Τα τελευταία στατιστικά δεδομένα για την εγκληματικότητα στη Γερμανία αφηγούνται μια πολύ ανησυχητική ιστορία που δεν έχει να κάνει με τις παρατηρούμενες από καιρού εις καιρόν διακυμάνσεις του φαινομένου.
Η χώρα έχει καταγράψει σχεδόν 86.000 πολιτικά υποκινούμενα εγκλήματα τον τελευταίο χρόνο, ο υψηλότερος αριθμός από τότε που τηρούνται τα σχετικά αρχεία, ενώ οι επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων έχουν αυξηθεί σε εξίσου ανησυχητικό βαθμό.
Το ερώτημα τίθεται επιτακτικά: Πρόκειται για μια πρόσκαιρη αύξηση που οφείλεται στις εντάσεις του τελευταίου εκλογικού κύκλου ή για την -παρατηρούμενη γενικότερα- «κανονικοποίηση» της πολιτικής βίας που χαρακτηρίζει όλο και περισσότερο τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες;
Οι γερμανικές Αρχές θεωρούν την προεκλογική εκστρατεία για τις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές ως την κύρια αιτία του φαινομένου. Τα στοιχεία υποδηλώνουν πως η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται όλο και πιο συχνά σε εγκληματική συμπεριφορά. Βανδαλισμοί, εκφοβισμός, βίαιες επιθέσεις, αποτελούν πλέον μέρος ενός ευρύτερου μοτίβου.
Ο αριθμός ρεκόρ των αδικημάτων με πολιτικά κίνητρα είναι εντυπωσιακός· όχι μόνο λόγω της κλίμακας αλλά και λόγω του εύρους του. Οι ακροδεξιοί εξτρεμιστές εξακολουθούν να ευθύνονται για περίπου το μισό όλων των καταγεγραμμένων περιστατικών, ενισχύοντας τις επίσημες εκτιμήσεις ότι ο ακροδεξιός ριζοσπαστισμός παραμένει η σημαντικότερη πρόκληση εσωτερικής ασφάλειας στη Γερμανία. Ταυτόχρονα, τα αδικήματα που συνδέονται με τον αριστερό ακτιβισμό έχουν επίσης αυξηθεί αντανακλώντας κλιμάκωση του αντιπαραθετικού μοτίβου Δεξιάς-Αριστεράς.
Αυτή η δυναμική είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για μια κοινωνία πιστή στην «ιερότητα» της δημοκρατικής σταθερότητας και της θεσμικής συναίνεσης.
Στόχος οι δημοσιογράφοι
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η παρατηρούμενη έξαρση της στοχοποίησης όσων είναι επιφορτισμένοι με την καταγραφή αυτών των εντάσεων. Οι δημοσιογράφοι (και) στη Γερμανία έχουν γίνει κόκκινο πανί… Μεταξύ Απριλίου 2024 και Νοεμβρίου 2025, οι αρχές κατέγραψαν 818 πολιτικά υποκινούμενα εγκλήματα που στόχευαν δημοσιογράφους και οργανισμούς μέσων ενημέρωσης. Πρόκειται για μια δραματική αύξηση. Περισσότερα από ένα στα δέκα αυτά εγκλήματα αφορούσαν βία -επιθέσεις, εμπρησμούς, ληστείες- ενώ εκατοντάδες άλλα αφορούσαν απειλές, εξαναγκασμό, υποκίνηση σε βία και υλικές ζημιές.
Οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν διαδηλώσεις έχουν εκτεθεί ιδιαίτερα. Περισσότερα από 200 καταγεγραμμένα περιστατικά σημειώθηκαν πέρυσι στη διάρκεια μαζικών κινητοποιήσεων. Οι δημοσιογράφοι που προσπαθούν να καταγράψουν τα γεγονότα θεωρούνται ως «αντίπαλοι» από ανταγωνιστικές πολιτικές παρατάξεις. Η γεωγραφική κατανομή των περιστατικών ενισχύσει αυτή την εκτίμηση. Το Βερολίνο, όπου υπάρχουν ταυτόχρονα μεγάλη συγκέντρωση οργανισμών μέσων ενημέρωσης και ροή διαδηλώσεων, αντιπροσώπευε σχεδόν το μισό όλων των καταγεγραμμένων επιθέσεων κατά δημοσιογράφων. Ανάλογα υψηλά ποσοστά σε κρατίδια, όπως η Σαξονία, υποδηλώνουν ότι η εχθρότητα προς τα μέσα ενημέρωσης δεν περιορίζεται σε καμία περίπτωση στην πρωτεύουσα ή σε μεμονωμένους εξτρεμιστικούς κύκλους.
Οι επιπτώσεις είναι ευρύτερες. Η λειτουργικότητα μιας δημοκρατίας εξαρτάται από την ικανότητα των δημοσιογράφων να ερευνούν, να αμφισβητούν την εξουσία, να ενημερώνουν το κοινό για πολιτικά φορτισμένα γεγονότα χωρίς τον φόβο της παρενόχλησης ή της βίας. Όταν ο εκφοβισμός γίνεται ρουτίνα, η πρόσβαση του κοινού σε αξιόπιστες πληροφορίες μειώνεται και η δημοκρατική λογοδοσία αναπόφευκτα περιορίζεται.
Ευάλωτες κοινότητες
Όμως και άλλοι δείκτες ενισχύουν τις ανησυχίες ότι το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία γίνεται ολοένα και πιο εύφλεκτο. Τα εγκλήματα μίσους έφτασαν πέρυσι σε περίπου 22.000, συμπεριλαμβανομένης σημαντικής αύξησης των αντισημιτικών αδικημάτων.
Τα εγκλήματα που στοχεύουν άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας έχουν επίσης αυξηθεί σημαντικά, με ένα δυσανάλογα υψηλό μερίδιό τους να αφορά πράξεις βίας και όχι απλή λεκτική κακοποίηση.
Η ταυτόχρονη αύξηση των πολιτικά υποκινούμενων εγκλημάτων, των εγκλημάτων μίσους και των επιθέσεων κατά δημοσιογράφων αποκρούει οποιοδήποτε επιχείρημα υποστηρίζει πως πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο. Αντίθετα, αυτή η «σύγκλιση» αποτυπώνει μια ακόμη δυτική κοινωνία στο εσωτερικό της οποίας η πόλωση βαθαίνει και οι πολιτικές διαφωνίες ξεπερνούν συχνότερα τα όρια του εκφοβισμού και της βίας.
Για τη Γερμανία, ένα έθνος του οποίου η μεταπολεμική πολιτική κουλτούρα καλλιεργήθηκε στο έδαφος της συνταγματικής νομιμότητας, του πολιτικού πλουραλισμού και της καθολικής απόρριψης του εξτρεμισμού, η πρόκληση που αντιμετωπίζει τώρα είναι τεράστια. Η αποτροπή της μετάλλαξης της κουλτούρας αυτής σε κουλτούρα βίας θα απαιτήσει όχι μόνο αποτελεσματικά πρακτικά μέτρα αλλά και ουσιαστικές προσπάθειες για την ενδυνάμωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς και στην προστασία όσων τους ενημερώνουν.
Τα στοιχεία που ανακοίνωσαν οι γερμανικές Αρχές μπορεί τελικά να είναι κάτι περισσότερο από μια τυπική ετήσια έκθεση για τις τάσεις της εγκληματικότητας. Είναι μια έγκαιρη προειδοποίηση ότι τα όρια μεταξύ πολιτικής αντιπαράθεσης και πολιτικής βίας έχουν γίνει επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
