Live τώρα    
Άντι Μπέρναμ   / Μπορεί πραγματικά να «επανακαλωδιώσει» τη Βρετανία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Άντι Μπέρναμ   / Μπορεί πραγματικά να «επανακαλωδιώσει» τη Βρετανία

(EPA/Tolga Akmen)
ΑΝΑΛΥΣΗ

Ο Άντι Μπέρναμ, μέχρι πρότινος ένας από τους πιο επιτυχημένους και αναγνωρίσιμους πολιτικά, δημάρχους του Μάντσεστερ, είναι και επίσημα πρωθυπουργός της Βρετανίας.

Η πολιτική ανάδυση του και η αναρρίχησή του στο κορυφαίο κυβερνητικό πόστο ήταν απρόσμενα εντυπωσιακές.

Το ίδιο, σε επικοινωνιακό επίπεδο, και η υπόσχεση που έδωσε αναλαμβάνοντας καθήκοντα: Να “επανακαλωδιώσει τη Βρετανία”. Οι λεκτικές αφηγήσεις τύπου “σλόγκαν” με τις οποίες οι πολιτικοί επικοινωνούν το πολιτικό σχέδιο τους,πέρα από τον ρητορικό εντυπωσιασμό εμπεριέχουν και ψήγματα του μομέντουμ και της πρόκλησης που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Σίγουρα δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύστοχος όρος από την “επανακαλωδίωση” για να περιγραφεί η συνθήκη ανάκαμψης και επανατροχιοδρόμησης της σημερινής Βρετανίας από τον ερχόμενο ηγέτη της.

Οι αναλυτές διακρίνουν ήδη κάτι θετικό στη συγκυρία που ο Μπέρναμ γίνεται πρωθυπουργός- ο 6ος στη σειρά από το 2016 μετά το δημοψήφισμα για το Brexit.

Μετακομίζει στο Νο10 της Ντάουνινγκ Στριτ υπό την ώθηση μιας “γνήσιας πολιτικής ορμής” μετά από σχεδόν μια δεκαετία στο δημαρχείο του Μάντσεστερ όπου καλλιέργησε την εικόνα του ένθερμου υποστηρικτή της ανάπτυξης της περιφερειακής Αγγλίας αποκτώντας μάλιστα το προσωνύμιο «Βασιλιάς του Βορρά». Ο Μπέρναμ διαδέχεται τον Στάρμερ με μια πράγματι πολύ φιλόδοξη υπόσχεση- να «επανακαλωδιώσει τη Βρετανία» - αναγνωρίζοντας εμμέσως πλην προφανώς ότι η χώρα έχει ανάγκη όχι απλά από μια ακόμη αλλαγή κυβέρνησης αλλά από ριζική αναδιάρθρωση. Από τον τρόπο λειτουργίας του κράτους και της οικονομίας ως την προβληματική σχέση με την Ευρώπη και την υστέρηση σε τομείς κλειδιά όπως η κοινωνικο-οικονομική ένταξη των νέων, τα προβλήματα είναι πολλά και δεν περιμένουν.

Αντιφάσεις

Το σλόγκαν - “επανακαλωδίωση”- είναι πράγματι πολιτικά πειστικό. Η Βρετανία υποφέρει εδώ και χρόνια, ειδικά μετά το Brexit, από οικονομική στασιμότητα, από αναιμική ανάπτυξη, από παρακμάζουσες δημόσιες υπηρεσίες, από αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και, βέβαια, από την εντεινόμενη απογοήτευση του κοινού για τις πολιτικές που πηγάζουν και περιστρέφονται γύρω από το κατεστημένο του Γουέστμινστερ.

 Ο Μπέρναμ υποστηρίζει ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι συγκυριακά. Είναι συμπτώματα της αποτυχίας του συγκεντρωτικού πολιτικού συστήματος του Λονδίνου που αφήνει μεγάλα τμήματα της χώρας οικονομικά και πολιτικά “απ’ έξω”, παραμελημένα, ή ακόμη χειρότερα, εγκατελειμένα.

