Οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες της χώρας είναι υπό πίεση, οι πολίτες φοβούνται για τις αποταμιεύσεις τους και οι πολιτικοί ανησυχούν για την άνοδο της Άκρας Δεξιάς. Κι όλοι κατηγορούν την εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και τα χαμηλά επιτόκια. Μήπως έχουν κάπου δίκιο;
Των Τζέιμς Σότερ και Στέφαν Βάγκστιλ
Στο Ντίλινγκεν πλάι στον Δούναβη, μια μικρή πόλη στην αγροτική Βαυαρία, το τοπικό ταμιευτήριο (Sparkasse) προσφέρει μια ασυνήθιστη υπηρεσία. Στους πελάτες που μένουν μακριά από το υποκατάστημα δίνουν ένα εισιτήριο λεωφορείου δωρεάν. Και σ' αυτούς που δεν μπορούν καθόλου να πάνε στην τράπεζα -τους γέρους και τους άρρωστους, για παράδειγμα- προσφέρονται να στείλουν έναν υπάλληλο στο σπίτι για να τους πάει μικρά χρηματικά ποσά.
Η τράπεζα είχε αυτή την ιδέα ως ένα είδος αποζημίωσης για τους πελάτες της, καθώς έκλεισε πολλά μικρά υποκαταστήματα εξαιτίας της μείωσης των κερδών της- ως αποτέλεσμα των επιτοκίων που είναι σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ και της όλο και πιο σπάνιας έλευσης των πελατών στο γκισέ. «Εάν τα κέρδη μειώνονται, κάτι πρέπει να κάνεις για τα κόστη» λέει ένας εκπρόσωπος της τράπεζας. «Αναγκαστήκαμε να κάνουμε οικονομία».
Η πίεση στη... στρατιά των γερμανικών ταμιευτηρίων είναι μόνο ένα παράδειγμα για την αυξανόμενη ένταση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας από την εξαιρετικά χαλαρή νομισματική πολιτική που ασκεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που εδρεύει στη Φρανκφούρτη.
Σε μια προσπάθεια να δώσει ώθηση στη στάσιμη οικονομία της Ευρωζώνης, η κεντρική τράπεζα έριξε σταδιακά τα τελευταία πέντε χρόνια τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ και μάλιστα επέβαλε και αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις των τραπεζών. Επιπλέον, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης 1,3 τρισεκατομμυρίων, με αποτέλεσμα να πέσουν οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σε όλη την ήπειρο.
Τα μέτρα αγόρασαν χρόνο για μεταρρυθμίσεις στις καθημαγμένες οικονομίες της Νότιας Ευρώπης. Ωστόσο, στη Γερμανία αντιμετώπισαν πλήθος αντιδράσεων. Οι θιασώτες της σκληρής νομισματικής πολιτικής -που είναι το κατεστημένο στη Γερμανία- αντιμετώπισαν εξαρχής με κάποιον σκεπτικισμό τον θεσμό που διαδέχθηκε τη Bundesbank ως φύλακα της γερμανικής νομισματικής σταθερότητας. Αλλά από τότε που οι αποταμιευτές, οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες άρχισαν να θίγονται όλο και περισσότερο από τα χαμηλά επιτόκια -σημειώνεται ότι οι αποδόσεις του 10ετους γερμανικού ομολόγου έπεσαν από το 4% το 2008 σε λιγότερο από 0,2% σήμερα- αυξήθηκε και η κριτική στην ΕΚΤ.
Τα μέσα ενημέρωσης κατηγόρησαν την κεντρική τράπεζα ότι δρομολογεί μια "κοινωνική καταστροφή", ενώ μια τράπεζα υπολόγισε ότι τα χαμηλά επιτόκια θα επιβαρύνουν τα γερμανικά νοικοκυριά κατά 200 δισεκατομμύρια ευρώ από το 2010 μέχρι το τέλος της φετινής χρονιάς. Το... μαντρόσκυλο του γερμανικού χρηματοπιστωτικού τομέα, η BaFin, χαρακτήρισε τα χαμηλά επιτόκια "αργό δηλητήριο" για το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας. Η πιο δραματική παρέμβαση, πάντως, έγινε από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, τον σκληρό υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατηγόρησε τον διοικητή της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι για τη "μισή" αύξηση της επιρροής της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), του δεξιού, αντιμεταναστευτικού και αντιευρωπαϊκού κόμματος.
