Ο Λευτέρης Βογιατζής δεν είναι πια μαζί μας! Τι ανεπανόρθωτη απώλεια για το θέατρό μας! Θα χαιρετίσω όμως, πρώτα, πριν από τον λαμπρό ηθοποιό και σκηνοθέτη, πρώτο της γενιάς του, τον άνθρωπο πού ξεκίνησε έναν διάλογο επί της ουσίας με τους κλασικούς, κατορθώνοντας να συνδέσει πρωτότυπα το παλιό με το νέο, το αιώνιο με το σύγχρονο, το ξένο με το ντόπιο θέατρο, την ελεύθερη σκηνοθετική φαντασία με τον σεβασμό των κειμένων, κάτι σπάνιο στην Ελλάδα. Ακόμη και στις (λίγες), σχετικές αποτυχίες του, με πολύ σκληρή και επίμονη δουλειά, «έβγαζε στην επιφάνεια» το πολύτιμο ορυκτό των έργων και των ρόλων που υποδυόταν. Ποτέ δεν τα πρόδωσε. Ως ηθοποιός και ως σκηνοθέτης μπορούσε να «ανασκάπτει» το γράμμα και το πνεύμα, εξελίσσοντας τη γραμμή του, εξελισσόμενος και ο ίδιος.
Από τον Κυριακάτικο περίπατο του Ζωρζ Μισέλ (πρώτη του εμφάνιση ως ηθοποιού) ώς τις Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης του Χόρβατ, από τον Ερωτόκριτο και την αριστοφανική Λυσιστράτη ως τη Σπασμένη στάμνα του Κλάιστ, που στερέωσε το προσωπικό ύφος του, από τον Γκριμπογιέντωφ, που τον εισήγαγε στον λαβύρινθο της ρωσικής ψυχής, και από τον Ευριπίδη των Βατράχων ώς τους Αγροίκους του Γκολντόνι, ο Λευτέρης Βογιατζής δούλευε εξαντλητικά πλουτίζοντας τα εκφραστικά του μέσα.
Η πρώτη συνάντησή του με το σύγχρονο ελληνικό δράμα (στο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου Σε φιλώ στη μούρη), του πρόσφερε, πιστεύω, ένα σημαντικό στοιχείο. Διέκρινε σε αυτό το έργο του Διαλεγμένου (και στα άλλα του που ανέβασε κατόπιν, όπως και στο θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη) τον σπερματικό τραγικό λόγο και αναζήτησε σε αυτόν ένα πέρασμα που θα τον έβγαζε, ανορθόδοξα αλλά ουσιαστικά, στον χώρο της τραγωδίας. Είδε στους ξεπεσμένους, περιθωριακούς ήρωές του νεοτέρου θεάτρου μας, «ράκη» του Οιδίποδα, της Ιοκάστης κ.ά. και κατάλαβε πριν από όλους ότι η Τραγωδία, μη έχοντας πού αλλού να φιλοξενηθεί στις μέρες μας, καταφεύγει στους κυνηγημένους και στους άστεγους. Όχι στα παλάτια ούτε στα αστικά σπίτια, αλλά στα «καπνισμένα δώματα των ταπεινών», όπου καταφεύγει η διωγμένη από την Πόλιν, εξόριστη Δίκη, σύμφωνα με τον βαθύ λόγο του Αισχύλου (Ορέστεια). Διέκρινε το κρυμμένο τραγικό στοιχείο και έδωσε αυτά τα έργα ανάλογα: όχι νατουραλιστικά, ούτε ιστορικά, αλλά με τους ξεπεσμένους, περιθωριακούς, εξόριστους ήρωές τους να έχουν τραγικό μέγεθος, υπό το πρίσμα πάντα του μεγάλου χρόνου, που αυτός τους περιμένει για να τους δικαιώσει.
