Ερώτηση για το Ελληνικό, που καταγγέλλει αδιαφάνεια και επαχθείς όρους σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Χουντής. Στην ερώτησή του προς την Κομισιόν, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει ότι «σύμφωνα με τα όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας», η σύμβαση για το Ελληνικό αφήνει τη δυνατότητα στον επενδυτή να χρηματοδοτήσει μέρος του έργου όχι με δικά του χρήματα, όπως αφήνουν έντεχνα να εννοηθεί, αλλά με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου, του ΕΣΠΑ ή άλλων κοινοτικών προγραμμάτων. Καταγγέλλει επίσης ότι δεν έχουν τηρηθεί τα όσα προβλέπονται στην Οδηγία 2001/42/ΕΚ σχετικά με την «εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων», που επιβάλλει τη σύνταξη Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Στην ερώτησή του, ο Νίκος Χουντής τονίζει επίσης ότι δεν εφαρμόστηκε η Διεθνής Σύμβαση του Aarchus, η οποία, προκειμένου να εξασφαλίσει τη διαφάνεια τέτοιων έργων, επιβάλλει ότι «στο ενδιαφερόμενο κοινό παρέχονται έγκαιρα και πραγματικά δυνατότητες να συμμετάσχει στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με το περιβάλλον και, για τον σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να διατυπώνει παρατηρήσεις και γνώμες, όταν όλες οι επιλογές είναι ακόμη δυνατές, στην αρμόδια αρχή ή αρχές πριν από τη λήψη της απόφασης για τη συναίνεση ανάπτυξης».
Τόσο οι δημοτικές αρχές της περιοχής, όσο και διάφοροι επιστημονικοί φορείς καταγγέλλουν πλήρη αδιαφάνεια στη διαγωνιστική διαδικασία, καθώς και όρους επαχθείς για το Ελληνικό Δημόσιο προς όφελος του επενδυτή. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ, η οικονομική προσφορά του αναδόχου αφορά μόνο την ανάπτυξη των περιοχών προς πολεοδόμηση, παρόλο που στον ανάδοχο του έργου εκχωρείται το σύνολο της έκτασης των 6.200.000 τ.μ.
«Αδιαφάνεια και επαχθείς όρους» καταγγέλλει ο Νίκος Χουντής προς την Κομισιόν, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο με τον Νόμο 4062/2012 ενέκρινε τον σχεδιασμό της έκτασης, τις πολεοδομικές ρυθμίσεις, συντελεστές δόμησης κ.τ.λ. χωρίς την προηγούμενη σύνταξη και έγκριση της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων σύμφωνα με την οδηγία 2001/42/ΕΚ.