ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΘΑΝΟ ΜΑΝΤΖΑΝΑ
Ο Σωκράτης Σινόπουλος περιπλανήθηκε σε αρκετούς μουσικούς χώρους (σπούδασε κλασική κιθάρα, βυζαντινή μουσική και δημοτικό τραγούδι) πριν ο πορθμός της μαθητείας του δίπλα στον Ross Daly τον οδηγήσει στο απάνεμο, γαλήνιο λιμάνι της παραδοσιακής μουσικής μας. Από εκεί και πέρα η πορεία του είναι γεμάτη συνεργασίες με παραδοσιακούς μουσικούς, αλλά και εκλεκτές συμπράξεις με καταξιωμένους δημιουργούς από άλλους χώρους.
Μέσα από τις πρώτες κατανόησε σε βάθος τις δυνατότητες του οργάνου του τελειοποιώντας την τεχνική του. Αλλά ήταν χάρη στις δεύτερες που έφτασε στο σημείο όπου οι παραδόσεις του κόσμου διασταυρώνονται και έρχονται σε επαφή, συναποτελώντας την πεμπτουσία αυτού που αποκαλούμε world music. Και όταν αισθάνθηκε ότι πατάει σταθερά, αποφάσισε να συμβάλει σε τούτη την παγκόσμια μουσική παράδοση. Το αποτέλεσμα της απόφασής του είναι το CD Eight Winds, που κυκλοφόρησε από την έγκριτη ECM πρόσφατα και παρουσιάστηκε live στη Στέγη Γραμμάτων Και Τεχνών στις 24 Οκτωβρίου. Μιλήσαμε μαζί του για τον προσωπικό του δρόμο που -στα σαράντα ένα του χρόνια- τον φέρνει για πρώτη φορά από τη μουσική παράδοση της Ελλάδας σε εκείνην της υδρογείου.
Παρ' ότι άκουσα και διάβασα αυτό στο οποίο έδωσες έμφαση κατά την ηχογράφηση του CD, το να αποφευχθεί δηλαδή οτιδήποτε θα θύμιζε συγκεκριμένα μουσικά ιδιώματα, ακούγοντάς το είχα την αίσθηση ότι στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειάς του «συνομιλούσαν» δύο κόσμοι, της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, που εκφράζεις κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά εσύ, και της jazz, τον οποίο εκφράζουν οι υπόλοιποι τρεις.
Η πρόθεση ήταν να μην ακολουθήσουμε αποκλειστικά κάποιο στιλ και κυρίως να αποφύγουμε τις μανιέρες. Από εκεί και πέρα, ο καθένας αντιλαμβάνεται διαφορετικά το τελικό αποτέλεσμα και αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Προσωπικά, αισθάνομαι ότι αυτό που εκφράζω σε αυτή την ηχογράφηση απέχει αρκετά από τον τρόπο που θα προσέγγιζα κομμάτια του ρεπερτορίου της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, άσχετα αν οι δεσμοί μου με αυτήν παραμένουν πολύ ισχυροί. Εντέλει, νομίζω ότι ασφαλώς και είναι αναγνωρίσιμα διάφορα στιλ σε αυτό τον δίσκο, με την παράδοση και τους jazz χρωματισμούς να πρωταγωνιστούν. Αλλά δεν είναι ένας από μας αυτός που εκφράζει το ένα στιλ και άλλος που εκφράζει το άλλο. Αυτή τη συνομιλία την έχουμε πρώτα κάνει όλοι μέσα μας.
Προσωπικά εσένα η jazz είναι ένα είδος που σε ενδιαφέρει, τόσο ως ακροατή όσο και ως μουσικό; Πιστεύεις ότι ήταν κυρίως αυτά τα jazz στοιχεία που έκαναν τον Manfred Eicher να κυκλοφορήσει τον δίσκο στην ECM ή κάτι άλλο;
Θέλω να πιστεύω ότι ο Manfred Eicher ενδιαφέρεται για οτιδήποτε διαισθάνεται ο ίδιος ότι είναι ώριμο μουσικά. Αυτή την εντύπωση μου έχει δώσει ως παραγωγός και νομίζω ότι αυτό προκύπτει και από τις κυκλοφορίες της ECM. Προσωπικά, ενδιαφέρομαι και ως ακροατής και ως μουσικός για την jazz, ιδιαίτερα αφότου ξεκίνησε η συνεργασία μου με τον Charles Lloyd, έξι χρόνια πριν δηλαδή, όταν είχα την τύχη να ακούσω μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της.
