Δεν περίμεναν οι πολίτες της Ευρώπης τους οικονομολόγους να τους επιβεβαιώσουν με επιστημονικές αποδείξεις αυτό που βιώνουν σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο εδώ και οκτώ χρόνια. Οι κυβερνήσεις από Βορρά προς Νότο έχουν υποκύψει, είτε κατά βούληση είτε αναγκαστικά, στη λογική και τις έξωθεν επιβαλλόμενες "λύσεις" λιτότητας, σε μια νεοφιλελεύθερη αναδίπλωση που συντηρεί μια ζοφερή πραγματικότητα χωρίς το απειροελάχιστο φως στην άκρη του τούνελ.
Ωστόσο, η επιβεβαίωση -με τη σφραγίδα των μαθηματικών και της στατιστικής- της κατάρρευσης του άλλοτε κραταιού και ακμάζοντος ευρωπαϊκού μοντέλου οικονομικής και εργασιακής ασφάλειας έχει μια άλλη σημασία, το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πια από κανέναν η οικτρή αποτυχία των συνταγών της λιτότητας και της λογικής της δημοσιονομικής συρρίκνωσης.
Μαύρο πέπλο
Τι σημαίνουν λοιπόν τα "κηρύγματα" του Σόιμπλε και των ομοϊδεατών του για "προσαρμογή" και "μεταρρυθμίσεις", η σθεναρή υποστήριξή του στο "αλάθητο" του ευρωμονόδρομου όταν οι ειδικοί έχουν αποφανθεί για την αποτυχία των πολιτικών του; Αρκεί να κοιτάξει κανείς την ανοδική πορεία που είχε το γερμανικό ΑΕΠ την περίοδο μετά την ύφεση του 2008 (αύξηση κατά 1 τρισ. ευρώ από το 2009) και το πλεόνασμα - ρεκόρ της περυσινής χρονιάς -αλλά και το πώς μοιράστηκε αυτός ο πλούτος στο εσωτερικό της Γερμανίας- για να καταλάβει ότι το μεγάλο γερμανικό κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να βρει άλλον καλύτερο εκπρόσωπο για τα συμφέροντά του από τον άνθρωπο που κάθησε στην καρέκλα τού υπουργείου Οικονομικών μετά το ξέσπασμα της κρίσης, το 2009.
Τελευταία έρευνα του London School of Economics για την ευρωκρίση και τις συνέπειές της καταλήγει στο -αυτονόητο, αλλά όχι αυταπόδεικτο- συμπέρασμα πως τα μέτρα λιτότητας επιβράδυναν την ανάκαμψη στις περιφερειακές οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. και τη Βρετανία μετά την ύφεση του 2008. Την ίδια στιγμή, και σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, χώρες με μεγάλο δημόσιο χρέος αποδείχθηκαν πολύ πιο ανθεκτικές και αποτελεσματικές στην προστασία των τοπικών και περιφερειακών οικονομιών τους από εκείνες με μικρότερη επιβάρυνση σε αυτό τον τομέα.
Την έρευνα υπογράφουν οι δρ. Ρικάρντο Κρεσέντζι και δρ. Νταβίντ Λούκα του τμήματος Γεωγραφίας και Περιβάλλοντος του LSE και η δρ. Σιμόνα Μίλιο του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου του ίδιου πανεπιστημίου. Βασικός σκοπός των τριών οικονομολόγων ήταν να χαρτογραφήσουν τον αντίκτυπο της κρίσης σε βασικούς δείκτες της οικονομίας, όπως π.χ. το ΑΕΠ και η ανεργία στο σύνολο των κρατών - μελών της Ε.Ε. Κατόπιν, διερευνήθηκαν οι πιθανές διασυνδέσεις ανάμεσα στους προ κρίσης οικονομικούς συντελεστές και τις επιδόσεις των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά την κρίση και κατά πόσο αυτές επιδείνωσαν ή μετρίασαν τη βραχυπρόθεσμη συρρίκνωση των περιφερειακών οικονομιών.
