Live τώρα    
ΗΠΑ-Ιράν: Και μετά την εκεχειρία… ο πόλεμος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΗΠΑ-Ιράν: Και μετά την εκεχειρία… ο πόλεμος

135730430.jpg
ΑΝΑΛΥΣΗ

Η κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας που ακολούθησε σαράντα μέρες πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν -με τη συμμετοχή του Ισραήλ στο πλευρό των ΗΠΑ- επιβάλλει επιστροφή στο «μελετητήριο» των μεσανατολικών συγκρούσεων για εκ νέου ανάγνωση και διατύπωση ενός βασικού ερωτήματος, αν και διαχρονικά παραμένει αναπάντητο. 

Είναι η τρέχουσα αναζωπύρωση μια ακόμη επικίνδυνη αλλά προσωρινή κλιμάκωση στον μακρύ δρόμο προς μια διευθέτηση μέσω διαπραγμάτευσης; Ή μήπως η σύγκρουση έχει ήδη ξεπεράσει το «κατώφλι» της προσωρινότητας και μετατρέπεται σταδιακά σε μια ημιμόνιμη που «ενσωματώνεται» στην κατακερματισμένη διεθνή τάξη της εποχής;

Η εικόνα από στρατιωτικής άποψης υποδηλώνει επιστροφή στον γνώριμο φαύλο κύκλο. Η Ουάσιγκτον έχει αρχίσει πάλι τις μεγάλης κλίμακας επιθέσεις εναντίον ιρανικών στρατιωτικών υποδομών σε μια τακτική που φαίνεται να βρίσκει απήχηση στους σκληροπυρηνικούς πέριξ του Τραμπ, οι οποίοι θεωρούν ότι η ασάφεια των προθέσεών του ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση του. Η Τεχεράνη απ’ την άλλη αντιδρά χτυπώντας πάλι αμερικανικές βάσεις στις χώρες του Περσικού. Και οι δύο πλευρές συνεχίζουν να κλιμακώνουν αλλά με βαθμονομημένα βήματα και αρκετά προσεκτικά ώστε να αποφύγουν μια ανεξέλεγκτη γενίκευση, επιδεικνύοντας παράλληλα αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των θέσεων και αξιώσεών τους. 

Η σύγκρουση εκτυλίσσεται πάλι στο γνώριμο… γρήγορο «τέμπο» της, εντείνοντας τους φόβους για τα χειρότερα σε όλα τα επίπεδα: ανθρωπιστικό, πολιτικο-διπλωματικό, οικονομικό. Όμως κάτω από το γνωστό «τέμπο», ο χαρακτήρας της σύγκρουσης αλλάζει, το επίδικο μετατοπίζεται, οι υπολογισμοί έχουν να κάνουν πλέον με άλλα δεδομένα και ζητούμενα. 

Ο Τραμπ δεν δείχνει να ενδιαφέρεται τώρα για το πυρηνικό πρόγραμμα. Το βλέμμα του έχει στραφεί από τα γρανιτένια βουνά στο ερημικό, ηπειρωτικό Ιράν όπου φημολογείται ότι έχει «φυγαδευτεί» το εμπλουτισμένο ουράνιο, στο θαλάσσιο πέρασμα του Ορμούζ, μια ζωτική «φλέβα» ενεργειακής ροής για τον κόσμο που τροφοδοτεί την παγκόσμια οικονομία και κρατά σε λογικά επίπεδα τις τιμές της βενζίνης στην Αμερική - κάτι που απασχολεί πολύ περισσότερο τους Αμερικανούς πολίτες απ’ ό,τι οι τυχοδιωκτικές πολεμικές περιπέτειες των εκάστοτε κυβερνήσεών τους. 

Ερμηνεύοντας τη μετατόπιση

Αυτή η μετατόπιση έχει σημασία για έναν ειδικό λόγο: Η έκβαση των θερμών συγκρούσεων δεν κρίνεται τόσο από τις αιτίες που τις πυροδότησαν όσο από τη στρατηγική ισορροπία που διαμόρφωσε η αντιπαράθεση στη ροή του χρόνου.

Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, το «επίδικο» έχει μετατοπιστεί τώρα από τις υπόγειες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου του Ιράν στη θάλασσα του Περσικού Κόλπου και ενδεχομένως στην Ερυθρά Θάλασσα. Τώρα η σκηνή της στρατηγικής αντιπαράθεσης εκτείνεται πολύ πιο πέρα ​​από τη στενή ζώνη της σύγκρουσης. Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη είναι ανησυχητική· κάθε άλλο παρά διευκολύνει τη διαπραγματευτική διευθέτηση, καθώς η απαιτούμενη συναίνεση εκλαμβάνεται ως αδυναμία, υποχωρητικότητα ή, ακόμη χειρότερα, ως ενδοτισμός. 

Οι «φρέσκιες» επιθέσεις του Ιράν σε εμπορικά πλοία στο Στενό του Ορμούζ σε συνδυασμό με την περιρρέουσα απειλή τού να χρησιμοποιήσει τους συμμάχους των Χούτι στην Υεμένη για να μπλοκάρει το εξίσου στρατηγικό πέρασμα Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, που συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν, αντιπροσωπεύουν κάτι πολύ περισσότερο από απλά τακτικά αντίποινα. Τα δύο αυτά κρίσιμα θαλάσσια περάσματα στα «επιδέξια» χέρια ενός αποφασιστικού αντιπάλου είναι σαν «στρόφιγγες» που ανοιγοκλείνοντάς τες μπορούν να ελέγξουν τεράστιο μερίδιο των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και του εμπορίου, επιβάλλοντας βαρύ κόστος στην Αμερική, και όχι μόνο. Η πιθανότητα ότι και τα δύο ταυτόχρονα θα μπορούσαν να γίνουν εργαλεία πίεσης στα χέρια του Ιράν εισάγει νέους αγνώστους στην ήδη δύσκολη πολυπαραγοντική στρατηγική εξίσωση του συνεχιζόμενου πολέμου.

Νέοι άγνωστοι

Οι αγορές πετρελαίου -τόσο ευαίσθητες (;) στην αβεβαιότητα- αντέδρασαν αναλόγως. Το αργό Brent πήρε πάλι την ανηφόρα, καθώς οι traders ποντάρουν στον αυξανόμενο γεωπολιτικό κίνδυνο, ενώ οι επενδυτικές τράπεζες έχουν προειδοποιήσει ότι η παρατεταμένη αναστάτωση θα μπορούσε να σπρώξει πάλι τις τιμές πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και ενδεχομένως πολύ υψηλότερα σε περίπτωση που οι θαλάσσιες «στενωποί» του Περσικού και του Άντεν εργαλειοποιηθούν στον πόλεμο νεύρων που μαίνεται παράλληλα με τον «κανονικό» πόλεμο.

Η πιθανή δημιουργία κλίματος ανασφάλειας στα περάσματα αυτά θα προκαλέσει ευρύτερο παγκόσμιο αντίκτυπο τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό, διαταράσσοντας τις αλυσίδες εφοδιασμού και περιπλέκοντας την ήδη εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη σε όλη την Ευρώπη και την Ασία. Για την Τεχεράνη μια τέτοια εξέλιξη αντιπροσωπεύει τόσο μια αναγκαιότητα όσο και μια ευκαιρία.

Ανίκανο να ανταγωνιστεί την αμερικανική συμβατική στρατιωτική υπεροχή, το Ιράν επιδίδεται σε έναν ασύμμετρο πόλεμο που εκμεταλλεύεται γεωγραφικά γνωρίσματα και ιδιαιτερότητες, εγγενείς ευπάθειες και ευαλωτότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, ασύμφορα κόστη πιθανών «παρακάμψεων» στο διεθνές εμπόριο. Επιδρομές κρούσης και φυγής με ταχύπλοα, πύραυλοι κατά πλοίων, drones, ναυτικές νάρκες και ένα εκτεταμένο δίκτυο περιφερειακών πληρεξουσίων δεν μπορούν να νικήσουν «καθαρά» το πανίσχυρο Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ. Όμως κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται κιόλας. Ο σκοπός είναι να προκληθεί αρκετή αναστάτωση και αβεβαιότητα ώστε οι ναυτιλιακές και οι ασφαλιστικές εταιρείες καθώς και οι κυβερνήσεις να διστάζουν να αναλάβουν το ρίσκο να περάσουν τα φορτία των τάνκερ και των εμπορικών από επικίνδυνες θάλασσες, όπου όλα είναι πιθανά ενώ δεν υπάρχει εναλλακτική «παράκαμψη». Αυτό είναι τώρα το συγκριτικό -μεγάλο- πλεονέκτημα του Ιράν.

