Ο δρόμος με τις πολυτελείς κατοικίες είναι μακρύς. Ουρανός κι εγκόσμια στο βάθος ένα όλο με σύνδεσμο τον ορίζοντα. Ή μάλλον έτσι τα βλέπω εγώ, αφότου κατέβηκα από το λεωφορείο.
Σταματώ μπροστά σ' ένα σπίτι, πιέζω το πλήκτρο του κουδουνιού, περιμένω κάπως, έπειτα δοκιμάζω το πόμολο της αυλόπορτας. Δεν είναι κλειδωμένη, την ανοίγω, μπαίνω και διασχίζω την αυλή. Ανεβαίνω τέσσερα σκαλοπάτια προς τη θύρα της εισόδου, κι αυτή μισάνοιχτη. Δεν παραξενεύομαι πολύ, άλλωστε με περιμένουν, χτυπώ τρεις φορές, σπρώχνω και εισέρχομαι.
Ο κύριος με τον οποίο μίλησα στο τηλέφωνο θα πρέπει να είναι εδώ. Έδειξε μια συμπάθεια, καθώς επέμενα, με όση διαθέσιμη αξιοπρέπεια είχε, ήταν απόλυτα αναγκαίο να πάρω τη δουλειά -εύρεση εργασίας ίσον υπόθεση οντολογική- και παρακάλεσα να με δοκιμάσει.
Ένας χώρος παγερά άδειος απλώνεται σε διαφορετικά επίπεδα. Λευκοί τοίχοι, το ίδιο και τα μάρμαρα στο δάπεδο??? εικόνα όμοια με θάλαμο νοσοκομείου. Χώρος υποδοχής κατοικίας στην οποία δεν εγκαταστάθηκαν ακόμη οι ιδιοκτήτες - μοιάζει να τους περιμένει.
Έρχεται ένας καθήμενος νεαρός -αυτός που υποτίθεται πως χρειάζεται τις υπηρεσίες μου, σύμφωνα με όσα πληροφορήθηκα τηλεφωνικώς-, γυρίζοντας δύο μεγάλους τροχούς με μαύρο ελαστικό και μεταλλικές ακτινωτές ζάντες. Φοράει φαιό πουκάμισο και σκούρο πανταλόνι με ζώνη που το συγκρατεί στη μέση του. Με κοιτάζει και δεν μιλά. Χαιρετώ με νεύμα της κεφαλής. Καρότσι κι άνθρωπος περίπου ζωντανεύουν ένα σπίτι σιωπηλό, απ' όπου λείπουν οι ανθρώπινες φωνές. Στο εκτυφλωτικό λευκό των επιφανειών τα ρούχα του νεαρού και οι μαύροι τροχοί συνιστούν εναλλαγή που εισέβαλε ξαφνικά στον χώρο, τον όρισε. Τον παρακολουθώ που κινείται με καροτσάκι, αν και δεν δείχνει να πάσχει από κάτι. Σταματάει κοντά σε τρία σκαλοπάτια, πλησιάζω κι εγώ, κάθομαι σ' ένα από αυτά και περιφέρω το βλέμμα υπολογίζοντας να εμφανισθεί ο άνθρωπος που μου έδωσε το ραντεβού??? δεν προσπαθώ κάτι να πω, αντίθετα ο νεαρός θα όφειλε, σκέπτομαι. Αλλά δεν λέει λέξη. Δείχνει ικανοποιημένος, σαν να με είχε προσλάβει ο ίδιος. Ή μήπως μ' αυτόν μίλησα στο τηλέφωνο; Δεν καταλαβαίνω. Με βλέπω να φεύγω, αφήνοντάς τον να γυρίζει σβούρα γύρω από άδειους τοίχους και κρύα δάπεδα. Τον παρατηρώ προσεκτικότερα??? θυμίζει τελειόφοιτο του Δημοτικού με ανάπτυξη αρκετών χρόνων μπροστά από την ηλικία που έχει, ή που δείχνει, μπερδεύτηκα.
Καθώς τα σκέφτομαι αυτά, ο χώρος γεμίζει γυναίκες που φορούν μαύρα. Έρχονται αθόρυβα και κάθονται αργά στα πεζούλια των επιπέδων, άλλες παραμένουν όρθιες, συζητούν κατά μικρές ομάδες χαμηλόφωνα χωρίς να μας προσέχουν. Νέες γυναίκες όλες στα μαύρα, με μαζεμένα, πλεγμένα ή ελεύθερα μαύρα μαλλιά, άλλες με καστανούς, καστανόξανθους, κατάξανθους βοστρύχους. Εξοικειωμένες με τον χώρο, συμπεριφέρονται λες και τους ανήκε. Και μουρμουρίζουν, σιγομιλούν. Δεν μπορεί να είναι αυτές οι ιδιοκτήτριες του σπιτιού, σκέφτομαι.