Η απάντησή του δεν εστιάζει σε αλλαγή πολιτικής οπτικής αλλά σε μια σαρωτική αποκέντρωση του συστήματος λήψης αποφάσεων παράλληλα με ένα παρεμβατικό αλλά πάντα φιλικό προς τις επιχειρήσεις, οικονομικό μοντέλο.

Βέβαια, εδώ αναδύεται ένα… μικρο-μεγάλο εμπόδιο: Οι φιλόδοξες πολιτικές αφηγήσεις συχνά έρχονται σε αντίφαση με τη δημοσιονομική αριθμητική. Το κεντρικό ερώτημα που ήδη αντιμετωπίζει ο Μπέρναμ δεν είναι αν η Βρετανία χρειάζεται αναδιάρθρωση, λίγοι το αμφισβητούν αυτό. Είναι αν η κυβέρνησή του διαθέτει το πολιτικό κεφάλαιο, την ικανότητα, τη βούληση και βέβαια τον οικονομικό “χώρο” για να εφαρμόσει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ενώ παράλληλα θα πλοηγείται- όλως όλες οι δυτικές κυβερνήσεις- σε ένα εξαιρετικά δύσκολο και ασταθές διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Η απήχηση του πρώην δημάρχου στο κόσμο των ψηφοφόρων είναι αδιαμφισβήτητη. Έχει το επικοινωνιακό χάρισμα που στερούνταν ο προκάτοχός του, ο Κιρ Στάρμερ. Πιο χαλαρός, πιο αισιόδοξος και φανερά πιο άνετος εκτός Γουέστμινστερ, ο Άντι έχτισε τη φήμη του αμφισβητώντας ανοιχτά το “κατεστημένο” του Λονδίνου στη διάρκεια της θητείας του στο δημαρχείο του Μάντσεστερ.

Το κατάλληλο πρόσωπο…

Αυτό έχει πείσει πολλούς βουλευτές των Εργατικών ότι είναι ο ιδανικός για να επανασυνδέσει του ψηφοφόρους της εργατικής τάξης που έχουν στραφεί προς το δεξιό λαϊκιστικό, εθνοκεντρικό Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, ένα κόμμα που έχει κεφαλαιοποιήσει, ομολογουμένως επιτυχημένα, την οικονομική ανασφάλεια και τη δυσαρέσκεια της μεγάλης μάζας των πολιτών προς το πολιτικό κατεστημένο.

Αλλά, ως γνωστόν, το επικοινωνιακό χάρισμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει ή να αναπληρώσει την ικανότητα και την επάρκεια ενός ηγέτη. Η άμεση πρόκληση που αντιμετωπίζει ο Μπέρναμ είναι δύσκολη και απαιτητική. Πρέπει να συγκροτήσει μια κυβέρνηση ικανή να εξισορροπήσει τις ανταγωνιστικές τάσεις εντός του Εργατικού Κόμματος καθησυχάζοντας παράλληλα τις αγορές και τους επενδυτές ότι η κυβέρνησή του θα παραμείνει δημοσιονομικά πειθαρχημένη.

Η επιλογή του Υπουργού Οικονομικών είναι επομένως πολύ περισσότερο από μια προσωπική απόφαση. Είναι μια πρώιμη ένδειξη της ιδεολογικής κατεύθυνσης της κυβέρνησης. Προηγούμενα κυβερνητικά σχήματα είχαν αποδείξει επανειλημμένα πως η πολιτική αξιοπιστία τους μπορούσε να υπονομευθεί και να κλονιστεί γρήγορα όταν οι εντάσεις μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργού Οικονομικών κλιμακώνονταν.

