Ισως η κοινωνία θα πρέπει να επαναστατήσει και το σινεμά να την ακολουθήσει» έλεγε χθες ο Εμίρ Κουστουρίτσα, ενώ την ίδια ώρα παραδεχόταν ότι «τα περισσότερα εγκλήματα σήμερα, ακόμα και τα πιο μεγάλα, δεν τιμωρούνται». Προσκεκλημένος του 36ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, που ανοίγει τις πόρτες του την επόμενη Πέμπτη 30 Νοεμβρίου, ο πολυβραβευμένος Σέρβος σκηνοθέτης βρίσκεται ήδη στην Αθήνα για την προφεστιβαλική ρετροσπεκτίβα με την οποία τον τιμάει το φεστιβάλ και χθες, στο πλαίσιό της, προλόγισε ο ίδιος την προβολή της διάσημης ταινίας του «Ο καιρός των τσιγγάνων» στο Studio New Star Art Cinema.
Χειμαρρώδης και ευδιάθετος, λίγες ώρες νωρίτερα ο διάσημος σκηνοθέτης μίλησε για όλα στους δημοσιογράφους: για τον κομφορμισμό του Χόλιγουντ, το πολιτικά ορθό και την αλλαγή της νοοτροπίας των σκηνοθετών, για το μέλλον των αιθουσών και την παντοκρατορία του χρήματος, για την παγκοσμιοποίηση και τη χειραγώγηση του ανθρώπου, το ψηφιακό περιβάλλον, αλλά και για τα σχέδιά του για νέες ταινίες. Όλες, πάντως, οι ταινίες που έχει γυρίσει ως σήμερα θα προβληθούν στο τιμητικό αφιέρωμα του Πανοράματος, στον κινηματογράφο Studio, αποτελώντας έναν πρώτης τάξης προπομπό για το άνοιγμα της αυλαίας του γνωστού φεστιβάλ με την πανελλήνια πρεμιέρα της νέας ταινίας του Κεν Λόουτς «The Old Oak / Η τελευταία παμπ» στον κινηματογράφο Έλλη.
Οι νέοι σε διαφορετικό περιβάλλον πια
«Οταν ήμουν νέος και έκανα ταινίες, όπως πολλοί της γενιάς μου, είχα φαντασιώσεις ότι μέσω του σινεμά και κάποιων αριστερών κινημάτων ο κόσμος μπορούσε πραγματικά να αλλάξει» είπε, για να διαπιστώσει ότι «σήμερα οι νέοι δεν έχουν καμιά τέτοια ψευδαίσθηση. Σήμερα η φοβία και μόνο που προκαλούν οι συνέπειες του να μην ακολουθείς το πολιτικά ορθό είναι τόσο έντονη, που κυριολεκτικά σε αποκαρδιώνει. Αν θέλεις πραγματικά να αναδειχθείς, δεν μπορείς πια να είσαι εναντίον κάποιου, πόσο μάλλον να το δηλώσεις». Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στον παλαιότερο κινηματογράφο, στις ταινίες του Ταρκόφσκι, του Αντονιόνι, του Φελίνι, στην εποχή που «μας ενέπνεαν οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι», όπως είπε, αντιδιαστέλλοντας με το σήμερα όπου οι νέοι εμπνέονται από τα blockbuster και τα ριάλιτι της τηλεόρασης, και βρίσκονται απομονωμένοι μπροστά στην οθόνη του κινητού ή του τάμπλετ. Έμοιαζε να νοσταλγεί τις ταινίες που ασχολούνταν με τον άνθρωπο και τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας.
Σ’ αυτή την αντιδιαστολή του χθες με το σήμερα, στην αλλαγή της νοοτροπίας των σκηνοθετών και στην αντίληψη που κυριαρχεί προκειμένου να βρίσκονται στο προσκήνιο ανέφερε τον Βιμ Βέντερς. «Το παράξενο και παράδοξο είναι ότι αυτή η αλλαγή έχει επέλθει τη στιγμή που η τεχνολογία σού προσφέρει πάσης φύσεως υλικά για να κάνεις ό,τι θέλεις» είπε, υπογραμμίζοντας ότι «ίσως αυτή η παραδοξότητα να είναι αναγκαία. Ίσως η κοινωνία θα πρέπει να επαναστατήσει και το σινεμά να την ακολουθήσει». Δεν παρέλειψε να μιλήσει για τη «λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης», την κυριαρχία του χρήματος, αλλά και για την απάθεια του σύγχρονου ανθρώπου, παραπέμποντας στη Γάζα. Παλιά, είπε, παρακολουθούσαμε μια ταινία με τον Μελ Γκίμπσον που πραγματευόταν απαγωγές παιδιών από το Μεξικό, προκειμένου να τα πουλήσουν, και εντυπωσιαζόμασταν. Από τότε έχει γίνει καθημερινότητα και δεν μας εντυπωσιάζει. Σήμερα πια φτάσαμε να βλέπουμε να σκοτώνονται πάνω από 5.000 παιδία στη Γάζα και δεν ασχολούμαστε.
Εναντίον του mainstream
Λάβρος ήταν εναντίον του Χόλιγουντ. «Θα έπρεπε να βάλουν φωτιά και να το κάψουν» είπε χαρακτηριστικά, ενώ στράφηκε επίσης εναντίον του mainstream. Επικρίνοντας τον κομφορμισμό του Χόλιγουντ, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον νομπελίστα συγγραφέα Πέτερ Χάντκε, δημιουργό του περίφημου βιβλίου «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», τον οποίο έχει στο μυαλό του ως τον «άνθρωπο που περπατάει σε τεντωμένο σχοινί». Όπως είπε, «στη Στοκχόλμη βρέθηκε ακριβώς σε αυτή την κατάσταση. Πριν και μετά την απονομή του Νόμπελ κατηγορήθηκε ότι είναι εθνικιστής, ενώ όποιος τον γνωρίζει και έχει διαβάσει τα βιβλία του ξέρει πολύ καλά ότι δεν είναι». «Ο Χάντκε», θυμήθηκε, «ήρθε στη Σερβία όταν βομβαρδιζόταν από το ΝΑΤΟ, κινδύνεψε κι αυτός να καταλήξει κάτω από τις βόμβες. Εκείνη την εποχή η χώρα μου ήταν σαν τον Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, και ο Χάντκε ήταν πολύ γενναίος, δείχνοντας ότι είναι ένας σπάνιος άνθρωπος. Και ήταν επίσης γενναίος όταν, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι στην Αυστρία, στη Γερμανία και στον υπόλοιπο κόσμο θα δεχόταν επιθέσεις και θα βυθιζόταν σε αντιπαραθέσεις, αρνήθηκε να πάρει πίσω όσα είχε πει για τη Σερβία. Αν το είχε κάνει, θα είχε προδώσει τον εαυτό του αλλά και τους αναγνώστες του. Και έτσι τελικά, παρ’ όλη την πίεση, το Νόμπελ πήγε σε έναν πραγματικό αουτσάιντερ».
Αναφέρθηκε, επίσης, στη λογοκρισία και στη χειραγώγηση, στον έλεγχο που ασκούν τα ριάλιτι, που του θυμίζει παλιό σοβιετικό καθεστώς, ενώ υπεραμύνθηκε της ύπαρξης των κινηματογραφικών αιθουσών, των κατεξοχήν χώρων του κινηματογράφου. «Εκεί πρέπει να προβάλλονται οι ταινίες» είπε, αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα την επίθεση που δέχονται από τις πλατφόρμες και βλέποντας τη συρρίκνωσή τους στο μέλλον, όπως γίνεται με την όπερα. Παραδέχτηκε ότι την τελευταία εικοσαετία, που τον έχει απορροφήσει περισσότερο η μουσική, οι ελάχιστες ταινίες που γύρισε ήταν «όχι από τις καλύτερες, το ξέρω», ωστόσο υπερασπίστηκε την τελευταία του «The milky road».
Αυτή την περίοδο, πάντως, σκέφτεται την επιστροφή του στον κινηματογράφο και σχεδιάζει να μεταφέρει το γνωστό θεατρικό έργο «Τζορντάνο Μπρούνο» στη μεγάλη οθόνη, μια ταινία μεσαιωνική, που ίσως τη γυρίσει στη Ρωσία, αλλά και μια παραλλαγή του έργου του Ντοστογιέφσκι «Έγκλημα και τιμωρία» με αντεστραμμένο τίτλο «Έγκλημα χωρίς τιμωρία», γιατί, όπως είπε χαρακτηριστικά, «τα περισσότερα εγκλήματα σήμερα, ακόμα και τα πιο μεγάλα, δεν τιμωρούνται».