Αν έπρεπε να τοποθετήσεις μιαν ετικέτα στο άλμπουμ, αυτή θα ήταν «world music» ή κάτι άλλο;
Αν θα έπρεπε, ναι, η ετικέτα «world music» το περιγράφει επαρκώς. Και ο όρος «modal music» του ταιριάζει, αν και στα ελληνικά το «τροπική μουσική» δημιουργεί συνειρμούς με εξωτικά μέρη!
Εκτός φυσικά από ένα πολύ μεγάλο μέρος της ελληνικής μουσικής παράδοσης, υπάρχουν δίσκοι από την Ελλάδα ή και το εξωτερικό από τους οποίους να επηρεάστηκες ή μάλλον που να διαπιστώνεις, τώρα που ακούς τον δικό σου, ότι έχει συγγένειες μαζί τους; Για παράδειγμα, εγώ βρίσκω κάποιες τέτοιες εκλεκτικές συγγένειες με συγκεκριμένες δουλειές –ή έστω αποσπάσματά τους– της Ελένης Καραΐνδρου...
Δεν το έχω σκεφτεί σε επίπεδο δίσκου αλλά, ναι, στο επίπεδο προσώπων και του συνολικού έργου τους, αισθάνομαι φυσικά συγγένειες και με την Ελένη Καραΐνδρου και με πολλούς ακόμα Έλληνες και ξένους μουσικούς.
Τελικά, Σωκράτη, είσαι βέβαιος πια ότι η λύρα σου μπορεί να εκφράσει και άλλα ιδιώματα εξίσου καλά με τη μικρασιατική μουσική από την οποία προέρχεται και για την οποία προφανώς προορίζεται κυρίως;
Τα μουσικά όργανα είναι απλώς το μέσο και νομίζω ότι δεν εκφράζει τελικά το όργανο το ιδίωμα αλλά ο ίδιος ο μουσικός. Με αυτή την έννοια, όλα τα όργανα μπορούν να εκφράσουν όλα τα ιδιώματα. Απλώς συνηθίζουμε να συνδέουμε κάποια όργανα με κάποια ιδιώματα και δυσκολευόμαστε να τα τοποθετήσουμε σε άλλο πλαίσιο.
Πώς θα περιέγραφες την εμπειρία της ηχογράφησης με τον Manfred Eicher;
Ήταν η πρώτη φορά που συνεργάστηκα με έναν παραγωγό αυτού του επιπέδου και ήταν συγκλονιστική εμπειρία. Έχει τον τρόπο να δημιουργεί την ιδανική ατμόσφαιρα στο στούντιο και ένα κλίμα μέσα στο οποίο θέλουν όλοι να λειτουργήσουν με ειλικρίνεια χωρίς να θέλουν να αποδείξουν κάτι. Ήταν η πιο ευχάριστη και ξεκούραστη ηχογράφηση της ζωής μου!
Δώσε μου με μια πρόταση για τον καθένα τη γνώμη σου για το τι πιστεύεις ότι συνεισέφερε καθένας από τους άλλους τρεις μουσικούς στο τελικό αποτέλεσμα.
Όλοι τους έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό. Ο Γιάννης Κυριμκυρίδης έδωσε στο πιάνο τη μελωδική ευαισθησία που χρειαζόταν για να συνηχήσει με τη λύρα και ο Δημήτρης Τσεκούρας και ο Δημήτρης Εμμανουήλ την απαραίτητη για το τελικό αποτέλεσμα ρυθμική πλαστικότητα. Επίσης λειτουργεί πολύ καλά η επικοινωνία μεταξύ μας, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για το τελικό αποτέλεσμα.
Πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε ο αυτοσχεδιασμός σε αυτό το αποτέλεσμα;
Πολύ μεγάλο ρόλο... Και εδώ επανέρχομαι στη σημασία της συνεργασίας και επικοινωνίας των τεσσάρων μας. Γιατί υπάρχουν κάποιες ομαδικές αυτοσχεδιαστικές στιγμές στον δίσκο που τις θεωρώ πιο σημαντικές και πιο φορτισμένες από οτιδήποτε έφερα εγώ γραμμένο.