Με μια ακόμη νέα κυβέρνηση να χρειάζεται να δώσει το στίγμα της, οι αγορές εμφανίζονται για την ώρα συγκρατημένα αισιόδοξες. Η ισοτιμία της λίρας ενισχύθηκε σήμερα σε μέτρια επίπεδα με την άφιξη του Μπέρναμ στο Νο10, εν μέρει επειδή οι επενδυτές ερμήνευσαν τις αναφορές σχετικά με τους πιθανούς υποψήφιους για το Υπουργείο Οικονομικών ως απόδειξη ότι η δημοσιονομική πειθαρχία θα παραμείνει άθικτη. Αλλά αυτή η αισιοδοξία είναι υπό αίρεση. Οι επενδυτές είναι πρόθυμοι να “αποδεχθούν” τον νέο πρωθυπουργό μόνον εφόσον τηρεί τους σκληρούς δημοσιονομικούς κανόνες και αποφεύγει τις δεσμεύσεις για δαπάνες. Η θρυλούμενη υποψηφιότητα για το πόστο του μέχρι πρότινος υπουργού Ενεργειακής Ασφάλειας και Μηδενικών Ρύπων Εντ Μίλιμπαντ, δεν έτυχε θερμής υποδοχής και η υπουργός Εσωτερικών Σαμπάνα Μαχμούντ φαίνεται τώρα να είναι το φαβορί.

Προσέχοντας τις “λεπτομέρειες”

Ο ίδιος ο Μπέρναμ προέτρεψε το κόμμα του την Παρασκευή να αγνοήσει τη “σπέκουλα” και να μην παρασύρεται από φήμες και διαδόσεις καθώς δεν έχει ακόμη αποφασίσει για την σύνθεση του κυβερνητικού σχήματος. Εξάλλου, μια υποτιθέμενη πρόταση της νέας κυβέρνησης να καθιερώσει τη υποχρέωση ψηφιακής ταυτότητας για όλους τους εργαζόμενους στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να αντιμετωπιστεί η παράνομη μετανάστευση, επίσης δεν είχε καμία τύχη καθώς διακομματική επιτροπή του κοινοβουλίου χαρακτήρισε το προτεινόμενο μέτρο ως “φιάσκο”.

Για τους παρατηρητές εκείνους που προσέχουν τις…”λεπτομέρειες”, τα πρώτα αυτά στοιχεία  μαρτυρούν καίριες αντιφάσεις στο πρόγραμμα του Μπέρναμ.

Το πολιτικό όραμά του βασίζεται σε σημαντικές δημόσιες επενδύσεις για ισχυρότερη περιφερειακή διακυβέρνηση, προσιτή λαϊκή στέγη, βελτιωμένη κοινωνική φροντίδα, δημόσιες συγκοινωνίες και πιο ενεργή κρατική συμμετοχή σε στρατηγικούς κλάδους της οικονομίας.

Εννοείται πως κάθε ένας από αυτούς τους στόχους απολαμβάνει ισχυρής πολιτικής υποστήριξης από μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος. Ωστόσο, η υλοποίησή τους συνεπάγεται σημαντικές δημόσιες δαπάνες ακριβώς τη στιγμή που τα δημόσια οικονομικά της Βρετανίας παραμένουν υπό σημαντική πίεση ενώ επενδυτές και αγορές κοιτούν καχύποπτα από μακριά.

Την ίδια ώρα, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει απογοητευτικά αδύναμη. Η παραγωγικότητα έχει παραμείνει στάσιμη εδώ και χρόνια περιορίζοντας τα φορολογικά έσοδα κι αυτό αυξάνει τις απαιτήσεις για πρόσθετες κρατικές δαπάνες. Χωρίς ισχυρότερη ανάπτυξη, κάθε πρόσθετη πολιτική προτεραιότητα επιβάλλει ολοένα και πιο δυσάρεστες αντισταθμίσεις στον κρατικό προϋπολογισμό. Είναι κάτι που γίνεται ιδιαίτερα ορατό σε σημαντικούς τομείς όπου η νέα κυβέρνηση οφείλει να παρέμβει άμεσα.

