Έντεκα αμείλικτα και σκληρά ερωτήματα για την υγειονομική κατάσταση της Θεσσαλονίκης για το υγειονομικό προσωπικό και τις υποδομές του ΕΣΥ τίθενται στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας με πρωτοβουλία του Βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης Χρήστου Γιαννούλη και την καθοριστική συμβολή των συναδέλφων Βουλευτών Α’ και Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ.
Έντεκα ερωτήματα, για την εξάντληση του υγειονομικού προσωπικού, την υπόστελέχωση, τη μειωμένη λειτουργία των νοσοκομείων για τα περιστατικά καθημερινής νοσηρότητας, τις ελλείψεις σε βασικά είδη, την απουσία μοριακών αναλυτών, για τις συνθήκες εν γένει που επικρατούν στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης εν μέσω του δεύτερου κύματος της πανδημίας, ζητούν άμεσες ειλικρινείς πειστικές και αποτελεσματικές απαντήσεις και παρεμβάσεις
Το δημόσιο σύστημα υγείας, που έχει σηκώσει το βάρος διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης, ένα δημόσιο σύστημα υπό στελεχωμένο αλλά αξιόμαχο σε ένα περιβάλλον εχθρικό, τόσο εχθρικό που η μόνη κυβερνητική επιβράβευση εξαντλείται στα χειροκροτήματα.
Αναμενόμενη βέβαια συμπεριφορά από μια κυβέρνηση, που ο Πρωθυπουργός της μόλις τον Δεκέμβριο του 2019 οραματιζόταν το ΕΣΥ να αγοράζει εξετάσεις για τους ασθενείς του από τον ιδιωτικό τομέα και είχε εξαγγείλει μάλιστα και την τοποθέτηση ιδιωτικών μηχανημάτων στα νοσοκομεία.
Τον πρόλαβε η πανδημία και στην Θεσσαλονίκη, που λειτουργούν για την αντιμετώπισή της 4 νοσοκομεία αναφοράς, όχι μόνο δεν έχει προσληφθεί επιπλέον προσωπικό αλλά και τα δύο εξ αυτών δεν έχουν καν μοριακούς αναλυτές για την ανίχνευση του covid -19. Έτσι τα υπόλοιπα δείγματα στέλνονται σε ιδιωτικά εργαστήρια !
Την ίδια στιγμή οι ασθενείς που δεν νοσούν παραμένουν για ώρες στους προαύλιους χώρους, ειδικά του ΑΧΕΠΑ, περιμένοντας να κάνουν το τεστ ανίχνευσης του ιού, ενώ και αυτοί που νοσούν μέχρι να ολοκληρωθεί η διενέργεια των τεστ, δεν παραμένουν σε αυτόνομους χώρους με αποτέλεσμα να είναι υπαρκτός ο κίνδυνος ενδονοσοκομειακής διασποράς. Η αντιμετώπιση των περιστατικών καθημερινής νοσηρότητας είναι μειωμένη καθώς το βάρος πέφτει στην αντιμετώπιση της πανδημίας.
Η υποστελέχωση του προσωπικού είναι εμφανής και μέσα στην πανδημία’ Το 2019 αποχώρησαν επιπλέον 500 ιατροί την ίδια στιγμή, που η κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόσληψη συνολικά 400, μη μπορώντας δηλαδή να καλύψει ούτε τις συνταξιοδοτήσεις ενός έτους. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στις ΜΕΘ-ΜΑΦ, όπου αυξάνονται οι κλίνες χωρίς όμως να αυξάνεται και το προσωπικό. Στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης κατά καιρούς καταγράφονται ελλείψεις ακόμα και σε γάντια ενώ οι χειρουργικές μάσκες, που αναλογούν στο προσωπικό είναι μία ανά μέρα, όταν όλοι γνωρίζουν ότι η χρήση της μάσκας εξαντλείται στο τρίωρο και πρέπει να αλλαχθεί μόλις υγρανθεί.
Δεν υπάρχει τακτικός έλεγχος του προσωπικού για την ανίχνευση του ιού covid 19 ενώ και μετά την επιστροφή του από τις διακοπές εξακολουθούν να εργάζονται μέχρι την έκδοση των αποτελεσμάτων των τεστ, που μπορεί να είναι από μερικές ώρες έως 2 ημέρες.
Αυτή είναι η κατάσταση των δημόσιων νοσοκομείων στη Θεσσαλονίκη και δεν κρύβεται, ούτε βελτιώνεται με επικοινωνιακές πομφόλυγες. Ούτε βέβαια με τον νεοείσακτη πολιτική λογική του Μέσου όρου που εισήγαγε η Υπουργός Παιδείας.
Για μία ακόμη φορά ρωτάμε και ταυτόχρονα υπενθυμίζουμε στην Κυβέρνηση την συνταγματική πρόβλεψη, ότι το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και θα ήταν κενό γράμμα αν δεν υπήρχε το εθνικό σύστημα υγείας, που αποτέλεσε την πιο ουσιώδη συνταγματική κατάκτηση για τη ζωή των πολιτών στην μεταπολιτευτική Ελλάδα. Και αυτό το δημόσιο σύστημα υγείας, η πλειονότητα των Ελλήνων θα συνεχίσει να εμπιστεύεται και να υπερασπίζεται.
Στην Θεσσαλονίκη όμως που πλήττεται έντονα αυτές τις ημέρες, ο νόμος της αδράνειας και της αδιαφορίας προοιωνίζει ακόμη πιο δύσκολες ημέρες.