Το ζεστό χριστουγεννιάτικο δράμα του Αλεξάντερ Πέιν, που είναι υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, κυριαρχεί αυτή την εβδομάδα και θα ζεστάνει τις καρδιές των θεατών, ενώ η ιστορία του Ένζο Φεράρι υπόσχεται ιταλική φινέτσα και καλοφτιαγμένες σκηνές ταχύτητας.
Καλόκαρδη ιστορία με τον Πολ Τζιαμάτι σε μεγάλη φόρμα
Τα παιδιά του χειμώνα (The Holdovers) ***1/2
Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Πέιν
Πρωταγωνιστούν: Πολ Τζιαμάτι, Νταβάιν Τζόι Ράντολφ, Ντόμινικ Σέσα

Ενας στριφνός και μονόχνοτος καθηγητής Ιστορίας σε αμερικανικό κολέγιο το 1969 υποχρεώνεται να παραμείνει στην πανεπιστημιούπολη καθώς έχει επιφορτιστεί με ένα καθήκον που όλοι αποφεύγουν: να φροντίζει τα παιδιά που δεν έχουν πού να πάνε κατά τη διάρκεια των διακοπών. Ο Αλεξάντερ Πέιν επιστρατεύει τον Πολ Τζιαμάτι, σχεδόν 20 χρόνια μετά το «Sideways», για μια καλόκαρδη και διδακτική ταινία εορτών για όλη την οικογένεια, στην αμερικανική παράδοση του Φρανκ Κάπρα («Ο κύριος Σμιθ πάει στην Ουάσιγκτον»). Ο καθηγητής θα γεμίσει σαδιστικά τις μέρες τους με διάβασμα -ξεχνώντας το γεγονός ότι είναι διακοπές-, μέχρι που ένας από τους πλουσιότερους γονείς τους παίρνει όλους για ένα ταξίδι για σκι - ή όλους εκτός από έναν, που δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους δικούς του κηδεμόνες για να πάρει την άδεια. Κάπου εκεί υπάρχει και μια σεναριακή αποκάλυψη που δεν εκπλήσσει κανέναν.
Ο Αλ. Πέιν συχνά δοξάζεται ως σκηνοθέτης με αιχμηρό πνεύμα και οξυδερκή ματιά στην ανθρώπινη φύση. Όπως στο «Sideways», στο «Descendants» και στο «Nebraska», έτσι και στο «The Holdovers» επικαλύπτει την ιστορία με μια στρώση μισανθρωπίας, την οποία μεθοδικά αφαιρεί για να αποκαλύψει τα πραγματικά ανθρώπινα συναισθήματα. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί καλά και τον υπηρετεί με αφοσίωση. Μέσα από ένα ταξίδι στη Βοστόνη -που γίνεται με το πρόσχημα μιας εκπαιδευτικής εκδρομής σε μουσείο- θα ανθίσει ξανά ο παρατημένος κήπος της καρδιάς και οι άνθρωποι θα θυμηθούν την ικανότητά τους να νοιάζονται. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί όλες τις σωστές ρετρό πινελιές για να μας κάνει να κατανοήσουμε πραγματικά την ατίθαση ομορφιά της ανθρώπινης φύσης και θριαμβεύει στις σκηνές στις οποίες το αλλήθωρο και αγνό βλέμμα του Τζιαμάτι αφήνει τη διδακτική χαρμολύπη και τη συνειδητοποίηση της σπαταλημένης αγάπης να πλημμυρίσουν την εικόνα. Ο Αλ. Πέιν ενσωματώνει οργανικά τα στοιχεία του σεναρίου, όπως τη μαγείρισσα Μέρι Λαμπ, το (κάπως αναχρονιστικό) comic relief της ιστορίας, και καταπιάνεται με το ταξίδι από την αυτοματαίωση στην ανθρωπιά με έναν καλοδεχούμενο, παλιομοδίτικο συναισθηματικό υπολογισμό. Το μόνο, ίσως, πρόβλημα σε αυτό το αλάνθαστο και τρυφερό ταινιάκι είναι πως ο Αλ. Πέιν επιμένει (όπως σε όλες τις ταινίες που προανέφερα) να βρίσκει όλες τις απαντήσεις για την αγάπη στην ιδέα της πυρηνικής οικογένειας και μόνο, αλλά και να εντοπίζει την απουσία της αλληλεγγύης αποκλειστικά στη διάσπαση των ιερών οικογενειακών δεσμών και παραδόσεων.
