Για την Κάτια Γέρου «ο πόλεμος έχει το πρόσωπο του εφιάλτη». Αυτό το απεχθές πρόσωπο ξεδιπλώνει στη σκηνή μέσα από τις μαρτυρίες των γυναικών που πολέμησαν εναντίον των ναζί στην πολιορκία του Λένινγκραντ. Το έργο της νομπελίστα συγγραφέως Σβετλάνα Αλεξίεβιτς «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας», στο οποίο πρωταγωνιστεί μαζί με τη Ναταλία Γεωργοσοπούλου στο Θέατρο Φούρνος και παρουσιάζεται σε δραματουργική επεξεργασία του Παντελή Μπουκάλα, με την καλλιτεχνική φροντίδα του σκηνοθέτη Σάββα Στρούμπου και τη μουσική του Λεωνίδα Μαριδάκη, δίνει όλες τις αφορμές για μια συζήτηση με τη γνωστή ηθοποιό.
Οση ώρα μιλάει για τους πολέμους στη γειτονιά μας και τον πόλεμο στο θέατρο, για τις μάχες με τα κείμενα, με τον εαυτό και τους άλλους ειδικά όταν είσαι γυναίκα και για εκείνο τον υποχθόνιο πόλεμο της επιβίωσης, σκέφτομαι ότι δεν είναι τυχαία η διαδρομή της στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Χειμαρρώδης ο λόγος της, αυθόρμητος. Σαν έτοιμη από καιρό, δεν χρειάζεται να τις παιδέψει τις λέξεις. Έχει εκπαιδευτεί στη διαδικασία του σκέπτεσθαι. Γι’ αυτό πατάει γερά στο σανίδι του θεάτρου. Γεννημένη, λες, πρωταγωνίστρια. Με βλέμμα ανήσυχο και διεισδυτικό, σε κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια. Όπως τα παιδιά. Όπως οι συνειδητοποιημένοι άνθρωποι που δεν φοβούνται τις ήττες ούτε κρύβουν τον φόβο κάτω από το χαλί. Γυναίκα με ενσυναίσθηση και συναίσθημα, με γνώση, ταλέντο, έτοιμη διαρκώς να ριχτεί στη νέα μάχη για το όμορφο και το δίκαιο, παραθέτει σκέψεις, διαπιστώσεις, αγωνίες. Μια γυναίκα που αγαπάει την τέχνη της και την ποίηση, που μπορεί να διαβάζει την εποχή και τους ανθρώπους δεν μπορεί, λες, να μην διακρίνει τη ρωγμή. «Η ανθρωπιά, για το δικό μου φτωχό μυαλό, είναι η μόνη εναλλακτική σε αυτό το απάνθρωπο, νεοφιλελεύθερο καθεστώς που ζούμε» λέει η Κάτια Γέρου, και το εννοεί.
Η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς λέει «να γράψει κανείς για τον πόλεμο ένα βιβλίο τέτοιο που να αηδιάζουν ακόμα και οι στρατηγοί». Μπορεί να γραφτεί ένα τέτοιο βιβλίο;
Το βιβλίο της Αλεξίεβιτς είναι ένα τέτοιο βιβλίο, καθώς και πάρα πολλά άλλα. Και μόνο τον Πρίμο Λέβι να σκεφτούμε στο «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» ή τον Βασίλι Γκρόσμαν στο βιβλίο του «Ζωή και πεπρωμένο». Το εντυπωσιακό είναι ότι σε αυτά τα βιβλία ταυτόχρονα εκτός από την καταγραφή της φρίκης του πολέμου βρίσκει κανείς βαθιά σκέψη, υψηλή ποίηση και έναν ύμνο εντέλει για τη ζωή που πλήττεται και συντρίβεται. Δεν μπορώ να ξεχάσω τη φράση του Γκρόσμαν για τα «πεισματάρικα πουλιά που συνεχίζουν να κελαηδούν όσο άσχημος κι αν είναι ο καιρός», γιατί η ζωή, τελικά, υπερβαίνει τα πάντα. Αν σε κάτι οφείλει κανείς να εκπαιδεύει τον εαυτό του διά βίου, είναι η αντοχή στο θέμα της οδύνης, των άσχημων καιρών. Και δεν είναι θέμα μόνο επιβίωσης αυτή η μαθητεία, είναι κυρίως θέμα ενσυναίσθησης.
