Οι οκτώ γυναικοκτονίες από την αρχή του 2026 επαναφέρουν με οδυνηρό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα της έμφυλης βίας στην Ελλάδα. Σε κάθε μία από αυτές τις υποθέσεις αλλά και σε άλλες αντίστοιχες που έχουν καταγραφεί στο παρελθόν υπάρχει μια ανθρώπινη ζωή που διακόπηκε βίαια, αλλά και ένα βαθύτερο κοινωνικό ερώτημα: τι είναι αυτό που επιτρέπει στην έμφυλη βία να συνεχίζει να αναπαράγεται και να φτάνει στην πιο ακραία της μορφή;
Οι γυναικοκτονίες δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά αλλά μέρος ενός ευρύτερου φαινομένου. Όπως εξηγεί στην ΑΥΓΗ της Κυριακής η Μυρτώ Προδρομίδου, κοινωνική λειτουργός, συντονίστρια Ομάδων Ενδυνάμωσης του Κέντρου Διοτίμα στη Θεσσαλονίκη το οποίο παρέχει νομική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη σε γυναίκες που βιώνουν έμφυλη βία, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν αυξάνονται οι καταγραφές, αλλά ότι εξακολουθούν να υπάρχουν οι συνθήκες που επιτρέπουν την αναπαραγωγή της βίας.
«Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη ορατότητα του φαινομένου. Περισσότερες γυναίκες μιλάνε, περισσότερες καταγγελίες γίνονται γνωστές και η κοινωνία αναγνωρίζει περισσότερο ότι η βία κατά των γυναικών δεν αποτελεί μια ιδιωτική υπόθεση αλλά ένα κοινωνικό ζήτημα» σημειώνει. Η ίδια υπογραμμίζει ότι η έμφυλη βία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια σειρά από ξεχωριστά γεγονότα, καθώς συνδέεται με βαθύτερες κοινωνικές συνθήκες: τις έμφυλες ανισότητες, τα στερεότυπα γύρω από τους ρόλους των φύλων και τις άνισες σχέσεις εξουσίας.
Η έμφυλη βία δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό προφίλ. Όπως επισημαίνει η κ. Προδρομίδου, οι δράστες δεν προέρχονται από μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα αλλά μπορεί να είναι άνθρωποι διαφορετικής ηλικίας, κοινωνικής θέσης και μορφωτικού επιπέδου. Το μοτίβο που αναδεικνύεται, όπως εξηγεί, είναι η άσκηση ελέγχου και εξουσίας πάνω στις γυναίκες.
Οι αντιλήψεις που διαμορφώνουν τις σχέσεις
Παρά τις αλλαγές των τελευταίων χρόνων, η συζήτηση γύρω από την ισότητα δεν έχει κλείσει. Η κ. Προδρομίδου περιγράφει μια αντιφατική πραγματικότητα: από τη μία πλευρά οι νεότερες γενιές έχουν μεγαλύτερη επαφή με ζητήματα δικαιωμάτων, ισότητας και συναίνεσης, από την άλλη όμως παρατηρείται και αναπαραγωγή πιο συντηρητικών αντιλήψεων γύρω από τους έμφυλους ρόλους. «Η ισότητα δεν είναι κάτι που έχει ήδη επιτευχθεί. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί εκπαίδευση, θεσμική υποστήριξη και συνεχή κοινωνική εγρήγορση» αναφέρει. Η αναπαραγωγή στερεοτύπων μπορεί να δημιουργήσει μια κουλτούρα ανοχής απέναντι στη βία, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την ενημέρωση και την εκπαίδευση ήδη από τις μικρές ηλικίες, μας τονίζει.
Στην πραγματικότητα οι γυναικοκτονίες αποτελούν εγκλήματα στα οποία οι γυναίκες δολοφονούνται λόγω του φύλου τους. Δεν πρόκειται για μια έννοια που περιγράφει απλώς μια ανθρωποκτονία με θύμα γυναίκα αλλά αναδεικνύει τη διάσταση της έμφυλης βίας. «Η έμφυλη βία ασκείται ως μέσο ελέγχου και πειθάρχησης των γυναικών και των θηλυκοτήτων ως μέσο κυριάρχησης και εμπέδωσης της ανδρικής δύναμης και εξουσίας». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» έχει σημασία, καθώς μεταφέρει τη συζήτηση από την πράξη καθαυτή στις κοινωνικές συνθήκες που τη συνδέουν με το φύλο και επιτρέπει να αναδειχθεί η πραγματική αιτία αυτών των εγκλημάτων. Ωστόσο, όπως προσθέτει η ίδια, η αναγνώριση του όρου δεν αρκεί από μόνη της. Απαιτούνται βαθύτερες παρεμβάσεις: περισσότερες δομές στήριξης, ξενώνες φιλοξενίας, συμβουλευτικά κέντρα και εκπαίδευση.