Πλούτος, θρήνος, αυτοκίνητα και ερωμένες στον κόσμο του Φεράρι
Φεράρι (Ferrari) ***
Σκηνοθεσία: Μάικλ Μαν
Πρωταγωνιστούν: Ανταμ Ντράιβερ, Πενέλοπε Κρουζ, Σεϊλίν Γούντλεϊ

Το καλοκαίρι του 1957 η αυτοκινητοβιομηχανία του πρώην οδηγού αγώνων αυτοκινήτων Έντσο Φεράρι είναι μόλις ένα βήμα πριν από την πτώχευση, ενώ ο γάμος του με την απρόβλεπτη σύζυγό του βρίσκεται σε τέλμα. Θρηνώντας ακόμη τον πρόσφατο χαμό του γιου του, ο Έ. Φεράρι εναποθέτει τις ελπίδες της επιβίωσης της αυτοκρατορίας του στον μεγάλο αγώνα Mille Miglia. Η ιστορία του Έντσο Φεράρι αποτελούσε μεγάλο απωθημένο του Μάικλ Μαν για πολλά χρόνια. Και είναι τέτοια η δεξιοτεχνία του Αμερικανού σκηνοθέτη και τόσο μεγάλη η εμπειρία του σε «αρσενικά» δράματα («Miami Vice», «Collateral»), που καταφέρνει να μπολιάσει με ενδιαφέρον ένα προβληματικό σενάριο, το οποίο στα χέρια ενός άλλου θα μετατρεπόταν σε ιστορία με γρήγορα αυτοκίνητα και υστερικές γυναίκες.
Το «Φεράρι» του Μ. Μαν πραγματικά κάνει το «Ford vs. Ferrari» (2019) του Ρον Χάουαρντ και το «Rush» (2013) του Τζέιμς Μαγκόλντ να φαίνονται με ανάλαφρες περιπέτειες της Ντίσνεϊ. Επιπλέον, ο Άνταμ Ντράιβερ, που υποδύεται τη λεόντειο φιγούρα της εταιρείας με τα μαλλιά του ασημένια γκρίζα, αυτή τη φορά δεν μοιάζει παντελώς εγκαταλειμμένος σκηνοθετικά στα ακριβά ρούχα ενός καλοθρεμμένου Ιταλού entrepreneur, όπως είχε φανεί πρόσφατα στο ανεκδιήγητο «House of Gucci» του Ρίντλεϊ Σκοτ. Η Πενέλοπε Κρουζ είναι η δικαιολογημένα τσαντισμένη σύζυγος και συνέταιρός του, αλλά είναι κοινό μυστικό ακόμα και ανάμεσα στους πιο φανατικούς του ότι ο Μάικλ Μαν ποτέ δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί γυναικείους χαρακτήρες. Τα καλά νέα είναι πως ο Μ. Μαν άφησε πίσω του τον πειραματισμό με την digital εικόνα που περιόριζε ασφυκτικά τις ταινίες του («Public enemies») και ξαναβρήκε το μεράκι του δημιουργού του «Insider». Ο Μ. Μαν είναι ένας εξαιρετικός τεχνίτης, αλλά η συναισθηματική ψυχραιμία του είναι μειονέκτημα εδώ: Σε μια σκηνή όπου μια στραβοτιμονιά προκαλεί μια ανείπωτη τραγωδία με νεκρούς ο σκηνοθέτης, προκειμένου να προκαλέσει συναίσθημα, γεμίζει με αίμα και κομμένη σάρκα την οθόνη, ενώ όφειλε να δείξει μια σχετική διακριτικότητα και μια λεπτότητα στον χειρισμό. Ο Μ. Μαν φαίνεται πως θέλει να καταλάβουμε αυτόν τον πολύπλοκο, βαθιά ιδιωτικό άνθρωπο, αλλά μας αφήνει με την αίσθηση ότι θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερα στην ιστορία, καθώς δεν καταφέρνει να σκάψει κάτω απ’ την επιφάνεια. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια αρκετά όμορφη επιφάνεια - σχεδόν σαν γυαλιστερή λαμαρίνα. Τέλος, αν δεν μπορείτε να συμφιλιωθείτε με τη σύμβαση που θέλει Αμερικανούς να υποδύονται Ιταλούς χαρακτήρες μιλώντας με σπαστή προφορά στα αγγλικά, τότε αυτή η ταινία δεν είναι για σας.