Για αυτό επιλέξατε αυτό το βιβλίο για παράσταση;
Η συνάδελφός μου Ναταλία Γεωργοσοπούλου μού το πρότεινε, το διάβασα διαγώνια γιατί δεν είχα χρόνο και είπα αμέσως ένα ενθουσιώδες «ναι», γιατί από αυτό το μαύρο θέμα η Αλεξίεβιτς έφτιαξε ένα χρυσαφένιο βιβλίο. Θυμάμαι ότι στις πρόβες έλεγα στον Σάββα και στη Ναταλία πως αυτές οι μαρτυρίες γυναικών μού ξαναγέννησαν την επιθυμία για τη ζωή. Η αντοχή που επέδειξαν αυτές οι γυναίκες της Ρωσίας στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο απέναντι στους ναζί που πολιορκούσαν το Στάλιγκραντ, όντας οι ίδιες 15 με 18 χρονών κορίτσια, είναι τόσο συνταρακτικό στοιχείο που νιώθω για πρώτη φορά ότι στη σκηνή παίζει το κείμενο, όχι εγώ. Η αντοχή μαζί με τη διατήρηση της θηλυκής τους υπόστασης, μαζί με το χιούμορ, τη λατρεία για την πατρίδα τους και το ξόρκι του φόβου του θανάτου, η φαντασίωση για ένα μέλλον χωρίς σφαγές και μίσος, που δυστυχώς αποδεικνύεται μόνο φαντασίωση, όλα αυτά φτιάχνουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ, γλυκόπικρο, κοκτέιλ χαρμολύπης.
Υπάρχει κάποια σκηνή που σε συγκινεί ιδιαίτερα;
Ολες, αλλά δύο θα αναφέρω. Ένα κορίτσι περιγράφει πως γυρίζοντας από τις ασκήσεις βολής είδε μερικούς μενεξέδες σε έναν κήπο και έκοψε κρυφά ένα μπουκετάκι δένοντάς το στην ξιφολόγχη της. Ο επικεφαλής τη μάλωσε λέγοντας «οι στρατιώτες δεν είναι συλλέκτες λουλουδιών» και την τιμώρησε με τρεις μέρες έκτακτες αγγαρείες. Όμως αυτή έκρυψε το μπουκετάκι στην τσέπη της και λέει «τους έβγαζα, τους κοίταζα και ήταν σαν να μην θέλουνε να μαραθούνε. Για να με παρηγορήσουν, να με ευχαριστήσουν, ποιος ξέρει;». Μέσα στις σφαγές, ανάμεσα στους σκοτωμένους, στην καμένη γη ένα κορίτσι παρηγορήθηκε από έναν μενεξέ. Η ψυχή της δεν είχε παγώσει, δεν είχε σκληρύνει. Ύμνος για τη γυναικεία ευαισθησία είναι αυτή η μικρή σκηνούλα. Η δεύτερη σκηνή είναι η τελευταία του έργου. Πολύ πικρή, μιλάει για τον τρόπο που υποδέχτηκε η πατρίδα τις γυναίκες αυτές μετά το τέλος του πολέμου, όπου κανείς δεν μιλούσε για τη συμμετοχή τους στον αγώνα. Έπρεπε να περάσουν σαράντα χρόνια για να θυμηθούν όσα προσέφεραν στον μεγάλο αγώνα. Όλα αυτά τα χρόνια άκουγαν προσβολές και ύβρεις για το πώς διασκέδαζαν με τους συμπολεμιστές τους στον πόλεμο και άλλα παρόμοια. Στην τελευταία αυτή περσόνα θέλησα να δώσω ένα στοιχείο ψυχικής αστάθειας, νόσου, όχι καταγγελίας. Γιατί από όλες αυτές τις τρομακτικές εμπειρίες αποκλείεται να βγαίνουν οι άνθρωποι αλώβητοι. Κάτι χαράζεται μέσα τους για πάντα.