Ο Ντράγκι πέρασε αμέσως στην αντεπίθεση τονίζοντας ότι η ΕΚΤ έχει την εντολή "να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών σε όλη της Ευρωζώνη κι όχι μόνο στη Γερμανία" και υποστήριξε ότι το χαμηλό κόστος των δανείων είναι αποτέλεσμα της υπερβολικής παγκόσμιας αποταμίευσης, για την οποία εν μέρει ευθύνεται η Γερμανία.
Οι δύο άνδρες στο μεταξύ έριξαν τους τόνους της αντιπαράθεσής τους, πλην όμως, εξαιτίας των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία το επόμενο έτος, ο καυγάς θα επανέλθει. Πράγματι, με την AfD να έχει πολλές πιθανότητες να τα πάει καλά σε τοπικές εκλογικές αναμετρήσεις τον Σεπτέμβριο, "οι άμεσοι κίνδυνοι είναι πολιτικοί", εκτιμά ο Κάρστεν Νίκελ από την ομάδα πολιτικών ερευνών Teneo Intelligence. "Εν όψει της εκλογικής χρονιάς που έρχεται, θα υπάρξουν πολλές συζητήσεις για τη νομισματική πολιτική".
Πρόσθετες παροχές
Παρά την καταστροφική δημόσια μονομαχία μεταξύ Βερολίνου και Φρανκφούρτης, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης έχει επίσης επωφεληθεί από τις πολιτικές της ΕΚΤ. Ο Σόιμπλε μπορεί να δανείζεται εξαιρετικά φθηνά χάρη στα χαμηλά επίπεδα των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων. Το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους έχει πέσει, από τα 63,9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010, στα 48,5 δισ. το 2015, βοηθώντας τη Γερμανία να πετύχει πλεόνασμα την περσινή χρόνια, παρά το κόστος της προσφυγικής κρίσης, και να προϋπολογίζει το ίδιο για φέτος.
Επίσης, η χαλαρή πολιτική της ΕΚΤ επέτρεψε στους Ευρωπαίους εμπορικούς εταίρους να έχουν ρευστότητα και να συνεχίσουν να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα. Την ίδια στιγμή, η βουτιά του ευρώ σε σχέση με άλλα νομίσματα έχει καταστήσει φθηνές τις γερμανικές εξαγωγές εκτός της ζώνης του ευρώ.
Για τους Γερμανούς αποταμιευτές, αυτοί οι παράγοντες βαραίνουν λιγότερο από την πίεση στο εγχώριο πιστωτικό σύστημα. Αυτοί οι άνθρωποι είναι δυνάμει οι μεγαλύτεροι χαμένοι. Η αξία της αποταμίευσης είναι βαθιά ριζωμένη στη γερμανική ψυχή, η οποία έχει ανάγει τη Σουαβή νοικοκυρά (Σ.τ.Μ.: την ενσάρκωση της οικονομικής νοικοκυροσύνης στη νοτιοδυτική Γερμανία) σε σχεδόν μυθική φιγούρα. Το 2015 οι Γερμανοί έχουν αποταμιεύσει το 17% του διαθέσιμου εισοδήματός τους, - ποσοστό που τους καθιστά δεύτερους στην Ε.Ε. μετά τους Σουηδούς. Οι Γερμανοί όχι μόνο αποταμιεύουν περισσότερο από τους άλλους, αλλά το κάνουν και με τρόπο ώστε να εξαρτώνται από τα επιτόκια.
"Έχουμε μια κουλτούρα αποταμίευσης που θα καταστραφεί εάν συνεχιστούν τα χαμηλά επιτόκια" λέει ο Αλεξάντερ Ράντβαν, ειδικός για τα οικονομικά στο Χριστιανοκοινωνικό Κόμμα της Βαυαρίας (CSU), αδελφό κόμμα της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ.
Η χώρα έχει το χαμηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης στην Ε.Ε., 52,4%, κάτι που σημαίνει ότι πολλοί Γερμανοί δεν έχουν επωφεληθεί από την αύξηση της αξίας των ακινήτων που συνοδεύει την επεκτατική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Επιπλέον, οι Γερμανοί ποτέ πραγματικά δεν έμαθαν να επενδύουν σε μετοχές. Μόλις το 17% δηλώνουν ότι κατέχουν έστω μία μετοχή, σύμφωνα με το λόμπι του Γερμανικού Ινστιτούτου Μετοχών.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι' αυτό, σύμφωνα με τον Γκέριτ Φέι, επικεφαλής του εν λόγω Ινστιτούτου. Μερικοί είναι διαρθρωτικοί. Το φορολογικό σύστημα δεν κάνει πολλά για να ενθαρρύνει τη μεγάλη διασπορά μετοχών, ενώ το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα δεν διαθέτει αρκετά στελέχη για να δραστηριοποιηθούν στην αγορά μετοχών. "Δεν υπάρχει ένα σημαντικό μέρος της κεφαλαιαγοράς που να συνδέεται άμεσα με τη διαμόρφωση των συντάξεων, οπότε οι άνθρωποι δεν σκέφτονται πολύ για το Χρηματιστήριο" προσθέτει ο Φέι.