Το παιδί κίνησε το καρότσι του ανάμεσά τους. Παραμερίζουν να περάσει. Δεν δίνουν σημασία ούτε σ' εμένα. Έχω σαστίσει, θεώμαι σαν χαζούλιακας. Πληρθωρισμός σκιών, ψιθυρισμών, απαθούς λευκού, παλλόμενου μέλανος. Συνέρχομαι. Εντάξει, ωραίο το παιδί. Συμπαθητικές κι οι ψιθυρίστριες. Δεν έχω άλλη δουλειά εδώ μέσα. Φεύγω βιαστικά, αυτές ούτε που με διέκριναν.
Βγαίνω στον δρόμο.
Ο νεαρός περιμένει όρθιος με χαμογελαστά μάτια, το καρότσι λίγο παραπέρα παρατημένο. Δεν μ' εκπλήσσει πλέον τίποτε, μ' όλο που τα ερωτηματικά περισσεύουν. Αρχίζουμε να περπατάμε αργά. Αφήνουμε τα ωραία σπίτια πίσω μας, στα αριστερά η γαλανή θάλασσα, πατάμε πάνω σε βότσαλα, τ' ακούμε κάτω από τα βήματά μας??? δεξιά απλώνεται μια γκριζόμαυρη πλαγιά με διαφορετικά τώρα σπίτια, σπίτια από ξύλο έρημα, αντί για κουφώματα χάσκουσες εφιαλτικές τρύπες, τα ξύλα έχουν σαπίσει. Ο νεαρός δείχνει ν' απολαμβάνει τη βόλτα, εγώ δυσφορώ με την εγκατάλειψη, θέλω να στρέψω το βλέμμα προς τη θάλασσα, κάτι όμως μ' εμποδίζει, κάτι μου ψιθυρίζει το μέρος αυτό που ποτέ δεν κατοίκησα, κι ο νεαρός θαρρώ το αναγνωρίζει καλύτερα από μένα.
Θα μπορούσε να είναι η πατρίδα που εγκατέλειψαν οι γονείς μου, που όσο ζούσαν μιλούσαν γι' αυτήν.
Δεν αποκλείεται κάποιοι παλιοί ένοικοι των ερειπίων να μεταφέρθηκαν στα εντυπωσιακά σπίτια.
Κι ενόσω νιώθω τον κόμπο που μου ανεβαίνει, το βλέμμα του αλλάζει έκφραση όπως θα άλλαζε τόνο η φωνή του, αν μιλούσε??? φέρνω στον νου διηγήσεις νοσταλγίας για τον γενέθλιο τόπο, Το όνειρο μπορεί και θα υπάρχει, μου λένε τα μάτια του. Το όνειρο θα είναι πάντα εδώ. Το όνειρο ωσεί περιφερόμενος ψίθυρος σ' έναν κόσμο που δεν ησυχάζει.
Εκείνος άφησε τον λευκό θάλαμο της αναπηρίας.
Οι γονείς βρήκαν γη να ριζώσουν.
Η θάλασσα όλα τ' αντέχει.
Γυναικείες φιγούρες επανεκκίνηση.
Ταξιδεύουμε διά μέσου.
Καταλαγή στην τρικυμία μιας αιρωούμενης ψυχής χωρίς ανάπαυση??? ασύλληπτη μαζί με ό,τι αναπνέουμε.
Ιανουάριος 2013
* Η Μαρία Πάλλα πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2003 με εννέα πεζογραφήματα υπό τον τίτλο Απώλειες (εκδόσεις "Νέα Πορεία"). Η νουβέλα Πυροτεχνήματα στη νύχτα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Πάροδος 9, περίοδος δεύτερη, Ιούν. 2006. Το διήγημα Ο κύριος Χανς κυκλοφορεί διαδικτυακά στην ιστοσελίδα One Story του Γιάννη Φαρσάρη από τον Σεπτέμβριο του 2012. Το μυθιστόρημά της Μικρή Μεγάλη Εβδομάδα (2010) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νησίδες.
ΚΡΕΝΤΙΤ ΦΩΤΟ: FOSPHOTOS / Αλέξανδρος Κατσής