Δεν πάει πολύς καιρός από την εποχή που ο Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τα βραβεία Όσκαρ ως φερέφωνο του Δημοκρατικού Κόμματος, υπονοώντας ότι η Ακαδημία απομακρύνθηκε από το καθήκον της, που είναι απλά και μόνο η ετήσια βράβευση καλών ταινιών.
Πέρα από τη γενικότερα ανιστόρητη φύση της δήλωσης του Τραμπ, η αλήθεια είναι πως η ιστορία των Όσκαρ βρίθει από πολιτικοποιημένα στιγμιότυπα, ενώ αρκετές ομιλίες τα τελευταία χρόνια αναφέρθηκαν στο κίνημα MeToo, το οποίο αναπτύχθηκε μέσα από τις ιστορίες τρόμου που σχετίζονταν τόσο με ισχυρούς άνδρες του Χόλιγουντ όσο και με τον ίδιο τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι νικητές συχνά εκμεταλλεύονται τη μεγάλη τους στιγμή για να ρίξουν φως σε πολιτικά θέματα που τους αφορούν ή που επικρατούν στα πρωτοσέλιδα εκείνων των ημερών. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τραμπ, αρκετές ομιλίες καθορίστηκαν από μια αντίδραση στην εχθρότητα κατά των μειονοτήτων. Πολλοί θυμούνται τον σκηνοθέτη Σπάικ Λι το 2019 να χρησιμοποιεί την ομιλία του για να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους των εκλογών του 2020 και να τονίσει «την ηθική επιλογή μεταξύ αγάπης και μίσους».
Βέβαια, την ιστορία των Όσκαρ βαραίνουν πολλές αμφιλεγόμενες στιγμές, αρχής γενομένης από τη Χάτι ΜακΝτάνιελ, την πρώτη μαύρη ηθοποιό που κέρδισε Όσκαρ το 1940 για την ερμηνεία της στο «Όσα παίρνει ο άνεμος» η οποία ήταν αναγκασμένη να κάθεται σε ξεχωριστό τραπέζι από τους υπόλοιπους υποψηφίους.
Αντιπολεμικές φωνές και αντιδράσεις
Στη δεκαετία του ’40 η βιομηχανία του κινηματογράφου αντιμετώπισε για πρώτη φορά μια υπαρξιακή κρίση όταν οργάνωνε τα βραβεία για να συγχαρεί τον εαυτό της σε καιρό πολέμου. Η τελετή του 1942 έφτασε κοντά στην ακύρωση μετά τον βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπορ, προτού γίνουν κάποιες προσαρμογές και κάποιες αλλαγές στον ενδυματολογικό κώδικα. Ο ηθοποιός Ντόναλντ Κρισπ την επόμενη χρονιά, σε ένα κλίμα γενικής διχόνοιας, φόρεσε μια στρατιωτική στολή και είπε: «Οι ταινίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον αγώνα για την ελευθερία και την επιβίωση της δημοκρατίας».
Οταν η Τζέιν Φόντα κέρδισε το βραβείο καλύτερης ηθοποιού για την ταινία «Klute» το 1972, όταν δηλαδή κορυφωνόταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ, είχε ήδη συγκρουστεί με την Ακαδημία και με εξέχοντα μέλη της, όπως ο Τζον Γουέιν, κυρίως για την ανυποχώρητη δημόσια στάση της απέναντι στη ρητορική της κυβέρνησης. Η ομιλία της κράτησε ελάχιστα δευτερόλεπτα, αλλά ήταν βέβαιο ότι θα προκαλούσε διχασμό σε ένα Χόλιγουντ που δεν είχε ακόμη απομακρυνθεί πολύ από τους βετεράνους του πολέμου που το είχαν διαμορφώσει στις αρχές του 20ού αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα, όταν το αντιπολεμικό ντοκιμαντέρ «Hearts and Minds» κέρδισε το Όσκαρ, ο παραγωγός Μπερτ Σνάιντερ διάβασε ένα τηλεγράφημα ενός Βιετκόνγκ αξιωματούχου που ευχαριστούσε όσους αγωνίζονταν για την ειρήνη. Λίγα λεπτά αργότερα, ο πάντα συντηρητικός Φρανκ Σινάτρα φρόντισε να ανέβει στη σκηνή και να διευκρινίσει ότι η Ακαδημία δεν ήταν υπεύθυνη για «οποιεσδήποτε πολιτικές αναφορές που προηγήθηκαν».