Υπάρχει όμως και μια ψυχολογική συνιστώσα. "Οι Γερμανοί είναι πολύ συντηρητικοί στον τρόπο που επενδύουν" λέει ο Φέι. "Η βασική αντίληψη είναι ότι εάν δεν χρειάζεται να πάρω ρίσκο, δεν το παίρνω".
Οι μεγάλες αναταράξεις στις κεφαλαιαγορές τα τελευταία είκοσι χρόνια δεν διευκόλυναν την υπέρβαση αυτών των επιφυλάξεων. Εκατομμύρια Γερμανοί αγόρασαν μετοχές όταν ιδιωτικοποιήθηκε μερικώς η Deutsche Telekom (Σ.τ.Μ.: ο γερμανικός ΟΤΕ), για να χάσουν τα λεφτά τους όταν έσκασε η φούσκα των dotcom. Και η κρίση του 2008 έκανε ακόμη βαθύτερη την καχυποψία των Γερμανών έναντι του Χρηματιστηρίου.
Το ξεζούμισμα των ασφαλειών
Αυτό οδηγεί τους Γερμανούς να τοποθετούν τα περισσότερα από τα χρήματα που τους περισσεύουν σε λογαριασμούς καταθέσεων ή σε προϊόντα χαμηλού ρίσκου με καθορισμένες αποδόσεις. Μεταξύ των δημοφιλέστερων είναι οι ασφάλειες, ειδικά εκείνες με εγγυημένες αποδόσεις.
Στα καλά χρόνια, οι αποδόσεις έφταναν το 4%. Ωστόσο, με την ΕΚΤ να ρίχνει τα επιτόκια των κρατικών και εταιρικών ομολόγων -τα οποία οι Γερμανοί ασφαλιστές παραδοσιακά αγοράζουν προκειμένου να διασφαλίσουν το εισόδημα που υπόσχονται- ο κλάδος δέχεται ισχυρή πίεση.
Η πιο πρόσφατη έκθεση σταθερότητας της Bundesbank παρουσιάζει μια ανησυχητική εικόνα. Στο χειρότερο από τα τρία σενάρια ανέφερε ότι 21 από τις 83 ασφαλιστικές εταιρείες που έλεγξε, με μερίδιο αγοράς 35%, δεν θα ανταποκρίνονταν στις κεφαλαιακές προδιαγραφές μέχρι το 2025.
Οι άνθρωποι του κλάδου λένε ότι αυτό είναι υπερβολικά απαισιόδοξο. Ωστόσο, η κυβέρνηση θέλει να μειώσει το ανώτατο όριο των εγγυημένων αποδόσεων σε μόλις 0,9% ετησίως και ο κλάδος προσπαθεί να πουλήσει περισσότερα μη εγγυημένα προϊόντα. Για να αυξήσουν γρήγορα το εισόδημα από τις επενδύσεις τους, οι ασφαλιστές αναλαμβάνουν περισσότερο ρίσκο, αγοράζοντας ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας και κάνοντας διστακτικά εγχειρήματα σε εναλλακτικές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
Πολλοί παρατηρητές όμως παραμένουν επιφυλακτικοί. «Ακόμη κι αν μειώσεις τις εγγυήσεις από το 1,2% στο 0,9% , εφόσον τα δεκαετή γερμανικά κρατικά ομόλογα έχουν επιτόκιο 0,2%, αντιμετωπίζεις πρόβλημα», δήλωσε ο Όλαφ Στοτζ, καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών και Διαχείρισης της Φρανκφούρτης.
Η κατάσταση στον τραπεζικό κλάδο δεν είναι ευκολότερη. Ο κλάδος είναι από τους λιγότερο ενοποιημένους στην Ευρωζώνη, με ένα τεράστιο δίκτυο αποταμιευτικών και συνεργατικών τραπεζών. Τα πρώτα πέντε μεγαλύτερα ιδρύματα διαθέτουν μερίδιο μόλις 32% της αγοράς και αυτό οδηγεί σε σκληρό ανταγωνισμό, ο οποίος κλιμακώθηκε με τη βουτιά των επιτοκίων.
