Live τώρα    
20°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
20 °C
18.9°C21.3°C
2 BF 54%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
18 °C
15.5°C20.6°C
1 BF 65%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
14.0°C18.2°C
2 BF 62%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
20 °C
19.3°C20.5°C
3 BF 59%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
17 °C
16.8°C16.9°C
1 BF 69%
Κινηματογράφος / Η άγρια ζωή στη μεγάλη οθόνη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κινηματογράφος / Η άγρια ζωή στη μεγάλη οθόνη

gorillas

Κάνουμε μια αναδρομή στον τρόπο που ο εμπορικός κινηματογράφος αποτύπωσε τα ζώα της ζούγκλας και του βυθού, άλλες φορές ως θανάσιμη απειλή για τον άνθρωπο και άλλες σε ιστορίες αρμονικής συνύπαρξης

Αν προσπεράσουμε τη δεκαετία του ’50, όπου κυριαρχούσαν από τη μία οι δευτεροκλασάτες περιπέτειες με τερατώδη πλάσματα (από ραδιενεργά μυρμήγκια μέχρι μεταλλαγμένα θηλαστικά του βάλτου) που κυνηγούσαν ανελέητα τους ανυπεράσπιστους ήρωες και από την άλλη οι γοτθικές ανατριχίλες με τέρατα που απειλούσαν τη ζωή στις πόλεις, η απαρχή των ταινιών ζωικής απειλής πρέπει να είναι τα «Πουλιά» του Άλφρεντ Χίτσκοκ (1963). Η τρομακτική ταινία του μετρ αξιοποίησε την αναίτια απειλή από τα πετούμενα που στόχευαν κατευθείαν στο ψαχνό με το αιμοδιψές ράμφος τους και γέννησε μια ατέλειωτη σειρά κακών απομιμήσεων με ποικίλες επιθέσεις από σφήκες, πιράνχας, μέχρι και ταραντούλες («Kingdom of the spiders», 1977). Όμως παρά τις b-movie διαστάσεις τους, όσο πολλαπλασιάζονταν οι ταινίες στις οποίες η πανίδα πάθαινε αμόκ, τα ζώα της ερήμου αφάνιζαν την ανθρωπότητα και τα κοίτη του βυθού σκόρπιζαν τον τρόμο τόσο το προϊόν γινόταν τυποποιημένο, προορισμένο να ικανοποιεί τη σταθερή ζήτηση αναψυχής και όχι την οποιαδήποτε καλλιτεχνική φιλοδοξία.

Η μαζική αποδοχή των εκμοντερνισμένων φόβων από την άγρια ζωή μέσα από τη βιομηχανία του θεάματος ήρθε στη δεκαετία του ’70, και συγκεκριμένα από τα «Σαγόνια του καρχαρία», μια ταινία που ερήμωσε σχεδόν τις παραλίες των ΗΠΑ για δύο καλοκαίρια μετά την πρεμιέρα της. Εδώ η αρχετυπική απειλή έρχεται με τη μορφή ενός ανθρωποφάγου λευκού καρχαρία, που μεγεθύνει η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Κάπως έτσι το απόλυτο κακό ταυτίζεται με ένα απλό ζώο, φέρνοντας τους κανόνες ενός κλασικού είδους στη σύγχρονη εποχή. Στις λιγότερο εμπνευσμένες συνέχειες και στις αμέτρητες απομιμήσεις, με πιο περίοπτη το «Όρκα: Η φάλαινα δολοφόνος» (1977), η υπέρτατη απειλή είναι το ίδιο το πρόσωπο της φύσης που αναζητά ματωμένη δικαίωση, και το υπερτονισμένο σασπένς μας λέει πως πρέπει να ανατινάξουμε το εκδικητικό κτήνος στο νερό γιατί αλλιώς είμαστε όλοι χαμένοι. Θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι την εποχή που η εντολή «Ελευθερώστε τον Γουίλι» (1993) θα γεννιόταν μέσα από τη φιλία ενός αγοριού και μιας όρκας, που βρισκόταν αιχμάλωτη σε ένα θαλάσσιο πάρκο ως ατραξιόν.

Διαφορετική οπτική

Η δαιμονοποίηση των άγριων ζώων στο φυσικό τους περιβάλλον είναι ο μηχανισμός τρόμου που αποτελούσε την πρώτη ύλη στις περιπέτειες επιβίωσης, εκεί όπου ο άνθρωπος έπρεπε να παλέψει στην αφιλόξενη φύση, και στις ταινίες καταστροφής, όπου τα σαρκοφάγα ζώα έκαναν εισβολή στον χώρο του. Αντίθετα, οι φιλόζωες ιστορίες έρχονταν ως επί το πλείστον με τη μορφή οικογενειακών παραμυθιών, συνήθως με πρωταγωνιστές παιδάκια που έρχονταν σε επαφή με κάτι μη ανθρώπινο για να δεθούν συναισθηματικά. Στο σινεμά έχουν εκπροσωπηθεί εκατοντάδες είδη ζώων με δικές τους ταινίες, όμως κορυφαία θέση έχουν οι αρκούδες. Αρκεί να δει κανείς την «Αρκούδα» («The bear», 1988) και τα «Παιχνίδια επιβίωσης» («The edge», 1997) για να αντιληφθεί πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η οπτική στην απειλητική ή απειλούμενη άγρια ζωή.