Άσος στο μανίκι

Σε αντίθεση με το συμβατικό πεδίο μάχης, το Στενό του Ορμούζ δεν είναι… έδαφος που θα μπορούσε να κατακτηθεί και να τεθεί υπό έλεγχο. Δεν είναι δυνατόν να γίνει μια «κατεχόμενη ζώνη». Αποτρεπτικοί παράγοντες είναι και πολλά ιδιαίτερα γεωγραφικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος χώρου. Στο στενότερο διαπλεύσιμο σημείο του, τα σκάφη ακολουθούν προσεκτική πλοήγηση και συγκεκριμένους κανόνες ασφάλειας που παραμένουν ευάλωτα σε οποιαδήποτε διατάραξη ή απειλή. Ακόμη και λίγες διάσπαρτες επιθέσεις ή απειλές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αξιόπιστες είναι αρκετές για να αυξήσουν τα ασφάλιστρα, να καθυστερήσουν τα φορτία, να αναστατώσουν τις παγκόσμιες αγορές. Αυτή η ευπάθεια της ναυσιπλοΐας από το Ορμούζ προσφέρει στην Τεχεράνη μόχλευση δυσανάλογη προς τη στρατιωτική ισχύ της.

Η σοβαρότητα της τελευταίας κλιμάκωσης έγκειται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Το πυρηνικό ζήτημα, αν και άλυτο, προσέφερε στην Ουάσιγκτον ένα σχετικά σαφώς καθορισμένο στρατηγικό πλαίσιο στην αντιπαράθεσή της με την Ισλαμική Δημοκρατία. Οι οικονομικές κυρώσεις μπορούσαν να κλιμακωθούν ή να χαλαρώσουν, αναλόγως του προσδοκόμενου στόχου και αποτελέσματος, οι διαπραγματεύσεις μπορούσαν να επικεντρωθούν σε μετρήσιμους τεχνικούς όρους και προϋποθέσεις, η διπλωματική πίεση μπορούσε να φέρει αποτελέσματα. Την ίδια ώρα τα πιθανά σχέδια για ανάληψη στρατιωτικής δράσης -σε περίπτωση που η οικονομική και διπλωματική πίεση δεν απέφερε τα αναμενόμενα- ήταν σαφώς ορισμένα, επικεντρωμένα στη στοχοποίηση αναγνωρίσιμων εγκαταστάσεων και υποδομών ζωτικής σημασίας για την άμυνα του αντιπάλου.

Όμως η κόντρα για το ποιος κρατάει τα «κλειδιά» του Ορμούζ, ποιος ελέγχει την πρόσβαση και τη διέλευση απ’ αυτό είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Σε αντίθεση με τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών δεν μπορεί να εξουδετερωθεί με αεροπορικές επιδρομές. Κάθε κατεστραμμένος εκτοξευτής πυραύλων μπορεί να αντικατασταθεί, κάθε κατεστραμμένο ταχύπλοο των Φρουρών της Επανάστασης μπορεί να αναπληρωθεί, και στο τέλος της ημέρας η γεωγραφία παραμένει η ίδια…

Κατά συνέπεια, η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή αντιστοιχεί εδώ σε περιορισμένα στρατηγικά και πολιτικο-διπλωματικά οφέλη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν σίγουρα να ανοίξουν πάλι το Ορμούζ ύστερα από μεμονωμένες επιθέσεις, να συνοδεύσουν τάνκερ και εμπορικά πλοία και να καταστρέψουν τις παράκτιες ιρανικές θέσεις. Αυτό που δεν μπορούν εύκολα να εξαλείψουν είναι η επίμονη πιθανότητα μιας νέας διατάραξης ή απειλής. Έτσι, το Ιράν κατορθώνει να παραμένει στρατηγικά σημαντικό.

Για τους ψύχραιμους αναλυτές, αυτό είναι το σημαντικότερο επίτευγμα της Τεχεράνης. Με το να παρασύρει την Ουάσιγκτον σε μια μετωπική κόντρα για τον έλεγχο του Ορμούζ έχει αλλάξει πλήρως το πλαίσιο της σύγκρουσης, και η ξεκάθαρη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν προσφέρει πια καμία εγγύηση επιτυχίας στον Τραμπ. Ακόμη χειρότερα, οι αμερικανικές δυνάμεις καθίστανται «υπόλογες» για την πρόληψη κάθε περιστατικού διατάραξης της ναυσιπλοΐας, ενώ αντίθετα το Ιράν χρειάζεται να κάνει μόνο μερικές περιστασιακές «παρεμβάσεις» για να παραμείνει ενεργό στη διένεξη. Η ασυμμετρία αυτή έχει περισσότερο πολιτική παρά στρατιωτική αντανάκλαση στην Ουάσιγκτον.