Ο άνεμος είναι ένα στοιχείο της φύσης που έχει ιδιαίτερη σημασία για εσένα και, αν ναι, γιατί;
Για να είμαι ειλικρινής, είμαι σε μια φάση που δεν μου αρέσει πια ο άνεμος, ιδιαίτερα ο ισχυρός. Το αντίθετο, μου αρέσει η απόλυτη άπνοια, αυτή η εικόνα της φύσης που όλα μοιάζουν ακίνητα, σαν ζωγραφιά. Και εντέλει αυτή την άπνοια προσπαθούμε να προσεγγίσουμε μουσικά στο album ή, καλύτερα, να αισθανθούμε τους οκτώ ανέμους ακίνητοι. Να σταθούμε στη μέση των οκτώ ανέμων... Αλλά, φυσικά, είναι αλληλένδετα αυτά, η άπνοια - ακινησία δεν θα υπήρχε χωρίς τον άνεμο και το αντίστροφο. Και για να εκτιμήσεις το ένα πρέπει να έχεις ζήσει και το άλλο...
Τι περισσότερο από ό,τι υπάρχει στο CD άκουσε ο κόσμος στη συναυλία στην ΣΓΤ;
Άκουσε την εκδοχή του CD στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Θέλω να πω ότι, επειδή ακριβώς το μουσικό υλικό είναι τόσο ανοιχτό στον αυτοσχεδιασμό και τον πειραματισμό, κάθε εκτέλεσή του είναι διαφορετική.
Από τις τόσες συνεργασίες σου, αλήθεια, ποιες είναι οι τρεις - τέσσερις που θεωρείς ότι σε καθόρισαν περισσότερο ως μουσικό, συμπεριλαμβανομένου και του περιεχομένου του CD;
Αυτές με τους Ross Daly, Δόμνα Σαμίου, Ελένη Καραΐνδρου, Ara Dinkjian και Charles Lloyd.
Υπάρχουν ήδη, αν όχι συνθέσεις, τουλάχιστον ιδέες για τον επόμενο δίσκο και γενικότερα για τη συνέχεια; Θα εξακολουθήσεις να διερευνάς την ίδια κατεύθυνση ή θα κινηθείς προς κάποια άλλη; Η σύνθεση τραγουδιών είναι κάτι που σε έχει απασχολήσει καθόλου μέχρι τώρα;
Υπάρχουν ήδη κομμάτια για έναν επόμενο δίσκο. Όσο για την κατεύθυνση, θα δείξει ο χρόνος... Προς το παρόν αισθάνομαι ότι έχουμε ακόμα πολλά να κάνουμε με το κουαρτέτο προς την ίδια σε γενικές γραμμές κατεύθυνση που κινούμαστε. Από την άλλη, ούτε και η ενασχόληση με το τραγούδι αποκλείεται.
Και τα πιο άμεσα σχέδιά σου;
Θα συνεχίσουμε να παίζουμε αυτό το υλικό και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, όπου ήδη έχουμε κάποιες προτάσεις για τον επόμενο χρόνο.
Εκεί δηλαδή από όπου κατάγεται η μουσική του Eight Winds σχεδόν εξίσου με την Ελλάδα...
SOKRATIS SINOPOULOS QUARTET
EIGHT WINDS
ECM - ΜΙΚΡΗ ΑΡΚΤΟΣ
Η πρώτη απόπειρα του Σωκράτη Σινόπουλου να προσεγγίσει τον πυρήνα της world music, με σημείο εκκίνησης την ελληνική παραδοσιακή μουσική, είναι δώδεκα δικές του συνθέσεις. Ως όχημα για τη «μετάβασή» του εκεί επέλεξε τη φόρμα του κλασικού jazz κουαρτέτου, με τη μόνη διαφορά ότι στη θέση όπου συνήθως υπάρχει ένα πνευστό ή έστω μια κιθάρα, στην περίπτωση αυτή είναι η πολίτικη λύρα. Είναι φανερό από την πρώτη στιγμή ότι οι τρεις εξαίρετοι μουσικοί που συναπαρτίζουν το σχήμα γνωρίζουν πολύ καλά τους κώδικες της jazz και έτσι το σύνολο ομολογουμένως διαθέτει μια γοητευτική ομοιογένεια, μη δίνοντας καθόλου την αίσθηση της συγκέντρωσης ετερόκλητων στοιχείων. Επίσης η παραγωγή τού Manfred Eicher τού προσδίδει τη γνωστή ambience της ECM, η οποία σαφώς αυξάνει πολύ την ατμοσφαιρικότητα, που πάντα αποτελεί ένα από τα κυριότερα στοιχεία ανάλογων εγχειρημάτων. Θετικές οι εντυπώσεις από το ξεκίνημα λοιπόν και θα περιμένω από τον Σ.Σ. την επόμενη φορά να μη μείνει στα... παράλια αλλά να εξερευνήσει λίγο περισσότερο την «ενδοχώρα» αυτού του, νέου για τον ίδιο, μουσικού τόπου.
Θ.Μ.