Είναι και η πατριαρχία, θεωρείς, συστατικό του πολέμου;
Απόλυτα. Οι γυναίκες, δυστυχώς ακόμα, ζουν αλλεπάλληλους πολέμους μέσα στην καθημερινότητά τους, αλλιώς δεν θα μετράγαμε τόσες γυναικοκτονίες, τόση ενδοοικογενειακή βία. Πόσο μάλλον όταν παράλληλα βιώνουν και έναν πραγματικό πόλεμο. Παρακολουθώντας στις ειδήσεις σκηνές από τους δύο πολέμους στη γειτονιά μας, οι εικόνες μιλάνε μόνες τους. Γίνεται ένα συνταρακτικό μοντάζ βλέποντας, για παράδειγμα, το ανέκφραστο, σκληρό μέχρι θανάτου πρόσωπο ενός στρατηγού που μας ενημερώνει για τις νίκες του και ακριβώς το επόμενο δευτερόλεπτο γυναίκες με τα μωρά και τα μπογαλάκια τους να περπατάνε στο πουθενά. Από τον λευκό άντρα πολεμιστή έχει ξεπηδήσει η φρικτή αποικιοκρατία - και μετά παραπονιόμαστε που έρχονται εξαθλιωμένες γυναίκες και παιδιά στην Ευρώπη. Και μαζί τους άντρες, γιατί και αυτοί θύματα της πατριαρχίας είναι. Κι εμείς, οι προς το παρόν «τυχεροί», και την ευημερία θέλουμε και την αδικία προσπερνάμε, όταν βεβαίως πλήττει μόνο τους άλλους, και δεν έχουμε κανένα πρόβλημα όταν ακούμε τη φράση «παγκόσμια σκακιέρα», φράση απλώς απεχθής, και την ησυχία μας επιδιώκουμε. Τελικά, όλα δικά μας τα θέλουμε. Αν αναλογιστούμε ότι σε όλη αυτή την ανθρώπινη τραγωδία, όπου το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη κατοικείται από παιδιά ενός κατώτερου θεού, σκέφτομαι ότι ίσως κι εμείς οι γυναίκες φταίμε κάπου, δεν φωνάζουμε τόσο δυνατά όσο θα έπρεπε. Ίσως θα έπρεπε να εκπαιδεύουμε κι εμείς οι ίδιες αλλιώς τους εαυτούς μας πρώτα απ’ όλους, τα παιδιά μας, τους μαθητές μας, κόντρα στα τοξικά στερεότυπα τύπου «καταναλώστε, συσσωρεύστε και succes story» κ.λπ. Να δώσουμε το παράδειγμα υψώνοντας τη φωνή μας μαζί με φωνές άλλων ενάντια στις αδικίες αυτού του κόσμου. Τις πάμπολλες, τις ανίκητες, τις αιώνιες αδικίες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει ομορφότερο τραγούδι, ωραιότερος ψαλμός από τη φωνή του ανθρώπου που διαμαρτύρεται όχι μόνο για τα δικά του, για τα δικά μας.
Τελικά ο πόλεμος τι πρόσωπο έχει;
Δικά μας δεν είναι τα πρόσωπα γυναικών, ανδρών μέσα στον θρήνο, τα αίματα και τα γκρεμισμένα τους σπίτια; Δικά μας δεν είναι τα παιδάκια των Παλαιστινίων που περιμένουν υπομονετικά στην ουρά έναν ενήλικο να χαράξει το όνομά τους στα μπρατσάκια τους, σαν αρνιά πριν τη σφαγή του Πάσχα; Επειδή, δηλαδή, ζούμε εν ειρήνη, δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε άλλο πέρα από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μας, άντε και μερικούς συγγενείς και φίλους; Κακά τα ψέματα, ο πόλεμος έχει το πρόσωπο του εφιάλτη.
