Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αν δεν έθετε το θέμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, των τουρκικών απειλών και του casus belli. Έρχονται εκλογές και οι πιέσεις, ειδικά δεξιότερα της Ν.Δ., είναι πολύ μεγάλες ιδίως για τα εθνικά θέματα. Το ενδεχόμενο της δημιουργίας ενός κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά είναι ένας μεγάλος πονοκέφαλος για το κυβερνών κόμμα.
Είναι η προεκλογική μάχη που οδήγησε τον πρωθυπουργό να προχωρήσει σε δηλώσεις καταγγελίας της τουρκικής πολιτικής. Φυσικά και κάθε Έλληνας πρωθυπουργός είναι υποχρεωμένος να θέσει διεθνώς, ειδικά στους οργανισμούς όπου η χώρα μας είναι μέλος όπως το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε., το ζήτημα των τουρκικών απειλών. Γι’ αυτό και αποτελούσε μεγάλη απορία η αμήχανη σιωπή της κυβέρνησης πριν από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ. Θέματα όπως αυτό των τουρκικών απειλών δεν κλείνει και δεν μπορεί να συζητηθεί σε μια τέτοια σύνοδο με δηλώσεις της τελευταίας στιγμής. Πρέπει να έχουν προηγηθεί η προετοιμασία και η ένταξη του θέματος στην ατζέντα της συνόδου. Ακόμα και αν θέλαμε απλώς να τεθεί το θέμα στο τραπέζι της συζήτησης των αρχηγών των κρατών-μελών, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί η κατάλληλη προετοιμασία.
Η ανορθογραφία
Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε το τουρκικό casus belli ως ιστορική ανορθογραφία που αντιτίθεται στο πνεύμα καλής γειτονίας και στις αρχές της νατοϊκής συμμαχίας. «Δεν είναι η πρώτη φορά που έχω αναφερθεί στο casus belli. Είχα την ευκαιρία να το κάνω όταν βρέθηκα στη διμερή μας συνάντηση με τον Πρόεδρο Ερντογάν πριν από κάποιους μήνες. Νομίζω ότι είναι μια ιστορική ανορθογραφία» ανέφερε και πρόσθεσε: «Δεν συντάσσεται ούτε με τη Διακήρυξη των Αθηνών ούτε με το καλό κλίμα το οποίο θέλουμε να χτίσουμε ως δύο γειτονικές χώρες που, παρά τις διαφορές μας, θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε ειρηνικά και να χτίζουμε σχέσεις καλής γειτονίας». Παράλληλα, επισήμανε ότι υφίστανται σημαντικά νομικά εμπόδια για την προμήθεια αμερικανικών μαχητικών F-35 από την Τουρκία, λόγω της προηγούμενης αγοράς των ρωσικών συστημάτων S-400.
Ο Κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ, τονίζοντας ότι η Ελλάδα υπερκαλύπτει τις αμυντικές δεσμεύσεις της δαπανώντας πάνω από το 3,5% του ΑΕΠ της. Υπενθύμισε επίσης ότι η χώρα μας θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, ενώ υπεραμύνθηκε του μακροπρόθεσμου εξοπλιστικού προγράμματος των 28 δισεκατομμυρίων ευρώ ως απαραίτητο τίμημα για την εθνική κυριαρχία. Οι δηλώσεις αυτές έγιναν έξω από την αίθουσα της συζήτησης των αρχηγών. Έχουν τη σημασία τους, αλλά δεν αποτελούν μέρος της συζήτησης του ΝΑΤΟ.
Βεβαίως δεν είναι η πρώτη φορά που ο πρωθυπουργός μιλάει και στο ΝΑΤO και στην Ευρώπη για το casus belli. Ως τώρα όμως οι σύμμαχοι κάνουν ότι δεν το ακούνε. Ειδικά ο γ.γ. του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, που ρωτήθηκε από δημοσιογράφο και για τις τουρκικές απειλές, απέφυγε να σχολιάσει το όλο θέμα. Όπως δεν έκανε για την Γροιλανδία και για κανένα άλλο σοβαρό ζήτημα σχετικά με τις επιθέσεις Τραμπ κατά της Ισπανίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών. Ο πιο ασήμαντος όλων που κουβαλά πλέον την εικόνα του πιο ταπεινωμένου γραμματέα της Συμμαχίας.
