Απόλυτη δικαίωση των συγγενών στην αποκάλυψη του περίφημου μπαζώματος-ξεμπαζώματος του τόπου της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών συνιστά η εισαγγελική πρόταση για παραπομπή σε δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο του Χρήστου Τριαντόπουλου για αλλοίωση με πρόθεση των αποδεικτικών στοιχείων του εγκλήματος! Μάλιστα, όπως περιγράφει η πρόταση του αντιεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημήτρη Μητρουλιά, που φέρνει στο φως σήμερα η ΑΥΓΗ της Κυριακής, ο πρώην υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ έδρασε κατόπιν εντολής του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, την οποία μετέφερε ο επικεφαλής του Πρωθυπουργικού Γραφείου Ιωάννης Μπρατάκος.
Η εισαγγελική πρόταση καταπέλτης -η οποία σημειωτέον αναφέρεται σε «δυστύχημα-έγκλημα»-υπογραμμίζει πως ο Χρ. Τριαντόπουλος μαζί με τον περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κωνσταντίνο Αγοραστό, τον γ.γ. Πολιτικής Προστασίας Βασίλη Παπαγεωργίου, τον επικεφαλής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λάρισας Αγάπιο Χαρακόπουλο και τον συντονιστή της Πυροσβεστικής Ευάγγελο Φαλάρα «παρενέβησαν αυθαίρετα και παράνομα και αλλοίωσαν τον τόπο του δυστυχήματος-εγκλήματος και τον πέριξ αυτού χώρο, με σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία».
Οι πέντε που αντιμετωπίζουν την κατηγορία για παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση κατηγορούνται ότι αλλοίωσαν τον χώρο «ενεργώντας με πρόθεση, από κοινού και κατόπιν συναπόφασής τους, κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2023 έως και 7-3-2023», κατά το οποίο αναφέρονται αναλυτικά οι ενέργειες μπαζώματος-ξεμπαζώματος του σημείου του δυστυχήματος.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, «κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2023 και τις επόμενες ημέρες, στην περιοχή του Ευαγγελισμού του Δήμου Τεμπών και στη σιδηροδρομική χιλιομετρική θέση 372 της σιδηροδρομικής γραμμής Πλατέως-Πειραιώς, έγινε απομάκρυνση περίπου 300 κυβικών χώματος, με ό,τι υλικά και αντικείμενα περιλάμβανε αυτό (σ.σ.: το λεγόμενο ξεμπάζωμα), και επίστρωση του δρόμου στον τόπο του ατυχήματος με χαλίκια - υλικά 3Α και Ε4, και επίστρωση τμήματος με τριμμένη πίσσα (σ.σ.: το λεγόμενο μπάζωμα), χωρίς την άδεια των αρμόδιων δικαστικών Αρχών, γεγονός που συνετέλεσε στην απώλεια σημαντικών αποδεικτικών στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος, δοθέντος, μάλιστα, ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων, καθώς και η συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, ενώ ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία (θύματα) υπήρχαν και αγνοούμενοι».
Η πρόταση αναφέρεται και σε εξοργιστικές λεπτομέρειες της διαδικασίας μεταφοράς από χωματουργική εταιρεία, με τους εργαζόμενους να καταθέτουν πως «καθώς μετέφεραν με τα οχήματά τους τα υλικά αυτά από το σημείο του δυστυχήματος, η είσοδος-έξοδος του χώρου ελεγχόταν από την αστυνομία και κανείς δεν τους σταμάτησε ούτε ρωτήθηκαν σχετικά με τον προορισμό τους. Αναφέρουν ακόμη ότι η πρωτοβουλία για τη μεταφορά αυτών των υλικών σε οικόπεδο ιδιοκτησίας τους (σ.σ.: στη θέση Πηγάδια) ήταν δική τους, αφού προηγουμένως είχαν λάβει εντολή να τα πετάξουν» από την Πυροσβεστική.