Γερμανικός "πυρήνας"
Τρία είναι τα βασικά συμπεράσματα που βγαίνουν από αυτή την έρευνα. Κατ' αρχάς και αντίθετα με την κοινή πεποίθηση που καλλιεργούν τα ΜΜΕ, η γεωγραφία των συνεπειών της ευρωκρίσης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή στη βάση μια απλής διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου. Η ανάλυση των τάσεων που εμφανίζονται στις περιφερειακές οικονομίες της Ε.Ε. μετά το 2008 "αποκαλύπτουν" ότι υπάρχει ένας γεωγραφικός "πυρήνας" στην ηπειρωτική Ευρώπη όπου οι επιπτώσεις της κρίσης είναι ελάχιστες ή μέτριες και ο οποίος περιλαμβάνει τη Γερμανία, το μεγαλύτερο μέρος της γειτονικής Πολωνίας και εκτείνεται μερικώς σε γειτονικές περιοχές, όπως οι περισσότερες επαρχίες της Σλοβακίας και της Τσεχίας. Ο γερμανικός "πυρήνας" περιβάλλεται από ένα "δαχτυλίδι" πιο απομακρυσμένων περιοχών όπου οι επιπτώσεις της κρίσης ήταν σοβαρές ή πολύ σοβαρές και το οποίο σχηματίζεται από τις περισσότερες Περιφέρειες της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, τμημάτων της Ιταλίας, της Ελλάδας, της Κύπρου, της Λιθουανίας, της Λετονίας και της Εσθονίας.
Το δεύτερο στοιχείο της έρευνας είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί εστιάζει στον ρόλο που παίζουν οι κυβερνητικές παρεμβάσεις και το μέγεθος των κρατικών δαπανών στην άμβλυνση των συνεπειών της κρίσης. Παρατηρώντας και αναλύοντας τους προ κρίσης μακροοικονομικούς συντελεστές σε εθνικό επίπεδο και τις επιδόσεις των ευρωπαϊκών οικονομιών μετά το 2008, οι καθοριστικοί παράγοντες είναι το μοτίβο των εθνικών εμπορικών ροών (εξαγωγές - εισαγωγές) και το μέγεθος των κρατικών δαπανών. Ένα εύρωστο πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών συνδέεται κατά κανόνα με ισχυρότερες οικονομικές επιδόσεις και καλύτερο επίπεδο περιφερειακής απασχόλησης, αλλά, την ίδια στιγμή, οι χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος επέδειξαν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη θωράκιση των περιφερειακών οικονομιών τους σε βραχυπρόθεσμη βάση τόσο από άποψη οικονομικής παραγωγής όσο και απασχόλησης. Βεβαίως, οι ερευνητές του LSE επισημαίνουν ότι το εύρημα αυτό δεν υποδηλώνει οπωσδήποτε ένα μακροπρόθεσμα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο, αλλά προσφέρει βασικά αποδεικτικά στοιχεία για τη σημασία των παρεμβάσεων σε επίπεδο κυβερνητικής πολιτικής με στόχο την άμβλυνση των βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων των υφεσιακών σοκ.
Ανθρώπινο κεφάλαιο
Το τρίτο συμπέρασμα που βγαίνει από την εξέταση των παραγόντων εκείνων που συνετέλεσαν στην ανθεκτικότητα των περιφερειακών οικονομιών στην κρίση είναι επίσης αξιοπρόσεκτο και ιδιαίτερα ελπιδοφόρο: το ανθρώπινο κεφάλαιο αποδείχθηκε ο μοναδικός και ίσως ο πιο σημαντικός παράγοντας ανθεκτικότητας των περιφερειακών οικονομιών απέναντι στο σοκ της ύφεσης. Σε αντιστοιχία με το οικονομικό κεφάλαιο, το ανθρώπινο κεφάλαιο αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης και τα ειδικά χαρακτηριστικά του, όπως εκπαίδευση, εμπειρία, γνώση του αντικειμένου, προθυμία κ.λπ., που μπορούν να προσθέσουν οικονομική αξία στην επιχείρηση.