Ο πρώτος αφορά τη μεταρρύθμιση της κοινωνικής πρόνοιας. Η Βρετανία αντιμετωπίζει ραγδαία αυξανόμενες δαπάνες για επιδόματα ασθένειας και αναπηρίας εν μέρει λόγω του αυξανόμενου αριθμού αιτούντων με ψυχικές παθήσεις. Ο Μπέρναμ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι προτιμά να βοηθά τους ανθρώπους να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας παρά να επιβάλλει βαθιές περικοπές στο κράτος πρόνοιας. Αυτή η προσέγγιση είναι πολιτικά πιο ελκυστική αλλά και πολιτικά πιο απαιτητική, καθώς χρειάζονται σημαντικές επενδύσεις στην υποστήριξη της απασχόλησης και στην υγειονομική περίθαλψη πριν υλοποιηθούν οι εξοικονομήσεις.

Η βελτιστοποίηση του τομέα της κοινωνικής πρόνοιας παραμένει μια καίρια διαρθρωτική αδυναμία του βρετανικού κράτους. Διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει τις αδυναμίες του συστήματος αλλά έχουν αναβάλει τη συνολική μεταρρύθμιση του λόγω του τεράστιου κόστους που συνεπάγεται. Ο Μπέρναμ έχει υποστηρίξει την επιτάχυνση αυτής της μεταρρύθμισης αλλά κάτι τέτοιο απαιτεί οικονομικές δεσμεύσεις που εκτείνονται πολύ πέραν της μιας κυβερνητικής θητείας.

Η στέγαση αντιπροσωπεύει επίσης ένα παρόμοιο πρόβλημα. Η Βρετανία αντιμετωπίζει χρόνιες ελλείψεις σε προσιτή στέγη ύστερα από δεκαετίες υποδόμησης. Ο Μπέρναμ έχει υποστηρίξει σθεναρά την κατασκευή δημοτικών συγκροτημάτων κατοικιών μέσω περιφερειακής ανάπτυξης αλλά η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί δισεκατομμύρια σε δημόσιες επενδύσεις παράλληλα με, μικρής ή μεγάλης κλίμακας,  πολεοδομικές παρεμβάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολιτικά εξαιρετικά αμφιλεγόμενες.

Προκλήσεις και διλήμματα

Ακόμα και η εκπαίδευση και η επαγγελματική κατάρτιση που συχνά θεωρούνται μακροπρόθεσμοι τομείς πολιτικής, απαιτούν άμεση προσοχή. Ο αυξανόμενος αριθμός νέων στη Βρετανία που βρίσκονται σήμερα εκτός απασχόλησης, εκπαιδευτικού συστήματος ή επαγγελματικής κατάρτισης, αντανακλά σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες που σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση της περιφέρειας. Η έμφαση του Μπέρναμ στην τεχνική εκπαίδευση και τις μαθητείες ανταποκρίνεται στις ανάγκες που αντιμετωπίζει σήμερα η βρετανική οικονομία αλλά ουσιαστικά αποτελέσματα θα προκύψουν μόνο σταδιακά, και κυρίως, πολύ πέρα ​​από το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου οι ψηφοφόροι συνήθως κρίνουν τις κυβερνήσεις.

Οι στρατιωτικές δαπάνες αντιπροσωπεύουν ένα εξίσου δύσκολο δίλημμα. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία και οι ευρύτερες ανησυχίες για την ευρωπαϊκή ασφάλεια έχουν αυξήσει την πίεση στη Βρετανία να επεκτείνει τις στρατιωτικές δαπάνες της ευθυγραμμιζόμενη με τις φιλοδοξίες και τα σχέδια του ΝΑΤΟ. Όμως η αύξηση των δαπανών για στρατιωτικούς σκοπούς ανταγωνίζεται άμεσα τις προτεραιότητες της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής. Ως εκ τούτου, μια λύση υπάρχει: Είτε αυξήσεις φόρων είτε μειώσεις δαπανών αλλού.

Για ορισμένους αναλυτές, τα πράγματα περιπλέκονται περαιτέρω από έναν άλλο, κάπως παραγνωρισμένο παράγοντα: Την ίδια την εξέλιξη της πολιτικής περσόνας του Μπέρναμ.

