Ξεκινά από αύριο το αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του Νίκου Νικολαΐδη, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος (Ιερά οδός 48, Κεραμεικός) με την προβολή του ντοκιμαντέρ του Χρήστου Χουλιάρα «Σκηνοθετώντας την Κόλαση», ενώ παράλληλα θα προβάλλονται και τρεις ταινίες του Νίκου Νικολαΐδη: «Singapore Sling», «Πρωινή Περίπολος», «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα».
To «Σκηνοθετώντας την Κόλαση» εξερευνά τον ιδιαίτερο κινηματογραφικό κόσμο του Νίκου Νικολαΐδη και ταυτόχρονα επιχειρεί μια κατάδυση στις ταινίες και την προσωπικότητά του: O Γιάννης Αγγελάκας, ο Τάκης Σπυριδάκης, ο Κωνσταντίνος Τζούμας, η Όλια Λαζαρίδου, η Βαλέρια Χριστοδουλίδου, ο Χρήστος Βαλαβανίδης, αλλά και η οικογένεια του σκηνοθέτη αφηγούνται τις κοινές τους περιπέτειες. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο σκηνοθέτης μιλά στο φακό για τη ζωή του και παραθέτει τη δική του άποψη για το σινεμά. Το ντοκιμαντέρ θα προβάλλεται στην Ταινιοθήκη στην απογευματινή (18.45) και δεύτερη βραδινή (21.45) προβολή, ενώ η προβολή των 20.15 θα είναι αφιερωμένη σε μια από τις τρεις ταινίες του Νικολαΐδη.
Στην "Πρωϊνή περίπολο" (1987), σε μια έρημη και κατεστραμμένη πόλη, μια γυναίκα κι ένας άντρας σε ένα δυστοπικό σύμπαν, όπου απουσιάζουν η δράση και ο λόγος, προσπαθούν να ξαναβρούν όλα αυτά που τους ενώνουν προκειμένου να επιβιώσουν. Στο "Singapore Sling" (1990), ο Νικολαΐδης ανακατεύει το νουάρ, τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, την πορνογραφία και το σπλάτερ... "Όταν κάποιοι Ευρωπαίοι και Aμερικανοί κριτικοί την χαρακτήρισαν σαν μια από τις "πιο ενοχλητικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ", άρχισα να πιστεύω ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Αργότερα, όταν η αγγλική λογοκρισία απαγόρευσε την προβολή της, κατάλαβα ότι τελικά κάτι δεν πάει καλά μ' όλους μας", είχε πει ο σκηνοθέτης. "Ο Χαμένος τα παίρνει όλα" (2002), με τον Γιάννη Αγγελάκα, με ήρωα ένα άντρα γύρω στα 40, μόνο, παρέα με τσιγάρα, μπύρες, και τον Μπελαφόντε, το καναρίνι του, με πειραγμένη υγεία και θολό μυαλό από μια σκάρτη ζωή, και με εμμονή στην "Αποκάλυψη" του Ιωάννη, είναι μια ιδιότυπη επιστροφή του σκηνοθέτη στο πνεύμα της «Γλυκιάς Συμμορίας» και των «Κουρελιών που τραγουδάνε ακόμη» αλλά με φόντο τη δεκαετία του '90. «Μ' ενδιαφέρει ο τρόπος που η ταινία προσεγγίζει τη γενιά των nineties", λέει ο σκηνοθέτης.
"Μια γενιά που μεγαλώνει μέσα στη σιωπή της αυτογνωσίας της, αναζητώντας τις αξίες της στο παρελθόν, εγκλωβισμένη σε μια στείρα αναμονή μηνυμάτων και διεξόδων που εμποδίζονται και δεν φτάνουν πουθενά. Μ' ενδιαφέρει αυτή η αβεβαιότητα των ηρώων που καταλήγει να γίνει «θέση», η παγίδα που τους στήθηκε και ο ρομαντισμός στον οποίο καταφεύγουν για να την αποφύγουν, η κοροϊδία τους στη ζωή τους και το σύστημα, η πίστη τους στον έρωτα και τη συντροφικότητα αλλά και στον έρωτα της συντροφικότητας".