Στην πρώτη ταινία του Ζαν Ζακ Ανό βλέπουμε με απόλυτο ρεαλισμό την ιστορία μιας ορφανής αρκουδίτσας που βρίσκει καταφύγιο στην προστασία μια μεγάλης αρσενικής, την οποία έχουν βάλει στόχο δύο λαθροκυνηγοί. Στη δεύτερη ο Άντονι Χόπκινς και ο Άλεκ Μπάλντουιν είναι οι άνθρωποι της πόλης που, μετά τον αποκλεισμό τους στην Αλάσκα, παλεύουν να γλιτώσουν από μια πεινασμένη αρκούδα που τους κυνηγάει πεισματικά. Ακόμη, όμως, κι αν το συναίσθημα του μαλλιαρού πλάσματος που πεθαίνει από σκάγια κυνηγών είναι ανίκητο, πάντα υπάρχει ένα αντίβαρο, όπως παρουσιάζεται στην αρκούδα που βάζει ο Ινιαρίτου στο οσκαρικό «The Revenant» να κατασπαράζει άκρως ρεαλιστικά τον ανυπεράσπιστο Λεονάρντο ντι Κάπριο. Ένα ανάλογο δίπολο σχηματίζουν το θρίλερ επιβίωσης «The grey» (2011), όπου μια ομάδα επιχειρηματιών, αφού επιβίωσε από αεροπορικό δυστύχημα, πρέπει να αποφύγει τους γκρίζους λύκους που τους καταδιώκουν εν μέσω ανελέητου ψύχους. Εκεί ο Λίαμ Νίσον ενσαρκώνει την ιδέα του ανθρώπινου σθένους που αρνείται να γίνει κολατσιό. Κόντρα στο ρεύμα, στον «Ασπροδόντη» («White Fang», 1991) ο Ίθαν Χοκ υποδύεται έναν νεαρό που δημιουργεί μια αληθινή και ακλόνητη φιλία με έναν λύκο, μια σχέση που τελικά θα εξημερώσει τους φόβους του ίδιου του ανθρώπου.

Οι b-movies του ζωικού βασιλείου

Η κουλτούρα που μετέτρεψε τον τρόμο των επιθετικών ερπετών σε βιοτεχνία, μέσα από υποτυπώδεις παραγωγές, παρήγε ταινίες, όπως οι διασκεδαστικές «Στο στόμα του κροκόδειλου» (1980), όπου μια ερπετολόγος προσπαθεί να εντοπίσει έναν γιγάντιο αλιγάτορα που σπέρνει τον θάνατο μέσα από τους υπονόμους, και «Χτύπημα του φιδιού» («Venom», 1981), όπου μια συμμορία απαγωγέων έχει κλειστεί σε ένα σπίτι και αντιμετωπίζει ένα δηλητηριώδες φίδι που την πολιορκεί. Μακριά από τις καρτούν υπερβολές του «Anaconda» και τον χαβαλέ του «Snakes on a plane», το «Venom» διαθέτει b-movie τιμιότητα. Μια άλλη απειλή μέσα από την τροφική αλυσίδα φέρνει η ταινία «Razorback» του 1984, που στη χώρα μας είχε μεταφραστεί «Το αγριογούρουνο του θανάτου», όπου ένα μοχθηρό, ναι, αγριογούρουνο τρομοκρατούσε την αυστραλιανή ενδοχώρα, μέχρι που ο σύζυγος ενός θύματος πήρε το αίμα όλων πίσω. Μια δεκαετία αργότερα, το παιδικό «Μπέιμπ, το ζωηρό γουρουνάκι» (1995) θα αποκαθιστούσε την κινηματογραφική υπόληψη των χοίρων. Τέλος, οι παιδαριώδεις περιπέτειες της σειράς «Congo» (1995) παρουσίαζαν μυθικούς γορίλες που έμοιαζαν με ιερές μούμιες.

Ευτυχώς ο οικολογικός ακτιβισμός βρήκε διέξοδο και στον κινηματογράφο μέσα από τους «Γορίλες στην ομίχλη» (1988), την αληθινά συγκινητική ιστορία της Νταϊάν Φόσι (την υποδύεται εξαιρετικά η Σιγκούρνι Γουίβερ), η οποία αφιέρωσε όλη της τη ζωή στη μελέτη και στην προστασία των γοριλών της Αφρικής που απειλούνταν με εξαφάνιση.