Το θέμα τουρκικές απειλές λοιπόν δεν ήταν θέμα που ακούστηκε στην κυρίως συζήτηση ως πρόβλημα στη λειτουργία της Συμμαχίας. Ήταν όμως η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας. Γι’ αυτό και ήταν εντυπωσιακή η αφωνία της ελληνικής κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας με τα όσα συμβαίνουν στο ΝΑΤΟ. Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει πει απολύτως τίποτε για το πώς διαχειρίζεται την κατάσταση. Αφήνει τα γεγονότα να τρέχουν χωρίς να εμφανίζει οποιαδήποτε αντίδραση. Η Αθήνα έδειχνε απλώς να ελπίζει ότι η Τουρκία δεν θα πάρει τα αμερικανικά μαχητικά F-35 και αυτό επειδή υπάρχει νόμος στην Αμερική που απαγορεύει την πώλησή τους σε όσους έχουν στρατιωτικές σχέσεις με τη Ρωσία ή επειδή δεν το θέλει ο Μπ. Νετανιάχου.
Αόρατος στη σύνοδο
Ο Κ. Μητσοτάκης ήταν επί της ουσίας αόρατος στη σύνοδο. Οι δηλώσεις προκάλεσαν κάποια σύγχυση. Γνώριζε ότι το θέμα F-35 είναι παραμύθι που κυριαρχεί τεχνητά, εναρμονίστηκε πλήρως με τον Μπ. Νετανιάχου που έθεσε πρώτος το ζήτημα, για να προβάλει ταυτόχρονα την απειλή πολέμου της Τουρκίας κατά της Ελλάδας. Τον άδειασε και ο ανεκδιήγητος γραμματέας του ΝΑΤΟ Μ. Ρούτε. Όμως, αντί να παζαρέψει ανταλλάγματα για τα στρατηγεία του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, απευθύνθηκε αποκλειστικά στους Έλληνες ψηφοφόρους.
Ο πρωθυπουργός, έχοντας αφήσει στην Αθήνα μια κρίση με πρωταγωνιστή τον Θάνο Ντόκο και την αδυναμία του να αλλάξει τη ροή των δημοσκοπικών δεδομένων, είχε ανάγκη από έναν αντιπερισπασμό. Απεδείχθη δε πολύ γρήγορα ότι η υπόθεση των F-35 είναι ακόμα ένα θέατρο σκιών, διατί δεν είναι εκεί η ουσία των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά στην αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας και στην υποβάθμιση της διπλωματίας.
Στη σύνοδο λοιπόν ο Κ. Μητσοτάκης δεν έθεσε το θέμα των εξοπλισμών που ήταν κυρίαρχο. Και δεν το έθεσε γιατί όχι μόνο ο Τραμπ αλλά και όλοι οι άλλοι ηγέτες θα άδειαζαν τον Έλληνα πρωθυπουργό, καθώς και εκείνοι πουλάνε όπλα στην Τουρκία. Προς τι όλη αυτή η σκηνοθεσία, αντί η Αθήνα να επικεντρωθεί στη διπλωματία. Ταυτόχρονα όμως ο Κ. Μητσοτάκης για να εξισορροπήσει τις δηλώσεις του αναφέρθηκε στην ανάγκη διαλόγου με την Τουρκία, τον οποίο όμως ο ίδιος έχει παγώσει για να υπάρξει διάλογος με στόχο την οριοθέτηση της ΑΟΖ.
Έρχονται εκλογές σε Ελλάδα και Τουρκία, άρα τα πάντα είναι στην υπηρεσία των προεκλογικών αναγκών.
