Η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών τέτοιες μέρες το 2018 ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην εξωτερική πολιτική - και αυτή που θα μείνει σίγουρα στην Ιστορία. Με τη Συμφωνία των Πρεσπών η Ελλάδα έλυσε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στις εξωτερικές σχέσεις της, έσβησε μια εστία κρίσης στα πάντα εκρηκτικά Βαλκάνια και έδωσε οριστικό όνομα στη γειτονική μας Βόρεια Μακεδονία - την οποία οι περισσότερες χώρες του πλανήτη μέχρι τότε ονόμαζαν σκέτο Μακεδονία, ενώ οι επαγγελματίες πατριδέμποροι στην Ελλάδα «χώρα δίχως όνομα».
Με την υπογραφή της Συμφωνίας, «τη μοναδική καλή είδηση από τα Βαλκάνια στον 21ο αιώνα», όπως υπογράμμιζε το 2018 ο διεθνής Τύπος, ενισχύθηκε το κύρος της χώρας στον έξω κόσμο και ειδικότερα στα Βαλκάνια, με την Ελλάδα να έχει γίνει, από μέρος του -βαλκανικού- προβλήματος, μέρος της λύσης. Επιπλέον, οι σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων έγιναν περίπου σχέσεις αγάπης, κάτι που διατηρήθηκε και όταν έγινε ο πρωθυπουργός ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτός που με περισσό λαϊκισμό είχε κατηγορήσει τότε τον Αλέξη Τσίπρα ότι πούλησε τη Μακεδονία για τις συντάξεις.
Και ενώ η κυβέρνηση της Ν.Δ. λούστηκε στο εξωτερικό στη λάμψη της εθνικής επιτυχίας που πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στο εσωτερικό δεν είχε το θάρρος ούτε τα τρία μνημόνια συνεργασίας με τη «γειτονική χώρα», που λέει και ο Μητσοτάκης, να φέρει για κύρωση στη Βουλή.
Στην αρχή ο πρώτος υπουργός Εξωτερικών του Μητσοτάκη, ο Νίκος Δένδιας, όταν τον ρωτούσαν πότε θα τα φέρει για κύρωση, απαντούσε «την κατάλληλη στιγμή». Μόνο που η στιγμή αυτή δεν έφτασε ποτέ, καθώς τόσο ο Δένδιας όσο και ο διάδοχός του στο τιμόνι της ελληνικής διπλωματίας Γιώργος Γεραπετρίτης σεβάστηκαν απόλυτα τις -βλαβερές για τα συμφέροντα της χώρας και των Βαλκανίων- οδηγίες του Κυριάκου Μητσοτάκη να μην ενοχλήσουν τους νεομακεδονομάχους στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος.
Υπενθυμίζεται ότι η Συμφωνία των Πρεσπών προέβλεπε και τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών μία φορά τον χρόνο με σκοπό τη σύναψη πολλαπλών συμφωνιών και μνημονίων συνεργασίας. Αυτό συνέβη άπαξ, τον Απρίλιο του 2019, επί κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα στην Αθήνα και του Ζόραν Ζάεφ στα Σκόπια. Το πρώτο Ανώτατο Συμβούλιο εγκαινίασε μια νέα εποχή ενίσχυσης του αμυντικού, διπλωματικού και οικονομικού ρόλου της Ελλάδας στη Βόρεια Μακεδονία, μεταξύ άλλων και του ελέγχου του FIR της γειτονικής χώρας από την ελληνική αεροπορία.
Έκτοτε δεν προχώρησαν πολλά πράγματα στις διμερείς μας σχέσεις. Αρχικά εξαιτίας της ολιγωρίας της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην Αθήνα και στη συνέχεια εξαιτίας και της νέας κυβέρνησης στα Σκόπια από τους εθνικιστές του VMRO, που κέρδισαν τις εκλογές το 2024. Σήμερα το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών πιέζει τους κυβερνώντες στα Σκόπια, που χρησιμοποιούν στον προφορικό λόγο τους και πάλι το «Μακεδονία» σκέτο, να συμμορφωθούν με τα όσα υπέγραψαν.
Οκτώ χρόνια μετά την υπογραφή της, η -κατασυκοφαντημένη από τους επικριτές της- Συμφωνία των Πρεσπών εξακολουθεί μεν να ισχύει, παρά τις παρασπονδίες και από τις δύο πλευρές, ωστόσο έχει πάψει να βαθαίνει. Οκτώ χρόνια μετά, οι λαοί και από τις δύο πλευρές των συνόρων δεν απολαμβάνουν όλα τα πλεονεκτήματα της Συμφωνίας και χάνουν τη μία μετά την άλλη πολύτιμες ευκαιρίες για στενότερη συνεργασία. Και επειδή, ως γνωστόν, η φύση αλλά και η πολιτική απεχθάνονται το κενό, τις χαμένες ευκαιρίες θα σπεύσουν άλλοι να τις αδράξουν.