Το θέατρο είναι πόλεμος;
Αν είναι λέει; Μεγάλος πόλεμος. Παλεύεις με τη φυσική ραθυμία σου, την ανεπάρκειά σου, την ψυχική και πνευματική αγραμματοσύνη σου -για τον εαυτό μου μιλάω-, την οικονομική δυσπραγία, γιατί από το θέατρο δύσκολα ζει κανείς, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Παλεύεις με τις φάσεις της κατάθλιψης που κατά καιρούς περνάς, αλλά που στη σκηνή επάνω δεν επιτρέπεται να την πάρεις μαζί σου. Στο θέατρο παλεύεις με θηρία και τέρατα. Το θηρίο του κειμένου πάνω απ’ όλα. Μάχεσαι διαρκώς με κείμενα γραμμένα από μεγαλοφυείς ανθρώπους που πρέπει, στοιχειωδώς, κάπως να τα αφουγκραστείς και να τα καταλάβεις. Θέλει κόπο, δηλαδή, που ποτέ δεν είναι αρκετός. Θέλει κι άλλο κόπο! Αυτή η αγωνία με τον εαυτό να αρθεί στο ύψος του κειμένου πολλές φορές είναι μάχη που δεν κερδίζεται. Το να παραδεχτείς την ήττα σου χρειάζεται ταπεινότητα, που κι αυτό είναι ένας επιπλέον αγώνας. Όμως αυτά και ακόμα περισσότερα που απαιτεί το θέατρο αξίζουν πολύ γιατί το θέατρο, η Τέχνη γενικότερα, είναι μια νίκη. Νίκη της σκέψης, της ομορφιάς, της κινητοποίησης αισθημάτων που στην εποχή μας είναι προγραμμένα, νίκη κόντρα στη μοναξιά τελικά.
Το θέατρο σε έχει κάνει καλύτερο άνθρωπο;
Νομίζω ναι. Θα ήταν άδικο να έχω περάσει μέσα από όλα αυτά τα κείμενα και να μην έχω καταλάβει τίποτα. Δέκα χρόνια πριν δεν θα απαντούσα έτσι, τώρα όμως το νιώθω πια.
Ποιο κείμενο σε συνταράζει αλλά δεν το έχεις παίξει ακόμα;
Η «Μάνα κουράγιο». Ο Μπρεχτ δεν ωραιοποιεί την ηρωίδα του, δείχνει, δηλαδή, κάτι που εμένα σαν σκέψη με συγκινεί βαθιά, ότι οι άνθρωποι λερωνόμαστε όταν προσπαθούμε να επιβιώσουμε, όπως «λερώνεται» η Μάνα Κουράγιο. Η επιβίωση μπορεί να γίνει άγαρμπη, σκληρή, και πολλές φορές να απαιτεί από μας να γίνουμε ανελέητοι. Αυτό μας μαθαίνουν τα μεγάλα κείμενα και ίσως γι’ αυτό είπα πριν ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος μέσα από το θέατρο. Γιατί κατάλαβα ότι μέσα μας υπάρχουν τα πάντα και όλα μαζί, και τα σκοτάδια, και η αγριότητα, και η γενναιοδωρία, και η ποίηση. Ο αγώνας είναι τι θα υπερισχύσει.