Ο εξέχων ρόλος των αποταμιευτικών και συνεργατικών τραπεζών -οι οποίες είναι αποδέκτες καταθέσεων και χορηγοί δανείων σε τοπικές κοινότητες- σημαίνει ότι το γερμανικό τραπεζικό σύστημα έχει μεγάλη εξάρτηση από τα επιτόκια. Καθώς η ΕΚΤ συμπιέζει τα επιτόκια προς το μηδέν, τα περιθώρια των τραπεζών εξανεμίζονται.
Μια μελέτη από την BaFin και την Bundesbank πέρυσι διαπίστωσε ότι οι 1.500 μικρές και μεσαίες τράπεζες της Γερμανίας ανέμεναν μείωση κερδών 25% μέχρι το 2019, κατά κύριο λόγο εξαιτίας της κατάρρευσης των καθαρών εσόδων από το επιτόκιο. Η μελέτη πρόβλεψε ότι μια περαιτέρω μείωση των επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης θα προκαλούσε πτώση 60% στα κέρδη των πιστωτών στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Η απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει το επιτόκιο καταθέσεων σε αρνητικό επίπεδο, στο -0,4%, τον Μάρτιο σημαίνει επίσης ότι οι γερμανικές τράπεζες πρέπει να πληρώσουν για την πλεονάζουσα ρευστότητά τους. Πέρυσι ο λογαριασμός ήταν 248 εκατομμύρια ευρώ σύμφωνα με την Bundebank.
«Είναι Ντράγκι επί τρία» συνοψίζει ένα ανώτερο στέλεχος γερμανικής τράπεζας. «Το πρώτο είναι τα επιτόκια, το δεύτερο είναι η απουσία εναλλακτικών επενδύσεων. Τώρα η ΕΚΤ αρχίζει την αγορά εταιρικών ομολόγων, τα περιθώρια των οποίων θα γίνουν μικρότερα, και αυτό θα έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις (στα επιχειρηματικά δάνεια και κατά συνέπεια στα περιθώρια των τραπεζών) και σε άλλους τομείς".
Σε μερικές χώρες οι τράπεζες προσπάθησαν να προστατεύσουν τα περιθώριά τους από τα αρνητικά επιτόκια αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Ωστόσο, τραπεζίτες λένε ότι αυτό είναι απίθανο να λειτουργήσει στη Γερμανία. «Θα μπορούσε να συμβεί σε αγορές όπως εκείνες της Ελβετίας, της Γαλλίας ή της Ολλανδίας, εκεί όπου υπάρχουν τέσσερις ή πέντε τράπεζες οι οποίες έχουν το 70 με 80 τοις εκατό της αγοράς» δήλωσε ένας ανώτερος τραπεζίτης.
Με την εξαίρεση μιας μικρής συνεργατικής τράπεζας, οι γερμανικές τράπεζες αποφεύγουν να μεταφέρουν το βάρος των αρνητικών επιτοκίων στους συνήθεις καταθέτες, καθώς φοβούνται σπασμωδικές αντιδράσεις. Αντί αυτών, έχουν βάλει στο στόχαστρο θεσμικούς πελάτες και εταιρείες.
«Πιστεύω ότι οι αποταμιευτικές τράπεζες και οι landesbanken (Σ.τ.Μ.: δημόσιες περιφερειακές τράπεζες των κρατιδίων) θα αντέξουν όσο περισσότερο μπορούν» δήλωσε ο Γκούντερ Ντούνκελ, επικεφαλής της Ένωσης των Γερμανικών Κρατικών Τραπεζών και εκτελεστικός διευθυντής της NordLB, μιας landesbanken με έδρα το Ανόβερο. «Ο συνηθισμένος άνθρωπος θα προστατευτεί».
Κάνοντας περικοπές
Οι τράπεζες, σιωπηρά, άρχισαν την επιβολή τελών για υπηρεσίες που ήταν στο παρελθόν δωρεάν και κάνουν περικοπές κόστους. Η HVB, γερμανική θυγατρική της UniCredit, περικόπτει σχεδόν στο μισό το δίκτυο των υποκαταστημάτων, ενώ η Deutsche Bank ανακοίνωσε πέρυσι ότι θα έκλεινε 200 από τα 700 καταστήματά της στη Γερμανία. Ο Μάρκους Κέρμπερ, επικεφαλής του επιχειρηματικού λόμπι BDI, υποστηρίζει ότι ο κλάδος χρειάζεται ενοποίηση. Η Γερμανία έχει πολλές τράπεζες» λέει.
