Live τώρα    
Γυάλινος Κόσμος στο Θέατρο Τέχνης / Από υαλί χρωματιστό...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γυάλινος Κόσμος στο Θέατρο Τέχνης / Από υαλί χρωματιστό...

Στη μνήμη του Κώστα Γεωργουσόπουλου
 

Επίγονος θεατρικός του πολυδύναμου Γιουτζίν Ο’ Νιλ, πρόγονος του Σαμ Σέπαρντ και του Ντέιβιντ Μάμετ, ο Ουίλιαμς μας μιλάει για την «άλλη Αμερική», όχι την «κραταιά υπερδύναμη» αλλά εκείνη των τσακισμένων ονείρων όσων έμειναν στο περιθώριο της «ανάπτυξης», των εύθραυστων και μοναχικών πλασμάτων που δεν κατορθώνουν να επιβιώσουν μέσα στον άγριο ανταγωνισμό που επιβάλλει το σύστημα και απόμειναν εκεί, στα μισά του δρόμου, να αναρωτιούνται τι έφταιξε τάχα. Ο «Γυάλινος Κόσμος» μας αφορά όλους, με τον σωτήριο ανθρωπισμό και με την ποίηση που διαθέτει. Είναι δραματικά επίκαιρος, τώρα μάλιστα που η μοναδική «υπερδύναμη», χωρίς αντίπαλο δέος και με στομωμένο το αμυντικό μας σύνδρομο από την προηγηθείσα «πολιτιστική επίθεση» διαρκείας, κανονικό φραγμό, μπαράζ πυροβολικού των χολγουντιανών υπερπαραγωγών, με «σιωπές των αμνών» και διάφορες άλλες πανουργίες για την εξασφάλιση της δικής μας σιωπής, αλλά και με μπάτμαν, δεινόσαυρους, εξωγήινους και άλλα υποπροϊόντα μιας σύγχρονης κακόγουστης τερατείας, προσπαθούν να μας ράψουν το στόμα ολοκληρώνοντας την επιχείρηση άλωσης της Ευρώπης, όπου ελάχιστα κάστρα αντιστέκονται πλέον.

Αυτός λοιπόν ο κόσμος, των ταπεινών, ο πραγματικός κόσμος της αληθινής σιωπής των όντως αμνών, μας ενδιαφέρει. «Ένας σωρός κομμάτια από υαλί χρωματιστό, που τίποτε το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές δεν έχουν», για να θυμηθούμε τον Καβάφη. «Μοιάζουν, αντίθετα, μια διαμαρτυρία κατά της άδικης κακομοιριάς, της άδικης μοίρας».

Αυτά ως προς το περιεχόμενο του έργου. Ως προς τη φόρμα, το έργο έχει ένα σχήμα παράδοξο, έκκεντρο, με δύο ισοδύναμους πυρήνες, τη μητέρα Αμάντα και την κόρη Λάουρα ή Λώρα, όπως τη θέλει η καλή κατά τα άλλα μετάφραση του Δήμου Κουβίδη (δεν προσέχθηκε η λατινική απόδοση των δύο ονομάτων), πρόσωπα που έλκονται και απωθούνται ταυτοχρόνως. Αυτό είναι το κρυμμένο μυστικό αυτού του έργου μνήμης, που διέκρινε και αξιοποίησε δημιουργικά η σκηνοθεσία και δραματουργία του Ιταλού Antonio Latella, επιβάλλοντάς του, σωστά κατά την άποψή μου, ένα μεσημβρινό κλίμα και ύφος. Η Λώρα δεν είναι πια το τρομαγμένο κοριτσάκι που έχουμε συνηθίσει, αλλά μια πάσχουσα γυναίκα με λιγότερο ή περισσότερο εμφανές το στίγμα μιας διαταραγμένης ψυχικής κατάστασης, που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ίσως ως διπολικότητα ή μανιοκατάθλιψη, παρότι σήμερα η σύγχρονη ψυχιατρική αποφεύγει να δίνει όνομα στις παρεκκλίσεις από τον κανόνα. Και η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκδηλώνεται ως εκείνο που κάποιοι συνεχίζουν επιπόλαια να ονομάζουν νυμφομανία. Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο φωτίζεται διαφορετικά και αυτό η σκηνοθεσία το διέκρινε και το έδωσε. Οι περιπλανήσεις της Λώρας δεν είναι διόλου αθώες του «σαρκικού αμαρτήματος» και η μητέρα της Αμάντα το ξέρει αυτό και στο βάθος τη ζηλεύει επειδή δεν μπορεί πια να κάνει το ίδιο, με αποτέλεσμα τη μεταξύ τους σύγκρουση. Όπως επίσης ξέρει καλά το αντίστοιχο «ένοχο μυστικό» των περιπλανήσεων του γιου της Τομ.

Η σκηνοθεσία προβάλλει τολμηρά, σαν μέσα σε ένσαρκο όνειρο, την ομοφυλοφιλική έλξη ανάμεσα στον Τομ και στον προσκεκλημένο, και δίνει κάπως διακριτικότερα την ολοκληρωμένη ερωτική επαφή της Λώρας με τον προσκεκλημένο στο σκοτεινό σαλόνι. Το έργο, με αυτόν τον τρόπο, φωτίζεται άπλετα και βρίσκει την πλήρη μορφή του, μιας μεσογειακής σάρκινης τραγωδίας.

Οι ρόλοι έχουν διδαχθεί και δίνονται εξαιρετικά. Η Μαρία Καλλιμάνη σμιλεύει ολόγλυφα σε σκληρό υλικό τις δύο συντρέχουσες όψεις της Αμάντα ως κυριαρχικής μητέρας και ως πληγωμένης γυναίκας, συνθέτοντας ένα μνημειακό, δεσπόζον, θηλυκό, μητρικό Υπερεγώ που κρατάει τα παιδιά της δέσμια. Η νεότατη Λήδα Κουτσοδασκάλου ως Λώρα, υπέροχη μονολεκτικά, δίνει με αμεσότητα και πειθώ τη φάση της κατάθλιψης και τη φάση της μανίας, ισότιμα παθητική και ενεργητική, αμυνόμενη και επιτιθέμενη, κατεβαίνοντας ως τις μικρότερες λεπτομέρειες του ρόλου. Ο Βαγγέλης Αμπατζής δίνει με εντέλεια τον αφηγητή και τον Τομ ανάγλυφα, ως το είδωλο του εαυτού του και ως σκιά του. Ο «προσκεκλημένος» του Νίκου Μήλια έχει ουσία και βάθος ως ο μοιραίος καταλύτης. Το σκηνικό -ένας μετακινούμενος τοίχος από γυαλί- και τα κοστούμια της Χριστίνας Κάλμπαρη ανταποκρίνονται άριστα στο δίσημο ύφος και στο ρευστό κλίμα της παράστασης. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου αποτελούν οργανικό μέρος της σκηνοθεσίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0