Οι ολότελα διαφορετικές προσεγγίσεις του κινηματογράφου στο θέμα «άνθρωπος εναντίον άγριας ζωής» διαφαίνονται χαρακτηριστικά μέσα από δύο ταινίες. Η πρώτη είναι το «The adventures of the wilderness family» (1975), όπου μια οικογένεια μετακομίζει από την πόλη σε μια ξύλινη καλύβα στα Βραχώδη Όρη, εκεί όπου τα παιδιά παίζουν κάθε μέρα με τα ζώα αντιμετωπίζοντας ευχάριστες προκλήσεις. Η άλλη είναι το «Long weekend» (1978), όπου ένα ζευγάρι αποδρά για ένα σαββατοκύριακο στο δάσος για να ξεχαστεί από μια πρόσφατη τραγωδία. Εκεί η φύση αποκτά τρομακτικές διαστάσεις και η αλληλεπίδραση με τα ζώα φέρνει εμβόλιμες δόσεις ψυχολογικού τρόμου. Οι βρυχηθμοί και τα θροΐσματα δημιουργούν την αίσθηση μιας παρουσίας γύρω από το χαμένο ζευγάρι και η σκηνοθεσία της άοπλης απομόνωσης προκαλεί σοκ στον θεατή.

Η πιο επικίνδυνη ταινία που γυρίστηκε ποτέ

Πάνω από 70 μέλη του συνεργείου υπέστησαν τραυματισμό

134695827_Roar.jpeg

Καμία ταινία με άγρια θηρία δεν μπορεί να θεωρηθεί πιο παράξενη, πιο άβολη στη θέαση και πιο απρόσμενα τρομακτική, για όλους τους λάθος λόγους, από το «Roar» (1981), όπου τα λιοντάρια, οι τίγρεις, τα τσιτάχ, οι γατόπαρδοι και οι λεοπαρδάλεις εισβάλλουν σε ένα σπίτι στην Αφρική και τρομοκρατούν την οικογένεια ενός φυσιοδίφη. Ο παραγωγός Νόελ Μάρσαλ και η σύζυγός του Τίπι Χέντρεν είχαν εμμονή με τα λιοντάρια, οπότε έφτιαξαν αυτή την παρανοϊκή ταινία, που έχει καταπατήσει κάθε σημερινό κανόνα για την κακοποίηση ζώων και παιδιών, ενώ μοιάζει να γυρίστηκε στην τύχη, ανάλογα με τις διαθέσεις των γιγαντιαίων αιλουροειδών. Σε όλη τη διάρκειά της οι ηθοποιοί φαίνονται τρομοκρατημένοι και οι μαρτυρίες λένε πως πάνω από 70 μέλη του συνεργείου υπέστησαν τραυματισμό. Σε κάποια σκηνή ένα λιοντάρι πηδάει πάνω σε ένα από τα παιδιά της οικογένειας και η φωνή του μικρού αρχίζει να τρέμει. Η Μέλανι Γκρίφιθ, κόρη της Χέντρεν, είναι ένα από τα παιδιά που δέχθηκαν άγρια επίθεση στο πρόσωπο και χρειάστηκαν πλαστική επιδιόρθωση.

Αυτή η ταινία, την οποία δεν ζήτησε κανείς να δει, ήταν σχεδιασμένη να γυριστεί σε έξι μήνες, αλλά όλα πήγαν κατά διαόλου και τα γυρίσματα κράτησαν περισσότερα από τέσσερα χρόνια. Ο Μάρσαλ, όταν του επιτέθηκε λιοντάρι, νοσηλεύτηκε για έξι μήνες με δαγκωματιές στο πόδι, που εξελίχθηκαν σε γάγγραινα, η Χέντρεν απέκτησε ουλές στο κεφάλι, ενώ ο διευθυντής φωτογραφίας Γιαν ντε Μποντ χρειάστηκε 120 ράμματα. Χειρότερη ήταν η μοίρα του βοηθού σκηνοθέτη, που κατακρεουργήθηκε από λιοντάρι, και του γιου του Μάρσαλ, του οποίου πήγε να ξεριζώσει το αυτί ένα κούγκαρ. Μετά τον τρίτο χρόνο γυρισμάτων τα χρήματα εξαντλήθηκαν και το ζευγάρι πούλησε τα υπάρχοντά του για να διασώσει την προβληματική παραγωγή.

Το «Roar» ήταν μια οικονομική αποτυχία που σφαγιάστηκε από τις κριτικές. Και όπως ήταν επόμενο, πάτωσε στα ταμεία. Το παράξενο είναι ότι το δημιουργικό ζευγάρι δεν σχεδίαζε ένα θρίλερ. Ωστόσο η θέαση είναι μια άκρως τρομακτική εμπειρία, επειδή φαίνονται η αγωνία, οι αντιξοότητες από τις φυσικές καταστροφές, η ταλαιπωρία των ζώων και η οικονομική στενότητα. Και όλα αυτά για μια εμμονική ταινία που δεν είχε ποτέ λόγο ύπαρξης. Έναν χρόνο μετά την πρεμιέρα ο Ν. Μάρσαλ και η Τ. Χέντρεν χώρισαν.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL