Η Ιλιάδα είναι ένα έπος πατριωτικό, αλλά με έννοια αντίστροφη από ότι κάποιοι μοιάζει ακόμη να πιστεύουν. Παίρνει απροκάλυπτα τη θέση του «εχθρού» που πολεμά, νόμιμα, «υπέρ πάτρης». Ο Έκτορας είναι το «παλληκάρι» των Τρώων και ο θετικότερος ήρωας του έργου. Το έπος, που τελειώνει με τους δύο αντίπαλους, τον Αχιλλέα και τον Πρίαμο, να συμφιλιώνονται και να ετοιμάζουν από κοινού την ταφή του Έκτορα, περιέχει τα σπέρματα της τραγωδίας. Είναι, επειδή ξέρουμε ότι η Τροία θα πέσει από τις «αμαρτίες» των ανθρώπων της και από την εμμονή τους στο σφάλμα. Η αρπαγή της Ελένης παραβιάζει τον «κανόνα της αμοιβαιότητας» που διέπει τις ανταλλακτικές κοινωνίες και η πόλη τού Πριάμου είναι όλη συνυπεύθυνη επειδή εμμένει στο αρχικό λάθος, χωρίς να ακούει τις σώφρονες φωνές του Έκτορα ή της Εκάβης. Τα αντίστοιχα λάθη των Ελλήνων δεν είναι λιγότερα και δεν αποκρύπτονται ούτε ωραιοποιούνται από τον ποιητή. Η δική τους τραγωδία βρίσκεται «επί θύραις».
Με καμβά την ωραία και πιστή απόδοση του Δημήτρη Μαρωνίτη, η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού βάζει έναν διπλό, δύσκολο, στόχο και τον πετυχαίνει σε μεγάλο βαθμό: να μεταφέρει στη σκηνή το αυθεντικό έπος, όπως είναι, κάθετα, χωρίς παραποιήσεις ή στρεβλώσεις, διατρέχοντας συγχρόνως λοξά τις ποικίλες ιδιοτελείς του χρήσεις, για αλλότριους σκοπούς, από το στρεβλό νεοελληνικό γίγνεσθαι. Ένα πολύ ενδιαφέρον, γόνιμο πείραμα.
Ως προς το πρώτο, η σκηνοθεσία μοιάζει να ακολουθεί τα διδάγματα του ίδιου του έπους. Όταν ο ποιητής - ραψωδός μιλά σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή «δανείζεται» την περσόνα του ήρωα, ο ηθοποιός, αντίστοιχα, «παίζει» τον ήρωα οριζόντια, συγκρατημένα και σαν λίγο «σαστισμένο» που βρέθηκε, έτσι ξαφνικά, απ' τη γλώσσα στη σκηνή. Όταν ο ποιητής - ραψωδός αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο τα κατορθώματα του ήρωα, ο λόγος του μοιράζεται σε πολλούς ηθοποιούς που παίζουν εναλλάξ τον ποιητή και το κοινό του. Το πράγμα κύλησε ομαλά, χωρίς καθόλου να κουράζει, παρά τη μεγάλη διάρκεια της παράστασης.
Ως προς το δεύτερο, χρησιμοποιήθηκαν εμβόλιμες εικόνες από το ίδιο το έπος, κωμικά «κεκαμμένες» από το βάρος τόσης πραγματικότητας και τόσης ιστορίας που έχει πέσει πάνω τους. Έξοχη βρήκα τη σκηνή, π.χ., όπου ένας Αγαμέμνων λοχίας - εκπαιδευτής (Δημήτρης Ήμελλος) κάνει μάθημα πατριδογνωσίας στους νεοσύλλεκτους φαντάρους, με βάση την Ιλιάδα ! Μια σπαραξικάρδια σκηνή, που συνοψίζει όλο το σκεπτικό της παράστασης, και δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις. Σκέφτομαι πόσο η ενότητα και η συνέχεια της ελληνικής γλώσσας μάς βοηθά να δούμε αυτά τα κείμενα στην αδιατάρακτη χρονική συνέχεια και στο διαταραγμένο «τώρα» τους. Χρειάζεται όμως μεγαλύτερη προσοχή στη μείξη του κωμικού με το σοβαρό. Η Θέτις και η Εκάβη, π.χ., όπως διδάχθηκαν και αποδόθηκαν από τη Μαρία Σαββίδου, ως ρόλοι ευτράπελοι, συνιστούν ατόπημα.
Το σύνολο σχεδόν των ηθοποιών εντάχθηκε στο ιδιότυπο, μεικτό κλίμα. Ο Δημήτρης Ήμελλος φόρεσε ένα αγέλαστο προσωπείο - κοστούμι στον Αγαμέμνονα, σαν τη νεκρική του μάσκα, κατάλληλο για επίσημες και όχι περιστάσεις. Η Νεφέλη Κουρή έχει οξυμμένες «κεραίες», ακούει και πιάνει τα μηνύματα (Χρυσηίδα, Βρισηίδα, Αφροδίτη, «Ίρις»... και άλογο του Αχιλλέα). Ο Νίκος Καρδώνης χτίζει στέρεα και διακριτά τους αντιθετικούς του ρόλους (Μενέλαος, Νέστωρ, Θερσίτης, Πολυδάμας Σκάμανδρος και Όνειρος). Ο Γιώργος Χριστοδούλου είναι ένας «δικός μας» Αχιλλέας. Η λιτή Αργυρώ Ανανιάδου ως Αθηνά σώζει την τιμή της θεάς. Ο Βασίλης Ανδρέου είναι ένας τίμιος Πρίαμος, λυπημένος Χρύσης, θυμωμένος Απόλλων. Ο Άρης Τρουπάκης δίνει μια ανθρώπινη εκδοχή του Εκτορα κι η Αμαλία Τσεκούρα μια αντάξιά του, εύθραυστη Ανδρομάχη. Ο Λευτέρης Αγγελάκης φτιάχνει «απαλά» το δίδυμο σχήμα των εχθρών - φίλων Γλαύκου και Διομήδη. Σημειώνω τις καλές παρουσίες των, Γεράσιμου Μιχελή (Αίας), Διονύση Μπουλά (Πάτροκλος), Χρήστου Σουγάρη (Δίας, Οδυσσέας), Γιώργου Τσιαντούλα (Πάρης, Σαρπηδών, Άρης), Γιάννη Παναγόπουλου (Ποσειδών, Αινείας). Τα «παίζοντα» σκηνικά - κοστούμια είναι της Ελένης Μανωλοπούλου. Η διακριτική μουσική σύνθεση του Λάμπρου Πηγούνη και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.