Στη συνέχεια δε, καταγράφει ο εισαγγελέας, «με εντολή του Περιφερειάρχη, προέβησαν σε επίστρωση με πίσσα και χαλίκια και διαμόρφωσαν τον χώρο προκειμένου να “γίνει ένα εκκλησάκι για τα θύματα”, ουδείς δε από τους λοιπούς κατηγορούμενους αντέδρασε στις ενέργειες αυτές, παρότι γνώριζαν ότι συντελούνταν οι ως άνω εργασίες».
Κατ’ εντολή Μητσοτάκη
Ξεχωριστό ρόλο συντονιστή της αλλοίωσης αποδίδει η εισαγγελική πρόταση στον Χρ. Τριαντόπουλο, ο οποίος κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν αρμόδιος υφυπουργός του συντονισμού δράσεων των συναρμόδιων υπουργείων και φορέων σε θέματα κρατικής αρωγής και αποκατάστασης του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος από φυσικές καταστροφές. Όπως περιγράφει η εισαγγελική πρόταση, «την 2-3-2023, τον κάλεσε τηλεφωνικά ο επικεφαλής του Πρωθυπουργικού Γραφείου, Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ Ιωάννης Μπρατάκος και, με εντολή του Πρωθυπουργού, ένεκα της ως άνω κυβερνητικής του αρμοδιότητας και της μέχρι τότε εμπειρίας του, του ανατέθηκαν επιπροσθέτως και τα καθήκοντα της παρακολούθησης και του συντονισμού δράσεων των συναρμόδιων φορέων στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος».
Η εντολή αυτή του πρωθυπουργού προκύπτει ιδίως από τα δελτία Τύπου και τις συνεντεύξεις του ίδιου του Χρ. Τριαντόπουλου την εποχή εκείνη, τις οποίες παραθέτει η εισαγγελική πρόταση, ενώ «τα πιο πάνω ανατιθέμενα από τον Πρωθυπουργό σε αυτόν καθήκοντα δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο και κατά την απολογία του, ενώπιον της Ανακρίτριας-Αρεοπαγίτη, αφού, σε σχετική ερώτηση από ποιον έλαβε την εντολή να μεταβεί στη Λάρισα και στον τόπο του δυστυχήματος, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: “... έλαβα εντολή το μεσημέρι της 2-3-2023, ημέρα Πέμπτη, από τον Υφυπουργό παρά τω Πρωθυπουργώ Ιωάννη Μπρατάκο”».
Αθέμιτη επέμβαση για προσπορισμό παράνομου οφέλους
Πύρινος είναι ο εισαγγελέας και για τον στόχο της αλλοίωσης καθώς επισημαίνει ότι οι κατηγορούμενοι, με τις ενέργειες και παραλείψεις τους, «παρενέβησαν με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα και παράνομα και αλλοίωσαν τον τόπο του δυστυχήματος-εγκλήματος και τον πέριξ αυτού χώρο, με σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα, με αφορμή το βιοτικό συμβάν του προαναφερθέντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος-εγκλήματος, προς τον σκοπό, αφενός μεν, βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε, προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους δράστες των διερευνώμενων αδικημάτων, που και πάλι συνίστανται στη μη έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης του δυστυχήματος-εγκλήματος».
«Η εκδηλωθείσα δε συμπεριφορά τους», συνεχίζει, «ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προκαλέσει βλάβη στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να περιποιήσει το πιο πάνω όφελος, αφού σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από αυτούς με τέτοιο τρόπο (διά της επίστρωσης του εδάφους με χαλίκια και πίσσα), που επέφερε αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος-εγκλήματος, ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές, καθώς και τη ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος, προκαλώντας παράλληλα βλάβη στους παθόντες και στις οικογένειες των θυμάτων του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, καθώς αποστερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό προς άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων».
Μετά την εισαγγελική πρόταση, τον λόγο έχει το Δικαστικό Συμβούλιο που θα αποφασίσει με σχετικό βούλευμα για το αν και με ποιο περιεχόμενο θα παραπεμφθούν οι πέντε σε δίκη ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου.
