Τι είναι ο «Επιθεωρητής» του Γκόγκολ που αποτελεί για τους Ρώσους ένα είδος εθνικής θεατρικής (και όχι μόνο) κληρονομιάς, κάτι σαν το Α και το Ω του θεάτρου τους; Αλλά και στην Ελλάδα εξαιρετικά δημοφιλής κωμωδία, παιγμένη τουλάχιστον είκοσι πέντε φορές από το 1900 μέχρι σήμερα, δηλαδή κατά μέσο όρο μια παράσταση κάθε τέσσερα χρόνια! Αλλάζουν οι κυβερνήσεις, ο «Επιθεωρητής» όμως μένει!
Επιφανειακά είναι μια σάτιρα της διεφθαρμένης τσαρικής γραφειοκρατίας και του υπαλληλικού κράτους που είχε ιδρύσει ο Μεγάλος Πέτρος επάνω στα πρότυπα της Δύσης. Σε μια επαρχιακή πόλη της Ρωσίας διαδίδεται η φήμη ότι πρόκειται να φθάσει, αγνώριστος, ένας ανώτερος Επιθεωρητής της Δημόσιας Διοίκησης για να ελέγξει τα πεπραγμένα των υφισταμένων του. Μέσα στον πανικό τους οι ντόπιοι τυραννίσκοι, ο Έπαρχος, ο Δικαστής, ο Επόπτης των Ευαγών Ιδρυμάτων, ο επόπτης των Σχολείων, ο Διευθυντής του Ταχυδρομείου, αλλά και ολόκληρη η «καλή κοινωνία», εκλαμβάνουν λανθασμένα ως επιθεωρητή έναν απένταρο νεαρό δανδή (Χλεστακώφ) που έχει ξεπέσει στα μέρη τους μαζί με τον υπηρέτη του. Εδώ αρχίζει η κωμωδία, επειδή ο πιο πάνω αποδέχεται πρόθυμα την ιδιότητα που του αποδίδουν, για να τον «απορροφήσει» ο ρόλος του στη συνέχεια και να αρχίσει σχεδόν να τον πιστεύει και ο ίδιος. Απολαμβάνει όλα τα «προνόμια» που του παρέχει η νέα του θέση, για να προλάβει, μόλις, να δραπετεύσει λίγο πριν καταφθάσει ο αληθινός Επιθεωρητής ! Ξαφνικά, τα πράγματα σοβαρεύουν επικίνδυνα. Πίσω από την ανελέητη σάτιρα της τσαρικής κοινωνίας αρχίζουμε να διακρίνουμε το δικό μας πρόσωπο στον καθρέφτη.
Ο Γκόγκολ δεν ήθελε να βλέπουν τον «Επιθεωρητή» σαν μια απλή σάτιρα ή σαν ένα κοινωνικό σχόλιο. Θεωρούσε το έργο του μια αλληγορία, «όπου η αφυπνισμένη συνείδηση μας υποχρεώνει στο τέλος να κοιτάξουμε μέσα μας βαθιά και με καθαρή ματιά». Όπως και να έχει το πράγμα, ο Γκόγκολ θεωρούσε το γέλιο σαν καθαρτήριο μέσο που προσφέρει στον άνθρωπο μια βαθιά και διαφωτιστική εμπειρία. «Όσοι θεωρούν το γέλιο σαν κάτι ασήμαντο», έγραφε, «απλώς δεν μπόρεσαν ποτέ να αισθανθούν τη δύναμή του να ανυψώνει και να απελευθερώνει». Μπορούμε άρα άνετα... να γελάμε κι εμείς, καθαρτήρια και λυτρωτικά, με το δικό μας πρόσωπο, στον καθρέφτη του «Επιθεωρητή» !
Υποτίθεται ότι την ιδέα του έργου πρότεινε στον Γκόγκολ ο Πούσκιν, που του είχε συμβεί μια παρόμοια ιστορία. Ωστόσο δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε την επιρροή του Μολιέρου και, ίσως, πίσω από αυτόν, του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες και του «Δον Χουάν» του Τίρσο ντε Μολίνα. Ο «Χλεστακώφ» δεν παύει σε όλο το έργο να είναι ένας ευγενής απατεώνας που αποσπά τη συμπάθειά μας.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Σπύρος Ευαγγελάτος, σε απόδοση δική του στο «Ακροπόλ», μια μεγάλη και πολυέξοδη παραγωγή με δεκατρείς ηθοποιούς, χωρίς να προτείνει μια καινούργια άποψη ή να μπαίνει σε μεγάλο βάθος, είναι ωστόσο στρωτή, δεμένη, ομοιογενής υφολογικά, προβάλλει το στοιχείο της σάτιρας και βγάζει γέλιο. Η αμίμητη εξωστρεφής, πληθωρική περσόνα του Γιώργου Αρμένη δεσπόζει στον «Έπαρχο» και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης παίζει αισθαντικά και ωραία, με μια αδιόρατη μελαγχολία στο βλέμμα, τον Ρώσο «Δον Ζουάν». Αυτοί είναι οι δύο κύριοι ρόλοι.
Ο Μιχάλης Μητρούσης φτιάχνει, δίπλα στον «κύριό» του, έναν έξοχο μολιερικό «υπηρέτη». Ο Θόδωρος Κατσαφάδος δίνει απλόχερα τον «Επόπτη Ευαγών Ιδρυμάτων» (η σκηνή της ακατάπαυστης φλυαρίας απολαυστική), ο Γιώργος Ψυχογιός αποτυπώνει χαρακτηριστικά τον Δικαστή και ο Βαγγέλης Ψωμάς καίρια τον «Επόπτη Σχολείων». Ο Θανάσης Κουρλαμπάς είναι μια ιδιαίτερη φιγούρα «Διευθυντή Ταχυδρομείου». Ο Θανάσης Δήμου και ο ΄Αγγελος Μπούρας, ως «δίδυμοι κτηματίες Μπομπτσίνσκι - Ντομπτσίνσκυ», βγάζουν γέλιο. Η Αριέττα Μουτούση (Άννα Αντριέγεβνα) δίνει άνετα, παρ' ότι λίγο τηλεοπτικά, τον ρόλο της «μπούφας» συζύγου και η Δανάη Σκιάδη (Μαρία Αντόνοβνα) παίζει με στοιχεία «μπριλάντε» την «μπούφα» θυγατέρα. Ο Θωμάς Γκαγκάς και ο Γιώργος Μπούγος στέκουν στους ρόλους τους.
Έχω την αίσθηση ότι τα «γραφίστικα» σκηνικά του Πάτσα δεν έδεναν με τα «τρισδιάστατα» κοστούμια του Μετζικώφ. Δεν έχω ιδιαίτερες ενστάσεις για τη μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου.