«Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» που παρακολουθήσαμε στο Θέατρο BRECHT-2510, σε κείμενο και σκηνοθεσία του Ανδρέα Ζαφείρη, βασίζεται στην ομώνυμη αριστουργηματική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1940 στη Νέα Υόρκη και είναι πάντα επίκαιρη, καταγγέλλοντας τον εγκληματικό φασισμό και την παράνοια των φυλετικών διακρίσεων. Στην ταινία, ένας φτωχός κουρέας -που τον υποδύεται με τον γνωστό του τρόπο ο Τσάρλι Τσάπλιν- μπλέκει δίχως να το θέλει, λόγω της εκπληκτικής ομοιότητάς του με τον Χίτλερ, στην πιο τρελή περιπέτεια. Τα SS τον συγχέουν με τον δικτάτορα, τον απάγουν και τον εγκαθιστούν διά της βίας στην Καγκελαρία, την ίδια στιγμή που ο αληθινός Χίτλερ συλλαμβάνεται ως απατεώνας!
Στη συνέχεια της ταινίας παρακολουθούμε τον φτωχό κουρέα με τη στολή του Χίτλερ να έχει πάρει λίγο στα σοβαρά τον νέο ρόλο του και... να προβάρει τον αυριανό λόγο που θα εκφωνήσει στα συγκεντρωμένα πλήθη. Σε ένα παραλήρημα μεγαλείου, χορεύοντας τσάρλεστον και έχοντας αγκαλιάσει μια υπερμεγέθη υδρόγειο σφαίρα! Όταν, όμως, έρχεται η στιγμή να εκφωνήσει τον λόγο του και βγαίνει στο μπαλκόνι, κάτι απρόοπτο συμβαίνει: από το στόμα του δεν ακούγεται ο ναζιστικός λόγος που είχε αποστηθίσει αλλά τα λόγια της «Επί του Όρους Ομιλίας» του Χριστού, που γίνονται ο σπινθήρας για να ξεσπάσει ένα κίνημα ειρήνης και δικαιοσύνης ενάντια στα φιλοπόλεμα σχέδια του δικτάτορα Χίτλερ. Πρόκειται για ένα αληθινό θαύμα που αλλάζει τη ροή της ιστορίας. Από τα θαύματα όμως εκείνα που δεν συμβαίνουν παρά μόνο... στις κινηματογραφικές ταινίες.
Στον άνθρωπο με τα άσπρα
Εντούτοις, η «Επί του Όρους Ομιλία» δεν είναι τόσο ειρηνικό κείμενο όσο δείχνει. Μιλάει σε αυτήν ένας μαχόμενος Χριστός, ο ίδιος που έδιωξε από τον ναό με το μαστίγιο τους εμπόρους και ο ίδιος που συναντάμε στο ποίημα του Λόρκα «Κραυγή ενάντια στη Ρώμη», που είναι μια οργισμένη παραλλαγή της Ομιλίας. Ο ποιητής, που βρισκόταν στη Νέα Υόρκη στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, συγκλονισμένος από το θέαμα των ανθρώπων που πεθαίνουν από πείνα στους δρόμους, γράφει το πιο πάνω ποίημά του, «μαστιγώνοντας» τον τότε προκαθήμενο της Καθολικής Εκκλησίας (ο άνθρωπος με τα άσπρα) μαζί με όλη την κοσμική εξουσία της Δύσης επειδή δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να στηρίξουν και να βοηθήσουν τον λιμοκτονούντα λαό της αμερικανικής μεγαλούπολης.
Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα για του λόγου το αληθές: «Όμως, ο άνθρωπος με τα άσπρα έπρεπε να μιλήσει. Γυμνός ανάμεσα στους κίονες, έπρεπε να ουρλιάξει. Έπρεπε να τρυπήσει τον εαυτό του με μια σύριγγα και να κολλήσει λέπρα. Έπρεπε να πιάσει θρήνο τόσο τρομερό που να γενούνε σκόνη το διαμαντένιο του τηλέφωνο και δαχτυλίδια. Όμως, ο άνθρωπος με τα άσπρα δεν γνωρίζει το μυστήριο του σταχιού, το βόγγο της γυναίκας που γεννάει. Δεν ξέρει ότι ο Χριστός προσφέρει ακόμα το ύδωρ». Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι το «βέβηλο» αυτό ποίημα του Λόρκα έπαιξε ρόλο στη δολοφονία του ποιητή επτά χρόνια αργότερα. Ο φασισμός δεν λησμονεί.
Μια πολύ δεμένη ομάδα
Η διασκευή του Ανδρέα Ζαφείρη ακολουθεί στα βασικά σημεία το «σενάριο» της ταινίας του Τσάπλιν. Η δράση τοποθετείται στο σήμερα, στη Νέα Υόρκη. Ο σωσίας του Μεγάλου Δικτάτορα είναι ένας φτωχοδιάβολος, μεξικανικής καταγωγής. Και ο Μεγάλος Δικτάτωρ έχει... προαχθεί σε μια εικόνα του Προέδρου Τραμπ, «τέρας για να φοβηθείς και για να γελάσεις».
Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Ζαφείρη αξιοποιεί άριστα τη μιμική και υποκριτική δωρεά μιας πολύ δεμένης ομάδας νέων ηθοποιών, αποφασισμένης να φτάσει «ως το κόκκαλο» το μαχαίρι της πικρότατης σάτιρας. Οι ισοδύναμοι Πάνος Γεωργουλής, Γιάννης Οιχαλιώτης, Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και Βαγγέλης Τζούρντος, χωρίς να θέλω να κάνω ατομικές αξιολογήσεις, είναι το δυνατό «καρέ» μιας παράστασης που δεν θέλει μόνο να είναι ομαδική αλλά επίσης το πετυχαίνει χωρίς σοβαροφάνεια, με πηγαίο ρωμαίικο χιούμορ, παραμερίζοντας κάθε περιττό ανταγωνισμό. Την ίδια ομαδικότητα ακολουθεί το άρτιο εικαστικό μέρος της παράστασης. Τα ωραία σκηνικά-κοστούμια οφείλουμε στη συλλογική έμπνευση και δουλειά των Κωνσταντίνας Μυλωνάκη, Δήμητρας Λυγούρα, Βασιλικής Σταμούλη, Ζωής Νικόλα, Γρηγορίας Ζιάκα, Ελένης Δήμου και Ντίνας Μήτρου.
Απορία μού προξενούν κάποιες δημοσιογραφικές πένες που κόπτονται ότι το νεοελληνικό θεατρικό έργο είναι ανύπαρκτο και καταγγέλλουν όσους από το σινάφι μας των κριτικών το υποστηρίζουν. Πάνω σε αυτό το σοβαρό ζήτημα θα επανέλθω σύντομα.