Ρομαντική κομεντί παλιάς κοπής
Τι συνέβη μετά (What happens later) *1/2
Σκηνοθεσία: Μεγκ Ράιαν
Πρωταγωνιστούν: Μεγκ Ράιαν, Ντέιβιντ Ντουκόβνι

Δύο πρώην σύντροφοι, η Γουίλα και ο Μπιλ, ξαναβρίσκονται σε ένα αεροδρόμιο 25 χρόνια μετά τον χωρισμό τους και αναγκάζονται να διανυκτερεύσουν εκεί γιατί οι πτήσεις τους ακυρώνονται λόγω χιονοθύελλας. Από τη μια θέλουν να γυρίσουν στα σπίτια τους, αλλά από την άλλη διασκεδάζουν την ανασκόπηση στο κοινό τους παρελθόν και στα υποθετικά σενάρια όσων θα μπορούσαν να είχαν διαφορετική έκβαση. Τελευταία είναι πολλές οι ρομαντικές κομεντί για τις δεύτερες ευκαιρίες μεγαλύτερων σε ηλικία ηρώων («Ticket to Paradise», «Mamma Mia»), όμως η ιστορία της Μεγκ Ράιαν εστιάζει σε δύο μόνο ανθρώπους και ακούει μόνο τα δικά τους λόγια. Προφανώς η παλιά σταρ των ρομαντικών κομεντί, που δοξάστηκε από τις ταινίες της Νόρα Έφρον στη δεκαετία του ’90, ζήλεψε την τριλογία «before» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ και ήθελε να μεταφέρει αυτή την προσέγγιση της δράσης μέσω του διαλόγου σε ένα σενάριο που προβληματίζεται για τα αναθεματισμένα «what if» της ζωής. Δίπλα της ο Ντέιβιντ Ντουκόβνι είναι αρκετά σοβαρός όσο και παιχνιδιάρης για να αποτελέσει ένα γοητευτικό αντίβαρο που είναι σχεδόν αδύνατο να σε αφήσει ανικανοποίητο. Κι όμως, η ταινία είναι άστοχη και ελλιπής όσο η συζήτηση εξελίσσεται, οι πληροφορίες έρχονται στο φως και ανοίγουν παλιές πληγές που γεφυρώνουν το πέρασμα του χρόνου. Το ίδιο το αεροδρόμιο είναι ένας τρίτος χαρακτήρας, ένας σχεδόν ζωντανός οργανισμός που παρεμβάλλεται για να κάνει μια άχρηστη ανακοίνωση ή για να μπλέξει στις σκέψεις των χαρακτήρων του. Σε κάθε περίπτωση, ο σκηνοθετικός ρυθμός απουσιάζει.
Το «What happens later» προσπαθεί υπερβολικά και πολύ γρήγορα να γίνει πολύ χαριτωμένο και να αναβιώσει με το ζόρι την αγνή γοητεία των παλιών ταινιών της Μ. Ράιαν («Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι»), αλλά η πάντα ικανή σε τέτοιους ρόλους ηθοποιός όφειλε ίσως να εμπιστευτεί το ένστικτο, τη φωνή και το ταλέντο ενός σκηνοθέτη ή μιας σκηνοθέτριας και να μην ξοδέψει η ίδια ενέργεια πίσω από την κάμερα.
Σφαίρες και μπουνιές στην πλατεία Αριστοτέλους
Αποστολή στην Ελλάδα (The Bricklayer) *
Σκηνοθεσία: Ρένι Χάρλιν
Πρωταγωνιστούν: Ααρον Έκχαρτ, Νίνα Ντομπρέφ, Τιμ Μπλέικ Νέλσον

Ενας πρώην πράκτορας της CIA αναγκάζεται να επιστρέψει στην ενεργό δράση, όταν ένας εγκληματίας εκβιάζει τη μυστική υπηρεσία. Ο Άαρον Έκχαρτ γίνεται ένα μάτσο κακέκτυπο του Τζέισον Στέιθαμ σε αυτή τη ρουτινιάρικη περιπέτεια που πάσχει από ερασιτεχνικό διάλογο, απελπιστικά κλισέ στην πλοκή και ξύλινες ερμηνείες, σε ένα σύνολο που τα παλιά τα χρόνια χαρακτηρίζαμε επιπέδου βιντεοκασέτας. Ο παλαίμαχος και ξεπεσμένος πια Ρένι Χάρλιν αδυνατεί απελπιστικά να διαχειριστεί τους κομπάρσους και στήνει στον αυτόματο τα πιόνια της ρωσικής μαφίας και των Αμερικανών πρακτόρων, σε ένα κουραστικό κουβάρι προδοσίας που εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη. Το πιο πιστευτό στοιχείο σε ολόκληρη αυτή την ταινία είναι το μετρό Θεσσαλονίκης, το οποίο λειτουργεί κανονικά και είναι υπερσύγχρονο.
Ενα αντισυμβατικό γυναικείο πορτρέτο
Μαύρος κότσυφας, μαύρο βατόμουρο (Blackbird blackbird blackberry) ***
Σκηνοθεσία: Ελέν Ναβεριάνι
Πρωταγωνιστούν: Εκα Τσαβλεϊσβίλι, Τέμικο Τσιτσινάτζε, Λία Αμπουλάτζε

Η Ετέρο είναι μια 48χρονη γυναίκα που ζει σε ένα μικρό χωριό στη Γεωργία. Το κύριο χόμπι της είναι η πεζοπορία μέχρι το ποτάμι, όπου μπορεί να μαζέψει νόστιμα βατόμουρα, τα αρωματικά και αλμυρά στοιχεία των οποίων τη διεγείρουν. Η ίδια δεν ήθελε ποτέ να έχει σύζυγο και προτιμούσε τη μοναξιά εξαιτίας των πολλών κουτσομπολιών μεταξύ των συγχωριανών της που τη στοχοποιούσαν. Όταν γλιτώνει από ένα ατύχημα, βρίσκει τον εαυτό της να ερωτεύεται έναν παντρεμένο άντρα και ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπη με το δίλλημα να ακολουθήσει μια παράνομη και παθιασμένη σχέση ή να συνεχίσει μια ζωή απομόνωσης. Η Ετέρο παραμένει πιστή στον εαυτό της, ακόμη και όταν οι γυναίκες της περιοχής τη χλευάζουν επειδή είναι μόνη και άτεκνη, ενώ δέχεται ακόμα και την κακοποίηση των αντρών χωρίς να έχει φταίξει σε κανέναν. Οι αλλαγές στη ζωή αυτής της γυναίκας εντείνουν τις μύχιες επιθυμίες της όσο και αναβιώνουν τις ψυχικές πληγές που ανέκαθεν όριζαν την ισχνή σχέση της με τους άλλους ανθρώπους και ακόμη και με το ίδιο της τον εαυτό.
Με το «Blackbird blackbird blackberry» η Γεωργιανή Ελέν Ναβεριάνι στήνει μια αντισυμβατική εξερεύνηση στην ιδέα της συντροφικότητας κάτω από ψυχολογικές αντιξοότητες και παρατηρεί μια σκληρόπετση γυναίκα που επιβιώνει οριακά κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της μικρής κοινωνίας και τη ματιά της καθαρής φύσης.