Στην εποχή μας τι υπερισχύει; Πόσο ευάλωτος είναι ο σύγχρονος άνθρωπος στις απαιτήσεις της επιβίωσης;
Νιώθει ευάλωτος, ανήμπορος και φοβισμένος. Να το ξεκινήσουμε λίγο πιο ελαφρά; Έχεις συνάχι και νομίζεις ότι έχεις Covid, ότι κινδυνεύει η ζωή σου δηλαδή. Ακούς για επιδείνωση του καιρού και προσπαθείς να αναβάλεις τις δουλειές σου για να μην σε παρασύρει κανένας χείμαρρος. Προχωράμε και στα ακόμα πιο σοβαρά. Αποκτάς άπειρα πτυχία, αλλά δεν ξέρεις αν θα υπάρχει για σένα θέση στην αγορά εργασίας. Ερωτεύεσαι και θες να κάνεις οικογένεια, αλλά εξακολουθείς να μένεις με τους γονείς γιατί με 500-600 ευρώ δεν ζεις. Θες να συμμετέχεις στα κοινά, αλλά μετά από δεκάωρη κακοπληρωμένη δουλειά είσαι πτώμα και γυρνάς σπίτι σου. Πας στο σούπερ μάρκετ και από τη λίστα σου αγοράζεις μόνο τα μισά. Καμαρώνεις για την ομορφιά της πατρίδας σου, αλλά η ομορφιά αυτή κάθε χρόνο συρρικνώνεται, η μισή καίγεται και η μισή πνίγεται. Θες να πιστέψεις σε κάτι, να ενθουσιαστείς, γυρνάς το μάτι σου δεξιά κι αριστερά και ελάχιστα πράγματα πια σε εμπνέουν. Ξυπνάς πάντα κουρασμένος και ψυχικά και σωματικά. Τι εναλλακτική υπάρχει; Θα σου πω μια ιστορία που μου είπε ένα νέο κορίτσι. Το σπίτι της είναι στο χωριό Παλαμάς, στον Θεσσαλικό Κάμπο που σκεπάστηκε από τα νερά. Στις πλημμύρες είχαν βοηθήσει έναν ηλικιωμένο γείτονα και τον έφεραν σπίτι τους. Είναι νύχτα, ηλεκτρικό δεν υπάρχει και μέσα στα βρόμικα μαύρα νερά βλέπουν ξαφνικά να κολυμπάει ένας βατραχάνθρωπος με τον φακό στο μέτωπο. Μπήκε στο βυθισμένο σπίτι του γείτονά τους, πήρε το σακουλάκι με τα φάρμακά του και του τα έφερε. Η ανθρωπιά, για το δικό μου φτωχό μυαλό, είναι η μόνη εναλλακτική σε αυτό το απάνθρωπο, νεοφιλελεύθερο καθεστώς που ζούμε.
Και αυτή η παράσταση είναι αφιερωμένη στον Κυριάκο Κατζουράκη;
Οταν ξεκινήσαμε τις πρόβες, ο Σάββας πρότεινε ένα σκηνικό χώρο. Όταν του έδειξα τη φωτογραφία της εικαστικής εγκατάστασης «Ιερά οδός» και είδε πόσο έμοιαζε αυτό που σκέφτηκε με το έργο του Κατζουράκη -ψυχική συγγένεια το λέω εγώ-, πρότεινε αμέσως να χρησιμοποιήσουμε για σκηνικό την «Ιερά οδό» και η παράσταση να αφιερωθεί σε εκείνον. Έτσι διατηρείται η μνήμη των ανθρώπων, και μάλιστα αυτών που επηρέασαν και έβαλαν τη σφραγίδα τους στην Τέχνη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ανήκουν σε μας, ανήκουν σε όλους μας.
Ιnfo:
Με αφορμή την την Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών (25 Νοεμβρίου), μετά την αποψινή παράσταση «Ο πόλεμος δεν έχει πρόσωπο γυναίκας» (ώρα έναρξης 8 μ.μ.) στο Θέατρο Φούρνος θα ακολουθήσει συζήτηση με θέμα «Βία κατά των γυναικών, των παιδιών, των αμάχων, των φτωχών», με προσκεκλημένες την πανεπιστημιακό και συγγραφέα Πέπη Ρηγοπούλου και τη συγγραφέα Μαρώ Τριανταφύλλου.