Η προστασία των θυμάτων και τα κενά
Παρά τα βήματα που έχουν γίνει, το πλαίσιο προστασίας εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά. Όπως αναφέρει η κ. Προδρομίδου, οι δομές υποστήριξης δεν επαρκούν πάντα, ενώ υπάρχουν περιοχές όπου η πρόσβαση σε βοήθεια παραμένει δύσκολη. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις απομακρυσμένες περιοχές, όπου μια γυναίκα μπορεί να χρειάζεται να μετακινηθεί ακόμη και σε άλλη περιοχή. Επισημαίνει δε ότι η συζήτηση συχνά μεταφέρει το βάρος στις ίδιες τις γυναίκες που βιώνουν βία: «Γιατί δεν έφυγε;». Με αυτόν τον τρόπο, όπως λέει, παραβλέπονται τα θεσμικά και κοινωνικά κενά που κάνουν την προστασία δυσκολότερη. Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας, προσθέτει, απαιτεί συστηματική εκπαίδευση όλων των φορέων που έρχονται σε επαφή με θύματα, από την αστυνομία μέχρι τη Δικαιοσύνη, καθώς η εκπαίδευση δεν μπορεί να είναι μια εφάπαξ διαδικασία.
Σημαντικό κομμάτι της συζήτησης αφορά και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι γυναικοκτονίες στον δημόσιο λόγο. Η χρήση όρων όπως «οικογενειακή τραγωδία» ή «έγκλημα πάθους» μπορεί να απομακρύνει τη συζήτηση από την έμφυλη διάσταση του φαινομένου. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η τάση να αποδίδεται η έμφυλη βία αποκλειστικά σε μια ατομική «παθολογία» του δράστη. Στον δημόσιο λόγο επανέρχονται συχνά ερμηνείες όπως «ψυχικά διαταραγμένος», «ψυχοπαθής», «θόλωσε» ή «κακιά στιγμή».
«Είναι πρόβλημα εξουσίας»
Σε μία καίρια τοποθέτηση σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο Δήμος Θεσσαλονίκης για την έμφυλη βία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότητα και τον ρόλο των θεσμών στην πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας, ο ψυχίατρος Σταύρος Μπουφίδης επισήμανε πως «η ψυχική διαταραχή δεν είναι άλλοθι για τη βία» και πως η έμφυλη βία δεν μπορεί να εξηγείται αποκλειστικά ως ατομική παθολογία.
«Δεν είναι απλώς το πρόβλημα ενός “άρρωστου ανθρώπου”. Είναι πρόβλημα εξουσίας, έμφυλων ιεραρχιών, κοινωνικής ανοχής και θεσμικών κενών» ανέφερε χαρακτηριστικά. Όπως πρόσθεσε, όταν η βία αποδίδεται αποκλειστικά σε ψυχική νόσο, δημιουργούνται δύο σοβαρές στρεβλώσεις: αφενός στιγματίζονται άτομα που ζουν με ψυχικές διαταραχές, αφετέρου αποπολιτικοποιείται το φαινόμενο και απομακρύνεται από τις κοινωνικές του αιτίες.
Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν αφορά μόνο την καταστολή μετά από ένα περιστατικό, αλλά και τη δυνατότητα μιας γυναίκας να ζητήσει βοήθεια πριν η βία κλιμακωθεί. Η κ. Προδρομίδου επισημαίνει ότι για μια γυναίκα που βιώνει οποιαδήποτε μορφή έμφυλης βίας το πρώτο βήμα είναι να μπορέσει να μιλήσει σε ένα περιβάλλον όπου θα αντιμετωπιστεί με εμπιστοσύνη. Η ενημέρωση για τα δικαιώματα, οι ασφαλείς επιλογές και η πρόσβαση σε εξειδικευμένη υποστήριξη μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμα βήματα για την προστασία και την ενδυνάμωσή της.
