Η διαβίβαση από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στην προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών του φακέλου της υπόθεσης Μπαλτάκου περιλαμβάνει δύο επισημάνσεις:
α) Να διαπιστωθεί εάν έχει διαπραχθεί η τέλεση του αδικήματος της βίας κατά της κυβέρνησης ή αρχηγού πολιτικού κόμματος (άρθρο 157 του Ποινικού Κώδικα)
β) Την εντολή «εάν στο μέλλον επαναληφθεί από οποιονδήποτε και υπό οποιαδήποτε ιδιότητα η χρήση παρανόμως κτηθέντος οπτικοακουστικού υλικού, να κινηθεί η αυτόφωρη διαδικασία, έστω κι αν ο υπαίτιος είναι βουλευτής εν ενεργεία».
Από τα παραπάνω προκύπτουν νομικά και πολιτικά ερωτήματα. Κατ' αρχάς, η αναφορά στη δυνατότητα να ασκηθεί αυτόφωρη ποινική δίωξη και κατά τυχόν εμπλεκομένων βουλευτών συνάδει στη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 62 του Συντάγματος, κατά την οποία δεν απαιτείται άρση της βουλευτικής ασυλίας για τα αυτόφωρα κακουργήματα. Γιατί όμως επιλέχθηκε από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ως νομικός χαρακτηρισμός της πράξης το κακούργημα του άρθρου 157 του Ποινικού Κώδικα και όχι το προφανές του άρθρου 370Α, που τιμωρεί την παραβίαση του απορρήτου των τηλεφωνημάτων και της προφορικής συνομιλίας;
Η εφαρμογή του πρώτου είναι τουλάχιστον αμφίβολη στην παρούσα περίπτωση, εφόσον στοιχειοθετείται μόνον όταν κάποιος «με βία ή με απειλή βίας επιβάλλει στη Βουλή ή την κυβέρνηση ή σε μέλος τους την εκτέλεση, παράλειψη ή ανοχή πράξης που ανάγεται στα καθήκοντά τους». Είναι δυνατό η υποκλοπή καθεαυτή ή η κοινοποίηση του υποκλαπέντος υλικού να συνιστά άσκηση βίας κατά της κυβέρνησης για τη μη εκτέλεση των καθηκόντων της; Τόσο εύκολα εκβιάσιμη είναι η κυβέρνησή μας;
Αντιθέτως, το άρθρο 370Α του Π.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 Ν. 3674/10.7.2008, περιγράφει ακριβώς το υπό κρίση αδίκημα. Ορίζει (παρ. 2), ότι «Όποιος αθέμιτα παρακολουθεί με ειδικά τεχνικά μέσα ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα προφορική συνομιλία μεταξύ τρίτων ή αποτυπώνει σε υλικό φορέα μη δημόσια πράξη άλλου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Είναι σαφές ότι αυτό έγινε στην περίπτωση Μπαλτάκου-Κασιδιάρη.
Βεβαίως, υπάρχει και η παρ. 3 του ίδιου άρθρου, που προβλέπει τα εξής:
«3. Με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών τιμωρείται όποιος κάνει χρήση της πληροφορίας ή του υλικού φορέα επί του οποίου αυτή έχει αποτυπωθεί με τους τρόπους που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 αυτού του άρθρου».
Άρα, αυτόφωρο κακούργημα -και μάλιστα πλήρως αποδεδειγμένο- τέλεσαν και όλα τα τηλεοπτικά μέσα, όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, όλα τα διαδικτυακά μπλογκ και οι εφημερίδες, αναπαράγοντας το προϊόν της υποκλοπής. Θα πρέπει να οδηγηθούν όλοι αυτοί στις φυλακές;
Το άτοπο του ενδεχομένου αυτού αποκαλύπτει τη νομική και πολιτική ουσία του γεγονότος: στην παρούσα περίπτωση, πέραν της αυτονόητης προστασίας της ιδιωτικότητας που προστατεύει η ποινική διάταξη, υπάρχει και ένα αντίθετο, επιτακτικό δημόσιο συμφέρον: να πέσει άπλετο φως στη θεσμική και πολιτική ζωή της χώρας και στην τυχόν διαπλοκή του επίσημου κράτους με το φασιστικό παρακράτος, ακόμη και εάν αυτό προκύπτει από απαγορευμένο προϊόν υποκλοπής.
Η αναγκαία αυτή στάθμιση, στην οποία συστηματικά προβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απουσιάζει απολύτως από την εισαγγελική παραγγελία, στην οποία, αντιθέτως, περισσεύει η σπουδή για τον ενταφιασμό παρόμοιων στοιχείων. Αν δεν πέσει, όμως, άπλετο φως στην πολιτική ζωή της χώρας, οι μόνοι που θα έχουν λόγο να χαίρονται θα είναι οι λύκοι του φασισμού.