Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ -με τη συνδρομή του Ισραήλ αρχικά- στα τέλη Φεβρουαρίου κατά του Ιράν με πρόσχημα το πυρηνικό πρόγραμμα -που ουσιαστικά είναι ένας μοχλός πολιτικο-διπλωματικής πίεσης τόσο για την Τεχεράνη όσο και για τη Δύση- διαρκεί πλέον πολύ. Σε σημείο που ο κίνδυνος ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης έχει γίνει άμεσος. Επί σχεδόν πέντε μήνες η Ουάσιγκτον δοκιμάζει τα όρια ενός ακραίου κινδύνου με μια σύγκρουση που έχει επεκταθεί γεωγραφικά, έχει γίνει πιο ακριβή οικονομικά γι’ αυτήν και πιο επικίνδυνη για όλο τον κόσμο, ενώ έχει βαλτώσει στο αδιέξοδο. Κάθε εβδομάδα σηματοδοτεί μια νέα κλιμάκωση αλλά και μια ακόμη μεγαλύτερη ψευδαίσθηση πως ακόμα μία μεγαλύτερη καταστροφή μπορεί να αποφευχθεί. Όμως αυτή η «συσσώρευση» επανατροφοδότησης της κρίσης και ψευδαίσθησης επίλυσής της φαντάζει ήδη παρανοϊκή.
Πίσω από τους στόχους
Οι τελευταίες ραγδαίες εξελίξεις με την προσπάθεια των πληρεξούσιων της Τεχεράνης στην Υεμένη, των Χούθι, να μπλοκάρουν τις εξαγωγές πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας μέσω του πορθμού Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας ενώ το Ιράν συνεχίζει να θέτει τους όρους του στο Ορμούζ έχουν αλλάξει την αρχιτεκτονική της σύγκρουσης. Αυτό που άρχισε ως μια εκστρατεία με στόχο την αποδυνάμωση των στρατιωτικών και πυρηνικών ικανοτήτων του Ιράν εξελίσσεται τώρα σε μια πολεμική διαμάχη με όρους σκληρής αναμέτρησης για τον έλεγχο των ζωτικών αρτηριών των παγκόσμιων ενεργειακών ροών.
Δεν είναι πια ξεκάθαρο αν η Ουάσιγκτον επιδιώκει απλά να εξαναγκάσει την Τεχεράνη σε παραχωρήσεις ή αν τελικά ο ίδιος ο πόλεμος αρχίζει να υπαγορεύει τη δική του λογική σε δύο θανάσιμους αντιπάλους καθιστώντας τους πολιτικούς στόχους που έχουν θέσει υποδεέστερους, λιγότερο σημαντικούς ή μικρότερου εύρους σε σχέση με τη δυναμική της σύγκρουσης. Το ερώτημα αυτό αναδύεται τώρα ως κεντρικός προβληματισμός από την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα. Σίγουρα η απάντηση θα καθορίσει αν η επόμενη μέρα θα μοιάζει περισσότερο με διαπραγμάτευση και διευθέτηση, με ανεξέλεγκτο περιφερειακό πόλεμο, με παρατεταμένο στρατηγικό αδιέξοδο ή με ένα παγκόσμιο οικονομικό σοκ που δεν θ’ αφήσει τίποτα όρθιο.
Κοιτώντας αισιόδοξα...
Το πιο αισιόδοξο σενάριο παραμένει, βέβαια, η διπλωματία. Επίσημα, καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει εγκαταλείψει τη ρητορική περί διαπραγμάτευσης. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο επιμένει πως η Ουάσιγκτον παραμένει έτοιμη να διαπραγματευτεί, υποστηρίζοντας πως το βασικό εμπόδιο είναι η απροθυμία της Τεχεράνης να εμπλακεί σοβαρά σε διάλογο με τις ΗΠΑ. Η συνάντησή του την Πέμπτη με τον Ρώσο ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ, στο περιθώριο της συνόδου των υπουργών Εξωτερικών των χωρών του ASEAN- που προαναγγέλθηκε μόλις την προηγούμενη- θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη της πιθανότητας διερεύνησης κάθε δυνατού τρόπου για επαναπροσέγγιση.