Οδηγεί σε ευρύτερες αναθεωρήσεις στρατηγικής εντός της αμερικανικής κυβέρνησης, πολύ πιθανόν και σε περαιτέρω επιθετικότητα, ενισχύοντας την αίσθηση του αδιεξόδου στους κόλπους της. Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει χαρακτηρίσει την επάνοδο στη στρατιωτική δράση ως εκστρατεία αποκατάστασης της ικανότητας αποτροπής των ΗΠΑ, προστατεύοντας παράλληλα την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και το διεθνές εμπόριο. Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι η συνεχής πίεση στο Ιράν - συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων σε στρατιωτικές υποδομές, επαναφοράς του ναυτικού αποκλεισμού και επανειλημμένων απειλών ότι οι ιρανικοί σταθμοί παραγωγής ενέργειας και τα δίκτυα μεταφορών θα γίνουν στόχοι επιθέσεων- έχει σκοπό να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων απεμπολώντας τους όρους της.

Οικεία λογική

Μια τέτοια λογική ακολουθεί το οικείο μοτίβο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η περιορισμένη στρατιωτική κλιμάκωση παρουσιάζεται όχι ως αυτοσκοπός αλλά ως μηχανισμός για την ενίσχυση της διπλωματίας. Ωστόσο, η καταναγκαστική διπλωματία εξαρτάται από το πόσο γρήγορα ο αντίπαλος θα αλλάξει τους υπολογισμούς του, διότι ταυτόχρονα αυξάνεται το πολιτικό κόστος και γι’ αυτόν που πιέζει. Εδώ όμως υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα.

Η μέχρι τώρα αντίδραση του Ιράν υποδηλώνει ότι η ηγεσία του είναι έτοιμη να απορροφήσει σημαντικό οικονομικό κόστος, διευρύνοντας παράλληλα το γεωγραφικό πεδίο της σύγκρουσης. Οι επιθέσεις με πυραύλους και drones εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν, στο Κουβέιτ και στην Ιορδανία εντάσσονται σε αυτή την τακτική και ο κύριος στόχος τους είναι πολιτικός. Η Τεχεράνη θέλει να προκαλέσει κατακερματισμό, διστακτικότητα, αμφιθυμία στους κόλπους των περιφερειακών συμμάχων της Αμερικής. Κάθε πρόσθετος κίνδυνος που επιβάλλεται στις κυβερνήσεις τους αυξάνει τα κίνητρά τους για διπλωματική αποστασιοποίηση από την πολεμική εκστρατεία της Ουάσιγκτον.

Πρόκειται για μια ευρύτερη ιρανική στρατηγική οριζόντιας κλιμάκωσης που έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες και περιλαμβάνει σαφώς τους πληρεξούσιους της Τεχεράνης στον Λίβανο και στην Υεμένη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο κίνδυνος παύει να είναι η ανεξέλεγκτη περιφερειακή κλιμάκωση· είναι η παρατεταμένη παγκόσμια γεωπολιτική και οικονομική αστάθεια. Οι στρατιωτικοί αναλυτές περιγράφουν αυτή τη δυναμική ως «ερπυσμό αποστολής», δηλαδή μια σταδιακή «παραμόρφωση» του άμεσου θεάτρου αντιπαράθεσης, λόγω συνεχούς «καταπόνησης», όπου κάθε τακτική απάντηση στον επιτιθέμενο του δημιουργεί νέες στρατηγικές υποχρεώσεις. Δηλαδή, κάθε αμερικανικό χτύπημα προκαλεί μια άλλη, διαφορετική ιρανική απάντηση. Κάθε νέα ιρανική απάντηση απαιτεί πρόσθετους στρατιωτικούς πόρους και αναπτύξεις από την πλευρά των ΗΠΑ. Καμία πλευρά δεν ξεπερνά το «κατώφλι» του ολοκληρωτικού πολέμου αλλά και καμία δεν επιτυγχάνει την καθαρή νίκη που επιδιώκει.