Ομως τα αμφιλεγόμενα περιστατικά επί σκηνής κορυφώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράκ, όταν μια σειρά βραβεύσεων έδωσαν την ευκαιρία για αντιδράσεις. Όταν το «Bowling for Columbine» του Μάικλ Μουρ κέρδισε το βραβείο ντοκιμαντέρ το 2003, ο σκηνοθέτης ανέβηκε και φώναξε: «Είμαστε εναντίον αυτού του πολέμου. Ντροπή σας, κύριε Μπους!». Μεγάλο κομμάτι του πλήθους τον αποδοκίμασε και η μουσική προσπάθησε να καλύψει τα λόγια του προτού αποχωρήσει από τη σκηνή. Ο νικητής της επόμενης χρονιάς στην ίδια κατηγορία ήταν ο Έρολ Μόρις για την ταινία «Η ομίχλη του πολέμου», ο οποίος είχε θερμότερη υποδοχή στην αίθουσα καθώς δήλωνε: «Πριν από 40 χρόνια αυτή η χώρα βυθίστηκε στο Βιετνάμ και εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν. Φοβάμαι ότι ξαναμπαίνουμε σε κάτι ανάλογο. Αν οι άνθρωποι μπορούν να σκεφτούν και να προβληματιστούν πάνω σε κάποιες από τις ιδέες και τα θέματα αυτής της ταινίας, ίσως έχω κάνει κάτι πολύ καλό».
Το 2014 ο βραβευμένος με βραβείο υποστηρικτικού ρόλου Τζάρεντ Λέτο («Dallas Buyers Club») αφιέρωσε μια περιέργως δακρύβρεχτη ομιλία σε όσους βίωναν τις ταραχές στην Κριμαία όταν την είχαν καταλάβει οι ρωσικές δυνάμεις: «Σε όλους τους ονειροπόλους εκεί έξω που παρακολουθούν απόψε θέλω να πω ότι είμαστε εδώ όσο αγωνίζεστε να πραγματοποιήσετε τα όνειρά σας, να ξέρετε ότι σας σκεφτόμαστε».
Ανατρεπτικές ομιλίες που αναστάτωσαν
Το 1978 η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ κέρδισε το βραβείο δεύτερου γυναικείου ρόλου για την ταινία «Julia», στην οποία υποδυόταν μια αντιστασιακή κατάσκοπο. Ως απάντηση στις διαμαρτυρίες για την υποστήριξή της στην Παλαιστίνη, στην ομιλία της επέπληξε τους «σιωνιστές κακοποιούς των οποίων η συμπεριφορά προσβάλλει το κύρος των Εβραίων παγκοσμίως». Ανάμεσα στις αντιδράσεις που προκάλεσε ήταν και του φιλοϊσραηλινού σεναριογράφου Πάντι Τσαγιέφσκι, ο οποίος απάντησε πως «ένα απλό ευχαριστώ θα αρκούσε». Το 1993 η Σούζαν Σάραντον και ο Τιμ Ρόμπινς που ανέβηκαν στη σκηνή για να παρουσιάσουν το βραβείο καλύτερου μοντάζ προέτρεψαν την αμερικανική κυβέρνηση να παραδεχτεί ότι οι φορείς του ιού HIV δεν είναι εγκληματίες και να δεχτεί τους οροθετικούς Αϊτινούς αιχμάλωτους που κρατούνταν στο Γκουαντάναμο.
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1999, ο σκηνοθέτης Ηλίας Καζάν έλαβε τιμητικό Όσκαρ -σχεδόν 50 χρόνια μετά την ντροπιαστική κατάθεσή του στην επιτροπή του γερουσιαστή Μακάρθι, όπου κατονόμασε τους πρώην συντρόφους του- και αντιμετωπίστηκε με οργή από ηθοποιούς όπως ο Έντ Χάρις και ο Νικ Νόλτε, οι οποίοι αρνήθηκαν να χειροκροτήσουν και κάθισαν με τα χέρια σταυρωμένα. Το 2009 ο Σον Πεν κέρδισε το βραβείο για τον ρόλο στην ταινία «Milk», τη βιογραφία του δολοφονηθέντος Χάρβεϊ Μιλκ, και μίλησε με πάθος υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ, κατηγορώντας όσους ψήφισαν τον τότε νόμο της Καλιφόρνια που απαγόρευε τον γάμο μεταξύ ομόφυλων. Τέλος, ο Ιρανός σκηνοθέτης Ασγκάρ Φαρχαντί αρνήθηκε να παραστεί στην τελετή του 2017 όταν το «The Salesman» κέρδισε το βραβείο καλύτερης διεθνούς ταινίας. Στη δήλωση που διαβάστηκε εκ μέρους του ανέφερε: «Η απουσία μου γίνεται από σεβασμό προς τον λαό της χώρας μου και τους λαούς άλλων έξι εθνών που έχουν υποστεί ασέβεια από τον απάνθρωπο νόμο που απαγορεύει την είσοδο μεταναστών στις ΗΠΑ».
Οικολογικές διαμαρτυρίες
Οταν το ντοκιμαντέρ «The Cove» (2010) που εξερευνούσε το παράνομο κυνήγι δελφινιών στην Ιαπωνία κέρδισε το βραβείο, ένας εκ των παραγωγών κράτησε στη σκηνή ένα πανό που έγραφε «Στείλτε μήνυμα DOLPHIN στο 44144» για να υποστηρίξει μια ακτιβιστική διαμαρτυρία κατά του κυνηγιού, αλλά οι κάμερες τον έκοψαν αμέσως. Δεν συνέβη όμως κάτι ανάλογο το 2016 για τον φωτογενή και ευρέως αγαπητό Λεονάρντο Ντι Κάπριο που αφιέρωσε την ομιλία του στην έκκληση για δράση κατά της κλιματικής αλλαγής, την οποία χαρακτήρισε «την πιο επείγουσα απειλή που αντιμετωπίζει το ανθρώπινο είδος».
Τέλος, το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου είχε φέρει τα Όσκαρ σε παρόμοια θέση με εκείνη που είχαν βρεθεί 60 χρόνια νωρίτερα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι φήμες για αναβολή ήταν πολλές και το κόκκινο χαλί περιορίστηκε σημαντικά για λόγους ασφαλείας. Τότε ο πρόεδρος της Ακαδημίας Φρανκ Πίρσον δήλωσε ότι τα βραβεία έπρεπε να διεξαχθούν, γιατί διαφορετικά «οι τρομοκράτες κέρδισαν». Ποιος τον πίστεψε;
Και το Όσκαρ διαμαρτυρίας πάει στον Μάρλον Μπράντο

85 εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολούθησαν τη Σασίν Λιτλφέδερ να αποδοκιμάζει τη μεταχείριση των ιθαγενών και την απεικόνισή τους από τη βιομηχανία του θεάματος ως άγριων αιμοδιψών
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 συνέβη η πιο απρόσμενη, ανατρεπτική και διαβόητα πολιτικοποιημένη στιγμή ολόκληρης της ιστορίας των βραβείων Όσκαρ. Στην τελετή του 1973, όταν ο Μάρλον Μπράντο κέρδισε το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας για τον πρώτο «Νονό» του Φράνσις Κόπολα, αρνήθηκε να δεχθεί το χρυσό αγαλματίδιο.
Οπως ήταν αναμενόμενο, ο Μπράντο δεν εμφανίστηκε ποτέ στην αίθουσα και προτίμησε να στείλει στο βήμα για να μιλήσει εκ μέρους του μια γυναίκα ντυμένη παραδοσιακά, που θα διαμαρτυρόταν έντονα για την άδικη μεταχείριση των Αμερικανών Ινδιάνων από την κινηματογραφική βιομηχανία. Η νεαρή γυναίκα, αφού απέρριψε την προσπάθεια του Ρότζερ Μουρ και της Λιβ Ούλμαν να της παραδώσουν το βραβείο, εκφώνησε έναν λόγο εκ μέρους του Μπράντο. Το μυστηριώδες πρόσωπο ήταν μια ένθερμη ακτιβίστρια των δικαιωμάτων των ιθαγενών Αμερικανών και λεγόταν Σασίν Λιτλφέδερ. Σήμερα είναι ίσως δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πλήρως πόσο σοκαριστική ήταν η στιγμή για το κοινό και τα 85 εκατομμύρια τηλεθεατές στο σπίτι, όμως η εμβληματική διαμαρτυρία, με τη μορφή φάρσας, που οργάνωσε ο τότε ήδη αποστασιοποιημένος από τους κύκλους της βιομηχανίας Μάρλον Μπράντο αποτελούσε μια πρωτοφανή και ηχηρή αποδοκιμασία σε prime time μετάδοση για τη ρατσιστική μεταχείριση των ιθαγενών στο αμερικανικό σινεμά και την προσβλητική απεικόνιση των στερεοτυπικών Ινδιάνων από τη βιομηχανία του κινηματογράφου και της τηλεόρασης, κυρίως από τις ταινίες γουέστερν που τους παρουσίαζαν ως αιμοδιψείς και άγριους.
Καουμπόικη αντίδραση από τον Τζον Γουέιν
Η απρόβλεπτη και αιφνιδιαστική κίνηση του Μπράντο δέχτηκε κάποια χειροκροτήματα αλλά και αρκετούς χλευασμούς από το πλήθος, καθώς κι ένα οργισμένο ξέσπασμα του ορκισμένου Ρεπουμπλικάνου Τζον Γουέιν, ο οποίος χρειάστηκε να συγκρατηθεί από έξι άνδρες της ασφάλειας καθώς έκανε απόπειρα να εισβάλει στη σκηνή και να βιαιοπραγήσει κατά της Λιτλφέδερ. Ένας άλλος θρυλικός καουμπόης της οθόνης, ο Κλιντ Ίστγουντ, ειρωνεύτηκε τη Λιτλφέδερ όταν τη διαδέχθηκε για να παρουσιάσει το βραβείο καλύτερης ταινίας, λέγοντας: «Δεν ξέρω αν πρέπει να δώσω αυτό το βραβείο εκ μέρους όλων των καουμπόηδων σε όλα τα γουέστερν του Τζον Φορντ».