Η Ρωσία παραμένει ένας από τους καίριους διεθνείς συμμάχους της Τεχεράνης και δεν αποκλείεται να μπορεί να την πείσει να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εφόσον βέβαια και η Ουάσιγκτον κάνει «κάτι» για να συγκρατήσει τον Ζελένσκι και την κλιμακούμενη εκστρατεία της Ουκρανίας με drones κατά των πετρελαϊκών υποδομών της Ρωσίας. «Η συνέχιση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας στο Κίεβο είναι απαράδεκτη» διαμήνυσε στον Αμερικανό ομόλογό του ο Λαβρόφ.
Από την άλλη, οι Ιρανοί παραμένουν σε επαφή με τον κύκλο των κρίσιμων μεσολαβητών, ειδικά του Πακιστάν, για μια επιστροφή στον διάλογο και προτάσεις για κατάπαυση του πυρός θέλοντας να δείξουν ότι οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν ενεργοί παρά τη συνεχιζόμενη ανταλλαγή επιθέσεων. Αλλά εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα, κατά τους αναλυτές: Η διπλωματία αυτή παραπέμπει περισσότερο σε λογική διαχείρισης της κρίσης παρά σε ειρηνευτική διαδικασία. Καμία από τις δύο κυβερνήσεις δεν φαίνεται πρόθυμη να κάνει τις απαραίτητες πολιτικές παραχωρήσεις για μια διαρκή συμφωνία. Η Ουάσιγκτον συνεχίζει να απαιτεί στρατηγικές εγγυήσεις ότι το Ιράν θα εγκαταλείψει οριστικά τις φιλοδοξίες του για περιφερειακή ηγεμονία και πυρηνικό πρόγραμμα ενώ η Τεχεράνη συνεχίζει να αντιμετωπίζει τον έλεγχο των κρίσιμων θαλάσσιων διόδων του Περσικού, ελέω της γεωγραφικής θέση της, ως μία από τις λίγες εναπομένουσες πηγές μόχλευσης έναντι της συντριπτικής αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής.
Αυτή η -άλλη μία στις τόσες- ασυμμετρία διαμορφώνει ένα πραγματικά «ιδιόρρυθμο» διαπραγματευτικό περιβάλλον: Και οι δύο πλευρές ίσως τελικά να προτιμούν τις συνομιλίες αλλά καμία δεν θέλει να διαπραγματευτεί από θέση αντιληπτής αδυναμίας. Αυτός είναι ο λόγος που οι μέχρι τώρα απόπειρες προσέγγισης έχουν επανειλημμένα αποτύχει.
Παρανοήσεις και εξηγήσεις
Το δεύτερο σενάριο, δηλαδή να εισέλθει η σύγκρουση σε φάση ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, είναι πράγματι ζοφερό. Δεν χρειάζεται η αντιπαράθεση μεταξύ αμερικανικών και ιρανικών δυνάμεων να ενταθεί για να καταλήξουν εκεί τα πράγματα. Αυτό που χρειάζεται είναι να πολλαπλασιαστούν τα δευτερεύοντα μέτωπα - ειδικά στην Υεμένη. Οι Χούθι, οι πληρεξούσιοι της Τεχεράνης εκεί, που ελέγχουν όλο το δυτικό τμήμα και την πρωτεύουσα Σαναά, δηλαδή το πιο στρατηγικό μέρος της χώρας, έχουν ήδη δείξει πώς θα μπορούσε να είναι μια τέτοια κλιμάκωση. Η δεδηλωμένη πρόθεσή τους να αποκλείσουν τις σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου μετατρέπει την Υεμένη από ένα περιφερειακό θέατρο σ’ ένα κεντρικό πεδίο της σύγκρουσης, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια. Σε περίπτωση που οι επιθέσεις ενταθούν γύρω από το στενό πέρασμα Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στο στόμιο του Κόλπου του Άντεν ενώ ταυτόχρονα οι Ιρανοί περιορίζουν την κυκλοφορία μέσω του Ορμούζ, σχεδόν κάθε εναλλακτική διαδρομή εξαγωγής πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο τίθεται υπό πίεση.
