Η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα παρουσιάστηκε ως το μεγάλο οικονομικό ορόσημο της δεκαετίας. Κυβέρνηση, τράπεζες και αγορές πανηγύρισαν. Τα επιτόκια δανεισμού του Δημοσίου μειώθηκαν, τα spreads έναντι των γερμανικών ομολόγων υποχώρησαν στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαπέντε ετών και οι διεθνείς επενδυτές επέστρεψαν. Όμως, πίσω από τους θριαμβευτικούς τίτλους υπάρχει ένα ερώτημα που αφορά κάθε πολίτη: Ποιος κερδίζει πραγματικά από την επενδυτική βαθμίδα;
Οι πρώτοι και μεγαλύτεροι ωφελημένοι είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι συστημικές τράπεζες. Η πρόσβασή τους στις αγορές έχει γίνει ευκολότερη και φθηνότερη, ενώ τα νέα επιχειρηματικά δάνεια εκτινάχθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ το 2025 από 17 δισ. το προηγούμενο έτος. Η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις άγγιξε το 10%, ενισχυμένη και από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική εξέλιξη για την οικονομία. Το πρόβλημα όμως αρχίζει όταν εξετάζει κανείς ποιοι αποκλείονται από αυτή τη δυναμική.
Ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις δανείζονται με μέσο επιτόκιο περίπου 4,5%, τα νοικοκυριά συνεχίζουν να πληρώνουν καταναλωτικά επιτόκια που ξεπερνούν το 11%. Δηλαδή, το χρήμα γίνεται φθηνό για όσους διαθέτουν ήδη ισχυρή οικονομική θέση και παραμένει ακριβό για όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη πρόσβασης σε χρηματοδότηση. Η περίφημη «μετάδοση» των οφελών της επενδυτικής βαθμίδας αποδεικνύεται εξαιρετικά άνιση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με την έρευνα SAFE της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μόλις το 7% των μικρομεσαίων σχεδιάζει νέες επενδύσεις σε πάγια, έναντι 25% των μεγάλων επιχειρήσεων. Η αιτία είναι προφανής. Η πρόσβαση σε φθηνή χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί πολυτέλεια. Έτσι, η επενδυτική βαθμίδα κινδυνεύει να διευρύνει το χάσμα μεταξύ των λίγων ισχυρών και της μεγάλης πλειονότητας της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση επικαλείται την αύξηση της παραγωγικότητας κατά 3,2% το 2025. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι λιγότερο εντυπωσιακή. Η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει μόλις στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ φτάνει μόλις στο 68% της Ε.Ε. σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Με άλλα λόγια, η χώρα μπορεί να ανακτά την εμπιστοσύνη των αγορών, αλλά εξακολουθεί να παράγει αισθητά λιγότερο πλούτο ανά εργαζόμενο από τους Ευρωπαίους εταίρους της.
Ακόμα πιο έντονη είναι η αντίφαση στην αγορά εργασίας. Οι συνολικές αμοιβές αυξήθηκαν κατά 4,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026 και ο κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε στα 920 ευρώ μεικτά. Ωστόσο, η ακρίβεια στη στέγαση, στις υπηρεσίες και σε βασικά αγαθά συνεχίζει να διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Για τον μέσο εργαζόμενο, η επενδυτική βαθμίδα δεν μεταφράζεται ακόμη σε καλύτερη καθημερινότητα. Οι αριθμοί βελτιώνονται, αλλά το πορτοφόλι παραμένει υπό πίεση.
Η επενδυτική βαθμίδα αποτελεί μια σημαντική εθνική επιτυχία. Δεν είναι όμως αυτοσκοπός ούτε μπορεί να παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι όλα λειτουργούν ιδανικά. Είναι ένα εργαλείο που δημιουργεί ευκαιρίες. Το πραγματικό στοίχημα είναι αν αυτές οι ευκαιρίες θα διαχυθούν σε ολόκληρη την οικονομία ή θα περιοριστούν σε όσους ήδη διαθέτουν κεφάλαια, πρόσβαση στις αγορές και ισχυρή διαπραγματευτική θέση. Γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται πραγματικά επιτυχημένη όταν οι αγορές πανηγυρίζουν αλλά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να επενδύσουν, οι πολίτες συνεχίζουν να δανείζονται πανάκριβα και η αγοραστική δύναμη υποχωρεί. Η πραγματική επιτυχία της επενδυτικής βαθμίδας δεν θα κριθεί από τις αποδόσεις των ομολόγων αλλά από το αν θα φτάσει τελικά στην τσέπη της κοινωνίας και της παραγωγικής Ελλάδας. Και μην ξεχνάμε ότι επενδυτική βαθμίδα είχαμε λίγο πριν χρεοκοπήσουμε.
* Η Ιωάννα Λιούτα είναι πολιτική και οικονομική αναλύτρια
