαντικός δικαιούχος των νέων τοπικών ειδησεογραφικών εταιρικών σχέσεων του BBC, οι οποίες υποτίθεται ότι δημιουργούν πάνω από 140 νέες θέσεις εργασίας δημοσιογράφων σε εδραιωμένους παρόχους τοπικών ειδήσεων σε ολόκληρο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Περισσότερο από το ένα τρίτο από αυτούς έχουν διατεθεί στους τίτλους Trinity Mirror, αλλά χωρίς καμία εγγύηση ότι κάτι τέτοιο θα οδηγήσει σε πραγματική καθαρή επένδυση στην αυθεντική συλλογή ειδήσεων. Με άλλα λόγια, τίποτα δεν εμποδίζει την Trinity Mirror απλά να κάνει περαιτέρω περικοπές προκειμένου να επωφεληθεί από τη σταυροειδή επιδότηση και επομένως τίποτα δεν τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς ότι πρόκειται για πρόσθετες εργασιακές θέσεις.
Αυτό το πρόβλημα θα μπορούσε εύκολα να αποφευχθεί εάν μια ανεξάρτητη επιτροπή, όπως διαμορφώθηκε περίπου το Συμβούλιο Καλών Τεχνών της Αγγλίας, ιδρυθεί για να εποπτεύει τις σταυροειδείς επιδοτήσεις και να διασφαλίσει ότι εκπληρώνουν τον δημόσιο σκοπό τους.
Η δεύτερη ευρεία αντίληψη στην οποία θέλω να αναφερθώ αφορά πιο άμεσες μορφές δημόσιας υποστήριξης στα μέσα ενημέρωσης. Επί του παρόντος εδώ στην Ελλάδα, όπως και στη Βρετανία, ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας χρηματοδοτείται από ένα τέλος που τίθεται σε όλους. Πάντα μου φαινόταν διεστραμμένο το ότι ο μηχανισμός χρηματοδότησης ενός δημόσιου αγαθού θα πρέπει να επιδεινώνει την ανισότητα. Χρειάζεται επίσης να προσθέσουμε τη φθίνουσα σημασία των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων σε νεότερα ακροατήρια, γεγονός που αποτελεί κοινό πρόβλημα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Φυσικά οι επιδοτήσεις για τα μέσα ενημέρωσης που χρηματοδοτούνται μέσω της άμεσης φορολογίας ενέχουν πάντοτε την πιθανότητα να θέσουν σε κίνδυνο την ανεξαρτησία. Αλλά μια ριζοσπαστική ιδέα που έχει διακινηθεί στις ΗΠΑ από τον καθηγητή Bob McChesney, μεταξύ άλλων, αποφεύγει τόσο αυτό το πρόβλημα όσο και το ζήτημα της επιλογής των καταναλωτών.
Συγκεκριμένα ο McChesney υποστηρίζει ένα σύστημα κουπονιών σύμφωνα με το οποίο η δημόσια στήριξη των μέσων ενημέρωσης τίθεται αποτελεσματικά στα χέρια των πολιτών. Επομένως, αν για παράδειγμα η δημόσια στήριξη των μέσων ενημέρωσης ανέρχεται σε 50 λίρες ανά άτομο ετησίως, τότε, με ένα σύστημα κουπονιών, αυτά τα χρήματα δίδονται πραγματικά πίσω στους πολίτες, που μπορούν να επιλέξουν την αγορά που επιθυμούν να στηρίξουν.
Φυσικά, προκειμένου να αποφευχθεί η παγίδα με μακριές παραφυάδες, οι επιλέξιμοι τίτλοι θα χρειάζεται να έχουν ένα συγκεκριμένο εύρος κοινού και πάνω, ίσως με την επιλογή υποστήριξης άλλων -μη επώνυμων- οργανισμών και τα χρήματα να διοχετεύονται σε ένα ανταγωνιστικό ταμείο για μικρότερους παρόχους ή νεοεισερχόμενους.
Έτσι, περιληπτικά, πιστεύω πως η αληθινή δημοσιογραφία μπορεί και θα επιβιώσει και ότι ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός. Ωστόσο, στη μακρά διάρκεια τουλάχιστον, απαιτείται να ξανασκεφτούμε τις δημόσιες μορφές υποστήριξης των ΜΜΕ -και άμεσα και έμμεσα. Το έργο που είναι κοινό για όλους μας -δημοσιογράφους, φοιτητές, ακτιβιστές, παραγωγούς πολιτικής και πολίτες- είναι να προσπαθήσουμε να φέρουμε αυτές τις ιδέες στην επικρατούσα συζήτηση για το δημόσιο και την πολιτική. Όπως το έθεσαν οι καταστασιακοί, να είμαστε ρεαλιστές: να απαιτούμε το αδύνατο.
* Το άρθρο αυτό αποτελεί την ομιλία του J. Schlosberg στις 26 Ιανουαρίου στη διημερίδα του Μορφωτικού Ιδρύματος της ΕΣΗΕΑ με τίτλο «Η στήριξη εφημερίδων και περιοδικών στην εποχή της κρίσης»
** Επίκουρος καθηγητής Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Birkbeck του Λονδίνου