Προς το παρόν, οι ενοποιήσεις λογιστηρίων και οι συγχωνεύσεις μικρής κλίμακας μεταξύ αποταμιευτικών τραπεζών θεωρούνται το πιθανότερο σενάριο, παρά τη θύελλα που θα εξαπλωνόταν σε όλο τον κλάδο. «Τώρα σιγοκαίει, αλλά ο πόνος θα μεγαλώνει» είπε ένας τραπεζίτης.
Αυτό που σιγοκαίει τις αποταμιευτικές τράπεζες τσουρουφλίζει τους πολιτικούς ηγέτες της Γερμανίας. Καθώς υποχωρεί η δημοτικότητα του συνασπισμού CDU/CSU της κυρίας Μέρκελ εξαιτίας της αμφιλεγόμενης πολιτικής της στο προσφυγικό, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται είναι να στραφούν εναντίον της οι καταθέτες και οι τραπεζίτες. Αλλά είναι λιγοστές οι ενδείξεις ότι ο κύριος Ντράγκι θα αλλάξει την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ πριν από το φθινόπωρο του 2017 και τα σχεδόν μηδενικά επιτόκια θα παραμείνουν ψηλά στην πολιτική ατζέντα.
Συντάξεις
Τα κεφάλαια αγωνίζονται σε έναν κόσμο χαμηλών επιτοκίων. Δεν είναι μόνο οι γερμανικές τράπεζες και οι ασφαλιστικές που υποφέρουν από τα χαμηλά επιτόκια. Η BaFin έχει επίσης ξεχωρίσει εταιρικά συνταξιοδοτικά προγράμματα. «Τα συνταξιοδοτικά σχήματα υποφέρουν ακόμη περισσότερο» είπε ο Φρανκ Γκρούντ, επικεφαλής του εποπτικού οργάνου για τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά fund στην ετήσια συνέντευξη Τύπου στη Φρανκφούρτη τον περασμένο μήνα. «Είναι πιθανό ορισμένα από αυτά να βρεθούν σε μια θέση που δεν θα μπορούν πλέον να ανταποκριθούν πλήρως στις υποχρεώσεις τους με ίδια μέσα».
Παρ' ότι η BaFin πιέζει τα συνταξιοδοτικά ταμεία να δημιουργήσουν αποθεματικά για να τα βγάλουν πέρα με τα χαμηλά επιτόκια, ο τόκος που εκείνα έχουν στα υπάρχοντα συμβόλαια είναι κατά μέσο όρο 3,28%- σε ένα επίπεδο που καθίσταται ολοένα δυσκολότερο να ανταποκριθούν, καθώς τα δεκαετή γερμανικά κρατικά ομόλογα αποδίδουν κάτω από 0,2%. «Η κατάσταση προς το παρόν είναι ΟΚ, αλλά το πρόβλημα είναι ότι οι προοπτικές δεν φαίνονται ρόδινες» λέει ο Άλφρεν Γκοντς από τη Willis Tower Watson, σύμβουλο θεσμικών επενδυτών. «Τα επιδόματα θα μειωθούν... Άραγε, θα φτάσουν στο μηδέν αν σκάσει το σύστημα των συντάξεων; Όχι. Αλλά θα μειωθούν εδώ κι εκεί κατά 5% έως 10%, ανάλογα με τα ελλείμματα. Κι αν δεν μπορούν (τα εταιρικά συνταξιοδοτικά σχήματα) να ανταποκριθούν σε κάποιο γεγονός, το βάρος πέφτει στους εργοδότες για να το καλύψουν» λέει.
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι έχει παραδεχτεί ότι τα γερμανικά συνταξιοδοτικά ταμεία βρίσκονται υπό πίεση, αλλά αρνήθηκε ότι το πρόβλημα είναι απλώς τα χαμηλά επιτόκια, λέγοντας: «Αυτό έχει να κάνει με διάφορους λόγους ... αλλά βασικά όχι εξαιτίας της νομισματικής πολιτικής». Ο κύριος Γκοντς διαφωνεί. «Οι κεντρικές τράπεζες έσωσαν το χρηματοπιστωτικό σύστημα με τις ενέργειές τους το 2008. Αλλά αν μια κεντρική τράπεζα αγοράζει κρατικά ομόλογα ό,τι να 'ναι, τότε φυσικά θα υπάρξουν συνέπειες» είπε.