Σύμφωνα με τη θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου, η εκπαίδευση αυξάνει τις γνώσεις και την παραγωγικότητα των ατόμων και κατά συνέπεια συμβάλλει στην ανάπτυξη. Αντιμετωπίζοντας τον εργαζόμενο ως κεφάλαιο μιας επιχείρησης και παρέχοντάς του εργαλεία με τα οποία επιλέγεται, εξελίσσεται, αναπτύσσεται και αξιοποιείται, το προσωπικό μετατρέπεται εν τέλει στο πιο πολύτιμο κεφάλαιο μιας επιχείρησης. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναδεικνύει τη σημασία του ανθρώπινου κεφαλαίου στην οικονομία είναι η ταχεία ανοικοδόμηση που επιτεύχθηκε μεταπολεμικά στις ηττημένες χώρες του Άξονα χάρη στην επιβίωση μιας μεγάλης δεξαμενής ανθρώπινου κεφαλαίου.
Στην περίπτωση της ευρωκρίσης, το μεγάλο "σωσίβιο" ήταν η ικανότητα των περιφερειακών οικονομιών να προσδιορίσουν τις καλύτερες βραχυπρόθεσμες λύσεις για να πετύχουν την προσαρμογή τους στο μεταβαλλόμενο και με περισσότερες προκλήσεις εξωτερικό περιβάλλον. Το ανθρώπινο κεφάλαιο εδώ ήταν το σημείο - κλειδί. Η έρευνα έδειξε πως η οικονομική προσαρμογή δεν προήλθε απαραιτήτως μέσα από διαδικασίες βασισμένες στην τεχνολογία και σε επενδύσεις για έρευνα και ανάπτυξη, αλλά μέσα από το ειδικευμένο εργατικό δυναμικό που ενίσχυσε τη γρήγορη ανάπτυξη και οργάνωση μια σειράς καινοτόμων λύσεων.
Παλιά και νέα Ευρώπη
Τα αποτελέσματα της πολύ ενδιαφέρουσας έρευνας του LSE επιφυλάσσουν για το τέλος ακόμη μια πικρή διαπίστωση: το μεγάλο χάσμα που εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των περιφερειών της «παλαιάς» Ευρώπης και τα νέων κρατών - μελών. Στα «νέα» κράτη - μέλη, και ιδίως στις περιοχές της Πολωνίας, της Σλοβακίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας, οι μετά το 2008 θετικές οικονομικές επιδόσεις φαίνεται ότι καθοδηγήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους από μια διαδικασία διαρθρωτικών και τεχνολογικών προσπαθειών ανάκτησης του χαμένου εδάφους -και όχι πραγματικής ανάπτυξης-, ενώ οι τοπικές οικονομίες συνέχισαν να επωφελούνται από τη σχετικά πρόσφατη ένταξη στην Ε.Ε. Έτσι, αυτή η κατάσταση μετρίασε κάπως τις συνέπειες της γενικευμένης ύφεσης.
Σχολιάζοντας τα συμπεράσματα της έρευνας, ο δρ Κρεσέντζι, επίκουρος καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας στο LSE, τόνισε: «Τα αποτελέσματα αυτά παρέχουν στους ευρωπαϊκούς, εθνικούς και περιφερειακούς φορείς χάραξης πολιτικής, τα προκαταρκτικά στοιχεία προκειμένου να αξιολογήσουν τις ικανότητες των τοπικών οικονομιών σε επίπεδο πόλης και Περιφέρειας, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές κρίσεις και να σχεδιάσουν επαρκείς τρόπους αντίδρασης. Ελπίζουμε ότι η έρευνά μας θα αναζωπυρώσει τη δημόσια συζήτηση σχετικά με το πώς μπορεί να ξεκινήσει και πάλι η τοπική ανάπτυξη και η απασχόληση πέρα από τα μέτρα λιτότητας".