Μ’ άλλα λόγια, ο νέος πρωθυπουργός των Εργατικών έχει κατηγορηθεί ότι προσαρμόζει τις θέσεις του ανάλογα με το πως μεταβάλλονται οι πολιτικές συνθήκες γύρω του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Πρόσφατα, μετρίασε τον τόνο της άλλοτε ενθουσιώδους υποστήριξής του στα σχέδια για μεγάλης κλίμακας εθνικοποιήσεις λέγοντας πως η δημοσιονομική κατάσταση της Βρετανίας περιορίζει τα περιθώρια εκτεταμένων κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία.

Ομοίως, ενώ κάποτε υποστήριζε τη στενότερη ολοκλήρωση με την Ευρώπη, τώρα αποδέχεται ότι η επανένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί άμεσο πολιτικό στόχο. Αυτός ο “πραγματισμός” του Άντι μπορεί ίσως να καθησυχάζει τις αγορές και τους επενδυτές αλλά εγείρει πολλά ερωτήματα για το κατά πόσο η πρωθυπουργία του είναι τελικά ικανή να “επανακαλωδιώσει” τη Βρετανία.

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος

Δεν αποκλείεται το μεγαλύτερο πολιτικό ταλέντο του Μπέρναμ- το επικοινωνιακό- να μετατραπεί, εξίσου σύντομα ενδεχομένως- σε αχίλλειο πτέρνα. Η υπόσχεση της “επανακαλωδίωσης” δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες, αντικειμενικά μεγαλύτερες από την όποια επιθυμία ή ικανότητα μιας κυβέρνησης να συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα και κυρίαρχες αντιλήψεις για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Η κυρίαρχη πολιτική στις δυτικές δημοκρατίες έχει πάψει προ πολλού να είναι οραματική έχοντας “συνθηκολογήσει” σχεδόν άνευ όρων με τη διαχειριστική λογική και τον τεχνοκρατισμό. Από την άλλη, οι ψηφοφόροι, απογοητευμένοι και ψυχικά κουρασμένοι από τη χρόνια οικονομική δυσπραγία, τη στασιμότητα και την αβεβαιότητα περιμένουν με όλο και μεγαλύτερη ανυπομονησία ορατές βελτιώσεις στο βιοτικό επίπεδο τους, τις δημόσιες υπηρεσίες, τις κοινότητές τους. Αλλά η συστημική αναδιάρθρωση ενός κορεσμένου πολιτικοοικονομικού συστήματος που ανακυκλώνει την κρίση και τα αδιέξοδα, μόνο πολιτικά εύκολη μπορεί να είναι. Όχι μόνο στη Βρετανία, παντού.

Εν κατακλείδι, η πρωθυπουργία του Μπέρναμ πιθανότατα θα κριθεί-κι αυτή- λιγότερο από τη φιλοδοξία της ρητορικής της και περισσότερο από την ικανότητα διαχείρισης των αναπόφευκτων περιορισμών της. Η πολιτική σταθερότητα, η δημοσιονομική αξιοπιστία και η θεσμική μεταρρύθμιση δεν αλληλοαποκλείονται όμως η “συμφιλίωσή” τους με τη ριζική αλλαγή ενός παρωχημένου μοντέλου απαιτεί ικανή και πειθαρχημένη ηγεσία. Η Βρετανία αναμφισβήτητα χρειάζεται αλλαγή. Το αν αυτή θα είναι επαναστατική ή απλά μια πιο ικανή κυβέρνηση η οποία θα έχει τη βούληση να υλοποιήσει το πρόγραμμά της, παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

Ο Μπέρναμ ήρθε από το Μάντσεστερ στο Λονδίνο υποσχόμενος ριζική αλλαγή και “επανακαλωδίωση”. Το πιο δύσκολο κομμάτι της πολιτικής διαδρομής του μόλις άρχισε. Θα πρέπει τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να επιδιορθώσει την απαρχαιωμένη πολιτική και οικονομική “εγκατάσταση” της Βρετανίας χωρίς να… κάψει καμία ασφάλεια.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0