Η στρατιωτική λογική επιβάλλει να ληφθούν υπόψη αυτές τις πιθανότητες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν συντριπτική ναυτική υπεροχή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι ικανότητές τους είναι απεριόριστες. Οι αμερικανικές δυνάμεις διεξάγουν ήδη εκτεταμένες ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, ενώ προσπαθούν να δημιουργήσουν τείχος προστασίας των βάσεών τους σε όλη την περιοχή του Περσικού. Ακόμα μία παρατεταμένη ναυτική επιχείρηση γύρω από την Υεμένη θα ασκούσε πρόσθετο βάρος στις ανάγκες υποστήριξής τους σε πόρους, μέσα, πυρομαχικά, δίκτυα πληροφοριών τα οποία βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Πρώην αξιωματούχοι του Πενταγώνου τους οποίους επικαλείται το Reuters αναγνωρίζουν ανοιχτά ότι οι ταυτόχρονες επιχειρήσεις στον Περσικό και στην Ερυθρά Θάλασσα θα δοκίμαζαν τις αντοχές των δυνάμεων της Αμερικής στο σύνολό τους και πιθανόν θα τις οδηγούσαν στα όριά τους.
Αυξανόμενη πολυπλοκότητα
Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, αυτή η αυξανόμενη πολυπλοκότητα λειτουργεί υπέρ του Ιράν, ενισχύει τη θέση του στρατιωτικά, χωρίς να απαιτεί κάτι περισσότερο. Έχει ειπωθεί πολλές φορές, εξακολουθεί να ισχύει και επιβεβαιώνεται: Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες σ’ αυτόν τον πόλεμο. Αυτό που χρειάζεται είναι να διασφαλίσει ότι κάθε αμερικανική στρατιωτική επιτυχία θα δημιουργεί δύο-τρία επιπλέον στρατηγικά προβλήματα αλλού. Η τακτική φαίνεται για την ώρα να δουλεύει αποτελεσματικά...
Υπάρχουν τα ιστορικά προηγούμενα που πολύ πιθανόν έχουν επηρεάσει τους ιρανικούς υπολογισμούς. Οι αμερικανικές επεμβάσεις στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν απέδειξαν πώς οι αρχικά συγκεκριμένοι στόχοι που είχαν τεθεί -η ανατροπή των καθεστώτων- σταδιακά εξελίχθηκαν σε μακροπρόθεσμες, ιδιαίτερα κοστοβόρες δεσμεύσεις επειδή κάθε τακτική επιτυχία των αμερικανικών δυνάμεων δημιουργούσε ταυτόχρονα νέες ευθύνες σε πολλαπλά επίπεδα. Η Ουάσιγκτον όφειλε να κάνει τα πολιτικά παζάρια, να παρέχει εγγυήσεις ασφαλείας και οικονομική υποστήριξη στις νέες εξουσίες στις χώρες αυτές ενώ παράλληλα είχε να αντιμετωπίσει την εντεινόμενη αντίσταση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν και των Σουνιτών στο Ιράκ. Η σημερινή Μέση Ανατολή εγκυμονεί έναν παρόμοιο κίνδυνο, ο οποίος όμως εμφανίζεται με διαφορετική μορφή.
Αντί της ανατροπής καθεστώτων με μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές εισβολές, η Ουάσιγκτον βρίσκεται αναγκασμένη να προστατεύει ναυτιλιακές οδούς, να υπερασπίζεται τις περιφερειακές βάσεις της, να καθησυχάζει τους συμμάχους της στον Περσικό και ταυτόχρονα να αποτρέπει κλιμάκωση από τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης. Αυτό εγείρει μια τρίτη πιθανότητα -ίσως την πιο ρεαλιστική αυτή τη στιγμή- ότι ο πόλεμος θα εξελιχθεί σε ένα μόνιμο στρατηγικό ναρκοπέδιο. Δεν θα μοιάζει με τις τυχοδιωκτικές περιπέτειες του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» ή της «διάδοσης της δημοκρατίας» των δεκαετιών του αμερικανικού μονοπολισμού. Αντίθετα, οι περιοδικές πυραυλικές επιθέσεις, τα χτυπήματα με drones, η στοχοποίηση της εμπορικής ναυτιλίας, οι κυβερνοεπιθέσεις και ο πόλεμος μέσω πληρεξουσίων θα διαμορφώνουν μια νέα κανονικότητα. Τα πετρελαιοφόρα θα συνεχίζουν να περνούν από το Ορμούζ αλλά υπό μόνιμη ναυτική συνοδεία, τα ασφάλιστρα θα είναι υψηλά, οι αγορές ενέργειας θα ενσωματώσουν στις διακυμάνσεις των τιμών τον χρόνιο γεωπολιτικό κίνδυνο. Μια τέτοια σύγκρουση θα μπορούσε να διαρκέσει για χρόνια χωρίς να καταλήγει ούτε σε νίκη ούτε σε ειρήνη.
Πετρέλαιο στα 200 δολάρια;
Οι οικονομικές επιπτώσεις γίνονται ήδη ορατές. Το χρηματιστήριο του πετρελαίου κινείται σε ζώνη ακραίας μεταβλητότητας. Οι ανοδικές τάσεις έχουν επιστρέψει, σενάρια τρόμου για τιμές στα 200 δολάρια το βαρέλι αρχίζουν να διακινούνται, εικασίες για ντε φάκτο περιορισμό της προσφοράς σε συνθήκες αυξανόμενης ζήτησης υπονοούν ακόμη και ελλείψεις. Αλλά η πραγματικότητα είναι... λίγο διαφορετική.
Οι αναλυτές στέκονται σε ένα σημείο: Μέχρι στιγμής, οι αγορές πετρελαίου έχουν επιδείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Προηγούμενες προβλέψεις ότι το αργό θα έφτανε τα 150 δολάρια ή ακόμα και τα 200 αποδείχθηκαν υπερβολικές. Αρκετοί παράγοντες συνέβαλαν στην αποφυγή αυτού του σεναρίου. Σύμφωνα με το Reuters, οι κυριότεροι ήταν η απροσδόκητα χαμηλή κινεζική ζήτηση, η πρωτοφανής αύξηση της αμερικανικής παραγωγής, η χρήση των στρατηγικών αποθεμάτων και η ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας να ανακατευθύνει τις εξαγωγές της μέσω Ερυθράς Θάλασσας. Αλλά προσοχή! Οι συνθήκες αυτές που λειτούργησαν σταθεροποιητικά προηγουμένως αρχίζουν τώρα να κλονίζονται. Τώρα η διαδρομή των σαουδαραβικών εξαγωγών αντιμετωπίζει την πιθανότητα ενός μπλόκου από τους Χούθι. Οι ρωσικές εξαγωγές παραμένουν περιορισμένες- πιθανώς να περιοριστούν ακόμη περισσότερο λόγω ουκρανικών χτυπημάτων- η ικανότητα διύλισης εκτός Κίνας λειτουργεί ήδη κοντά στό μέγιστο δυναμικό της.
Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κόσμος δεν διαθέτει επαρκείς εφεδρείες για να απορροφήσει ταυτόχρονες διαταραχές των πετρελαϊκών ροών από το Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα και τη Ρωσία. Αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση για πετρέλαιο στα 200 δολάρια έχει επιστρέψει. Τέτοιες τιμές, παραδέχονται οι αναλυτές, κάθε άλλο παρά εξωπραγματικές μπορούν να θεωρούνται πλέον. Πράγματι, η σημερινή αγορά εξακολουθεί να βασίζεται στη σημαντική φυσική προσφορά. Το αργό συνεχίζει να εξορύσσεται και παραμένει πάντα διαθέσιμο παρά τον πόλεμο, τους βομβαρδισμούς, τις καταστροφές, ενώ οι traders έχουν γίνει πιο επιφυλακτικοί μετά από επανειλημμένες γεωπολιτικές εκπλήξεις. Ωστόσο, οι αγορές εμπορευμάτων καθοδηγούνται από ανθρώπινα αντανακλαστικά και ενστικτώδεις αντιδράσεις. Συχνά οι ανατιμήσεις είναι αιφνίδιες και ραγδαίες, όχι αναμενόμενες και σταδιακές.