Ξεμένοντας από… πυραύλους

Με την ασύμμετρη σύγκρουση να κλιμακώνεται, οι ΗΠΑ έρχονται αναπόφευκτα αντιμέτωπες με έναν ουσιαστικό αλλά παραγνωρισμένο περιορισμό στο εσωτερικό της πολεμικής μηχανής τους: Οι τελευταίες επιχειρήσεις εξαντλούν με ταχύ ρυθμό τα εναπομείναντα αποθέματα πυρομαχικών υψηλής τεχνολογίας, εκθέτοντας για άλλη μία φορά τα αδύναμα πόδια της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. 

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι σημαντικά ποσοστά βασικών αποθεμάτων πυραύλων ακριβείας, συμπεριλαμβανομένων των Patriot, THAAD και Tomahawk εξαντλήθηκαν κατά τις προηγούμενες φάσεις της σύγκρουσης και έχουν αναπληρωθεί μόνο εν μέρει. Οι ρυθμοί παραγωγής παραμένουν αργοί. Τα χρονοδιαγράμματα αναπλήρωσης υπολογίζονται σε χρόνια, όχι σε μήνες. Παρόλο που η κυβέρνηση επικαλείται έκτακτες ανάγκες, η παραγωγική ικανότητα δεν μπορεί να αυξηθεί από τη μία μέρα στην άλλη.

Αυτό εισάγει μια ακόμη κρίσιμη παράμετρο στους αμερικανικούς στρατηγικούς υπολογισμούς που υπερβαίνουν εκείνους για το Ιράν. Οι σχεδιαστές του Πενταγώνου οφείλουν να συμπεριλάβουν στα πλάνα τους πιθανή δράση αποτροπής στον Ινδο-Ειρηνικό, τις δεσμεύσεις προς τους Ευρωπαίους συμμάχους αλλά και μια πιθανή θερμή κρίση στην Κορεατική Χερσόνησο. Έτσι λοιπόν, κάθε πύραυλος που δαπανάται κατά του Ιράν μειώνει σε οριακό βαθμό τα διαθέσιμα αποθέματα για όλα τα παραπάνω.

Το γεγονός θέτει ένα ακόμη πιεστικό ερώτημα στην Ουάσιγκτον: Μπορεί να επιβάλλει μια διαρκή «τάξη» στα νερά του Περσικού αποδεκτή από τις αγορές, τους περιφερειακούς συμμάχους και την κοινή γνώμη στο εσωτερικό, χωρίς να δεσμευτεί σε μια μόνιμη, κοστοβόρα θαλάσσια αστυνόμευση; 

Η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν διολισθαίνει σε μια κούρσα αντοχής, αφού δεν μπορεί να «αναδείξει» έναν καθαρό νικητή. Η Τεχεράνη επιδιώκει να πείσει την Ουάσιγκτον ότι επιμένοντας στη λογική της πίεσης θα της κοστίσει ακριβά, σίγουρα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οποιοδήποτε «κακό» ντιλ. Η Ουάσιγκτον ελπίζει με τη σειρά της ότι η διαρκής στρατιωτική και οικονομική πίεση θα πείσει τελικά το Ιράν πως η αντίσταση είναι ανώφελη. Αλλά καμία από τις δύο υποθέσεις δεν έχει ακόμη επικυρωθεί.

Κατά συνέπεια, η σύγκρουση καταλαμβάνει τώρα έναν ασαφή χώρο μεταξύ πολέμου και διπλωματίας. Μετατρέπεται σε μια χρόνια γεωπολιτική κρίση, που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες κλιμακώσεις, ατελέσφορες διαπραγματεύσεις, επίμονη αβεβαιότητα.

Το αν η τρέχουσα κλιμάκωση αποδειχθεί προσωρινή, θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις εξελίξεις στο στρατιωτικό πεδίο και περισσότερο από τους πολιτικούς υπολογισμούς στις δύο πρωτεύουσες. Ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Τεχεράνη φαίνεται να επιδιώκουν έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας. Ομοίως, καμία από τις δύο δεν φαίνεται προς το παρόν διατεθειμένη να κάνει τις παραχωρήσεις που απαιτούνται για μια συνολική διευθέτηση. Η σύγκρουση οδηγείται σε μια μέση οδό. Μετατρέπεται σε μια χρόνια κρίση διαχειριζόμενης έντασης «ενσωματωμένη» σε ένα διεθνές σύστημα όπου η ίδια η αστάθεια είναι τώρα το καθοριστικό στοιχείο της παγκόσμιας τάξης.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0