Ο Γιώργος Συμπάρδης στη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη» αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως είναι ο απόλυτος μάστορας του υπαινιγμού, της αμφισημίας, της ρευστότητας, της απροσδιοριστίας, καθώς καλεί διαρκώς τον αναγνώστη να γίνει συμμέτοχος, να δώσει απαντήσεις, αν και όποτε θέλει, σε μια σειρά ερωτημάτων που θέτει ο ίδιος και τα οποία μπορεί και να μην έχουν απάντηση ή μάλλον η απάντηση μπορεί να μην έχει και τόση σημασία εντέλει. Ο Συμπάρδης αγαπάει τους ήρωές του. Μέσω αυτής της αγάπης, που μεταπλάθεται σε συγγραφική φροντίδα, δημιουργεί ανθρώπους πολύπλοκους, αντιφατικούς, ανθρώπους που ο καθένας τους περικλείει τα πάντα, την ίδια τη ζωή: εκεί όπου τίποτα δεν γίνεται και όλα είναι σημαντικά. Στην απολύτως ανθρωποκεντρική πεζογραφία του τίποτα δεν είναι στατικό, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρων προθέσεων. Οι χειρονομίες, οι εκφράσεις, οι σιωπές, οι ιδιοτροπίες, οι συνήθειες είναι πτυχές ενός κόσμου ρευστότητας, όπου πολλές φορές όσα αποσιωπούνται έχουν βαρύνουσα σημασία, ίσως και ακόμη μεγαλύτερη από όσο έχουν αυτά που λέγονται. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η αφήγηση είναι πάντοτε χαμηλότονη. Δεν έχει ανάγκη τις κραυγές για να «πει» ο Συμπάρδης. Η δύναμη της παρατήρησης, η οξυδέρκεια, η δυνατότητα να αποκρυπτογραφείται ακόμη και η πιο ανεπαίσθητη αλλαγή διάθεσης, η ποικιλομορφία του συναισθήματος που κρύβει ένα βλέμμα, η επιθυμία που μετεωρίζεται διαρκώς και που ίσως ποτέ δεν θα βρει το κουράγιο να εκφραστεί, όλα αυτά, ειπωμένα με τόση κομψότητα, με τόση διεισδυτικότητα, δεν έχουν ανάγκη την έμφαση, την έκπληξη ή την ανατροπή.

Στο συγγραφικό μικροσκόπιο βρίσκεται η σχέση με τον Άλλο. Η δυσκολία ή η ευκολία της ανθρώπινης επαφής. Μπορείς πραγματικά να συνδεθείς με τον άλλον άνθρωπο; Πόσο βαθιά ή πόσο επιφανειακή είναι αυτή η σύνδεση; Γνωρίζει εντέλει ποτέ κανείς πραγματικά τον Άλλο; Ή μήπως η σύνδεση είναι μικρές στιγμές εκστατικής επικοινωνίας που έρχονται δίχως να το επιδιώξεις και που κατόπιν δίνουν τη θέση τους σε μια πραγματικότητα όπου ο καθένας βιώνει μοναχικά την ύπαρξή του; Στον πυρήνα της γραφής του Συμπάρδη, όσο τόπο καλύπτει η επαφή με τον άλλον άλλο τόσο καλύπτει και το βίωμα της ολοκληρωτικά μοναχικής ύπαρξης, τόσο σε πραγματικό όσο και σε υπαρξιακό επίπεδο.
Ανατόμος των ανθρώπινων σχέσεων
Στις «Νύχτες με την Κάλλη» δύο άνθρωποι συναντιούνται για μια στιγμή ή, καλύτερα, για τέσσερις νύχτες και μετά αναίτια χάνεται ο ένας από τη ζωή του άλλου. Ο αφηγητής που ονομάζεται Γιώργος -όπως και στον «Άχρηστο Δημήτρη»- πρωτοσυναντά την Κάλλη μέσα στους διαδρόμους του σουπερμάρκετ της συνοικίας όπου διαμένει. Λίγο αργότερα τη βλέπει μια Κυριακή βράδυ να «κάθεται σταυροπόδι και να καπνίζει σ’ ένα παγκάκι στην κατηφόρα του προαυλίου της Αγίας Αικατερίνης». Ο τόπος είναι τα Πετράλωνα, αλλά θα μπορούσε να είναι και οποιαδήποτε άλλη συνοικία της μεγαλούπολης που ενώ βυθίζεται στη συνθήκη της ανωνυμίας συνεχίζει, με έναν τρόπο, να έχει και τα χαρακτηριστικά της γειτονιάς. Είναι μήνας Αύγουστος και η ζέστη εξουθενωτική. Η γυναίκα «σαν βγαλμένη από ασπρόμαυρη γαλλική ταινία» τραβάει την προσοχή του αφηγητή λόγω του προσεγμένου αλλά παλιομοδίτικου ντυσίματος και μιας παλιάς κοπής γοητείας. Της δίνει αυθαίρετα το όνομα μιας δύστροπης ξαδέλφης του με βραχνή φωνή που κάποτε, κατά την παιδική του ηλικία, του είχε φερθεί με περιφρόνηση.
Ο ίδιος δηλώνει μεταφραστής, αλλά από τα συμφραζόμενα φαίνεται πως μάλλον πρόκειται για συγγραφέα. «Καλές οι μεταφράσεις, αλλά γράψε κάτι για αυτήν την ξαδέλφη σου» του λέει κάποια στιγμή η Κάλλη, που μάλλον καταλαβαίνει περισσότερα από όσα δείχνει. Η Κάλλη που έχει εμμονή με τη φυσικοθεραπεύτρια Ματούλα, άλλη μια απροσδιόριστη αινιγματική γυναίκα που μένει μεσοτοιχία με τον αφηγητή και η οποία κίνησε το ενδιαφέρον της πρώτης όταν την προσέγγισε λέγοντάς της πως μοιάζει με τη μητέρα της: πράγμα που, όπως φαίνεται στη συνέχεια, είναι ένα κατάφωρο ψέμα. Το ποιες στ’ αλήθεια ήταν οι προθέσεις της Ματούλας μένει να απαντηθεί. Όμως, το είπαμε, δεν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις στον κόσμο του Συμπάρδη. Μόνο ενδείξεις. Και αυτές φιλτραρισμένες από τα συναισθήματα, τις σκέψεις, την ιδιοσυγκρασία του καθενός.
Και το μεγάλο ερώτημα παραμένει. Ποια πραγματικά είναι η ασαφής μυστηριώδης Κάλλη; Ή μάλλον καλύτερα διατυπωμένο το ερώτημα: Υπάρχει πράγματι ή Κάλλη ή μήπως είναι ένα φανταστικό πλάσμα; Ένα μυθοπλαστικό εύρημα, ένα δημιούργημα που σκοπό έχει να ενεργοποιήσει τη μνήμη αναπλάθοντας και εμπλουτίζοντάς την; Όπως και να έχει, είναι εντελώς αβάσιμη η κατηγορία της ξαδέλφης Κάλλης: «Το πιο βαρύ, στην πόρτα όταν φεύγαμε, που γύρισε και μου είπε πως δεν αγαπώ τις γυναίκες».
Ο Συμπάρδης, αυτός ο ενδελεχής ανατόμος των ανθρώπινων σχέσεων, αγαπά τις γυναίκες και συγγραφικά τις αποθεώνει.
Info
Γιώργος Συμπάρδης,
«Νύχτες με την Κάλλη»
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Σελίδες: 120
Τιμή: 7,99 ευρώ