Αν τόσο το Ορμούζ όσο και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ κλείσουν ή η διέλευσή τους λόγω υψηλού ρίσκου γίνει απαγορευτική για παρατεταμένη περίοδο, η ψυχολογία της αγοράς θα μπορούσε να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη. Σε τέτοιες συνθήκες, η αβεβαιότητα και όχι οι φυσικές ελλείψεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δραματικές αυξήσεις τιμών. Το ενδεχόμενο αυτό σε συνδυασμό με το αυξανόμενο άμεσο κόστος του πολέμου για την αμερικανική οικονομία ενδέχεται τελικά να αποδειχθούν πιο καθοριστικοί παράγοντες απ’ ό,τι οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Ο υπολογισμός Τραμπ ήταν λανθασμένος από την αρχή, αλλά η υπόσχεσή του να χτυπήσει αλύπητα το Ιράν για να το αναγκάσει να υποκύψει στους αμερικανικούς όρους ακουγόταν πειστική στ’ αυτιά πολλών. Μόνο που ως τώρα αυτό δεν έχει συμβεί και ο πόλεμος γίνεται ένα εξωφρενικά ακριβό στοίχημα.
Αξιωματούχοι του Πενταγώνου εκτιμούν το ύψος του λογαριασμού σε περίπου 37,5 δισεκατομμύρια δολάρια, με δεκάδες δισεκατομμύρια επιπλέον να ζητούνται από το Κογκρέσο για την αναπλήρωση των αποθεμάτων πυραύλων και τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Παράλληλα, δεκαοκτώ Αμερικανοί στρατιωτικοί έχουν ήδη σκοτωθεί. ενώ εκατοντάδες έχουν τραυματιστεί. Βέβαια, τα στοιχεία αυτά παραμένουν μέτρια σε σύγκριση με το κόστος των πολέμων στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν. Πολιτικά όμως ο χρόνος είναι σημαντικότερος από την κλίμακα. Οι ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο πλησιάζουν σε ένα εσωτερικό περιβάλλον περιρρέουσας αβεβαιότητας και επίμονων ανησυχιών για τον πληθωρισμό, τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, το δημόσιο χρέος, την αύξηση των τιμών της βενζίνης. Ειδικά το τελευταίο ασκεί ιστορικά δυσανάλογη επιρροή στο αμερικανικό πολιτικό κλίμα επειδή είναι άμεσα ορατό στους ψηφοφόρους.
Αν το Brent πλησιάσει ή ξεπεράσει τα 100 δολάρια για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει αυξανόμενη πίεση από τους καταναλωτές, το Κογκρέσο και τις χρηματοπιστωτικές αγορές ταυτόχρονα. Οι κεντρικές τράπεζες που ήδη αγωνίζονται να εξισορροπήσουν τον πληθωρισμό με την επιβράδυνση της ανάπτυξης θα αντιμετωπίσουν ακόμα ένα εξωτερικό σοκ. Ήδη οι οικονομικοί αναλυτές μιλούν για ακόμα έναν κύκλο στασιμοπληθωρισμού εξαιτίας του πολέμου.
Εν κατακλείδι, ο κόσμος δεν είναι σήμερα απλά θεατής σε ακόμα έναν πόλεμο στη Μέση Ανατολή με πρωταγωνίστρια την Αμερική. Παρατηρεί κατά πόσο αυτή η μεγάλη δύναμη εξακολουθεί να διαθέτει την πολιτική σύνεση που είναι απαραίτητη για να αποτρέψει μια τοπική σύγκρουση την οποία προκάλεσε να γίνει ανεξέλεγκτη και να καταστρέψει ό,τι έχει απομείνει σε λειτουργική κατάσταση στο παγκόσμιο σύστημα. Ως εκ τούτου, το πιο πιθανό αποτέλεσμα, τουλάχιστον προς το παρόν, βρίσκεται κάπου μεταξύ διπλωματίας και καταστροφής.