΄Ελαβε το μήνυμα, ότι η Τραγωδία δεν είναι μίμησις (τραγικής) πράξεως, όπως πολλοί υποθέτουν σήμερα, δηλαδή μια φορμαλιστική μίμηση από δεύτερο χέρι, αλλά το αντίθετο, είναι (τραγική) μίμησις πράξεως, άρα μίμηση πρωτογενής και δημιουργία εκ του μηδενός. Επειδή τραγική δεν είναι η πράξη a priori. Γίνεται, με την τραγική μίμηση του ποιητή, και ολοκληρώνεται σε παράσταση, με την τραγική μίμηση του υποκριτή! Δεν πρόκειται για ζήτημα μορφής, αλλά για θέμα ουσίας!
Ο Λευτέρης Βογιατζής αξιοποίησε το δίδαγμα στην Τραγωδία, στοχεύοντας πάντα στον πυρήνα της και απαλλάσσοντάς την από στολίδια και «μαλάματα». Αυτή ήταν η μια σπουδαία συνεισφορά του, ως σκηνοθέτη, ότι έσπασε την κλειστή φόρμα για να αναδείξει το σπέρμα της τραγωδίας που διαποτίζει παντού και πάντα το μεγάλο θέατρο, το θέατρο - θέατρο, ασχέτως εποχής ή σχολής! Μια κατάκτηση που τον ελευθέρωσε από τη φυλακή της μορφής, τον απέσπασε από τη δουλεία της και τον όρισε ως καλλιτέχνη και ως πνευματικό άνθρωπο, χωρίς να τον εγκαταλείψει ώς το τέλος.
Η μανική αναζήτηση της ουσίας τον ακολούθησε πιστά, όπως το Δαιμόνιο τον Σωκράτη, στη μεταγενέστερη πορεία του σε όλο το φάσμα του παγκόσμιου θεάτρου, στα έργα ή στους ρόλους που επέλεγε. Στον Θείο Βάνια του Τσέχωφ, στο Ρίττερ - Ντένε - Φος, στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, στο Με δύναμη από την Κηφισιά του Κεχαΐδη, στον Μισάνθρωπο του Μολιέρου, στη Νύχτα της Κουκουβάγιας (Διαλεγμένος) στους Πέρσες του Αισχύλου, στο Πιντερικό Τέφρα και σκιά, στη διπλή Σάρα Κέην, στο Σε εσάς που με ακούτε της Αναγνωστάκη, στο Σχολείο γυναικών του Μολιέρου, στην Bella Venezia (Διαλεγμένος).
Στη δεύτερη Αντιγόνη, στη σπαρακτική Ήμερη του Ντοστογιέφσκι, στον Τόκο (Δημητριάδης), στις δύο μνημειώδεις τελευταίες του παραστάσεις πολιτικές - υποθήκες της οδού Κυκλάδων: στο Ύστατο σήμερα του Μπάρκερ, και στο Θερμοκήπιο του Πίντερ. Στο κύκνειο, τέλος, άσμα του στην Επίδαυρο, τον Αμφιτρύονα του Μολιέρου.
Το άλλο μεγάλο κατόρθωμά του, ως ηθοποιού, ήταν ότι έφτιαξε και καλλιέργησε έναν ανεπανάληπτο, προσωπικό, πρωτογενή υποκριτικό κώδικα, με τη χρήση εσωτερικών συμβόλων. Η «μίμησή» του δεν ήταν ό,τι συνήθως αποκαλούμε ρεαλιστική ή νατουραλιστική, αναπαραστατική δηλαδή μιας εικόνας σε καθρέφτη. Ήταν «φυσική», αλλά με την έννοια ότι άρμοζε στη φύση του έργου και του ρόλου. Ήταν «τραγική», με όλη τη σημασία της λέξης! Το πρόσωπό του ήταν η σύγχρονη τραγική μάσκα! Ο ίδιος ήταν ένας τραγικός ποιητής εικόνων και λέξεων!
Καληνύχτα, ακριβέ μας Λευτέρη. Σε δύσκολους καιρούς μάς έμαθες να κρατάμε το κεφάλι ψηλά.