Ο Σάκης Αποστολάκης εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Θεσσαλονίκη για 35 ολόκληρα χρόνια και έμεινε άνεργος όταν έκλεισε η Ελευθεροτυπία. Μετά από ένα διάστημα ανεργίας έκανε στροφή και ξεκίνησε να εργάζεται ως ντελιβεράς ή καλύτερα ως διανομέας φαγητού. Στην καθημερινή επαφή του με τους δεκάδες πελάτες που τον περίμεναν στην πόρτα του σπιτιού ή του γραφείου τους ο Σ. Αποστολάκης συναντούσε και βίωνε περίεργες ιστορίες και, κυρίως, υποτιμητικές συμπεριφορές. Έτσι, ως παλιός γραφιάς ένιωσε την ανάγκη ορισμένες από αυτές τις ιστορίες να τις δημοσιεύσει στο προφίλ του στο facebook με μια μεγάλη δόση χιούμορ, ίσως για να ξορκίσει το κακό. Τα κείμενα αυτά έγιναν θεατρικό έργο και παρουσιάζονται από τις 4 Μαΐου έως την 1η Ιουνίου στο κοινό της Θεσσαλονίκης από την ομάδα Άνθρωπος στη Θάλασσα, σε σκηνοθεσία της Κλαίρης Χριστοπούλου.
Συναντηθήκαμε με τον Σ. Αποστολάκη και την Κ. Χριστοπούλου στον Πολυχώρο Τέχνης Alte Fablon, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου και ανεβαίνει η παράσταση. Όπως λέει στην ΑΥΓΗ ο Σ. Αποστολάκης, «η συγγραφή των κειμένων ξεκίνησε καθώς είχα αιφνιδιαστεί από τη συμπεριφορά των ανθρώπων, γιατί ήμουν συνηθισμένος σε ανθρώπους που με προσέγγιζαν ως δημοσιογράφο και άρα φορούσαν το καλό τους προσωπείο, το οποίο απ’ ό,τι φαίνεται ο κόσμος το βγάζει μαζί με το μπουφάν και τα ρούχα του όταν επιστρέφει σπίτι». «Έλεγα σε φίλους αυτά που ζω και μου έλεγαν, γράψ’ τα, διαπίστωσα ότι πολύς κόσμος δεν ξέρει πόση αγένεια και παραξενιά αντιμετωπίζουμε από τον κόσμο που του παραδίδουμε παραγγελίες. Έφτασα να έχω γράψει 44 επεισόδια, δηλαδή έχω συναντήσει τουλάχιστον 44 παλαβούς ανθρώπους» προσθέτει χαρακτηριστικά.
«Οι αόρατοι άνθρωποι»
Τα κείμενα αυτά διακινήθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς αποτυπώνουν τις καθημερινές ιστορίες τρέλας. Όπως σημειώνει ο Σ. Αποστολάκης, «το σαράκι του γραφιά δημοσιογράφου βγήκε στο facebook, χωρίς πλέον τον καθωσπρεπισμό του δημοσιογράφου». Έτσι, η σκηνοθέτρια Κ. Χριστοπούλου τού πρότεινε τα κείμενα αυτά να γίνουν θεατρική παράσταση. «Είναι απίστευτο να βλέπεις τα κείμενά σου σε θεατρικό κείμενο, είναι μια ευτυχής συγκυρία. Είναι, όμως, και ο τρόπος που τα ζωντάνεψε η Κλαίρη και ο τρόπος που παίζουν τα παιδιά. Κάθε φορά που το βλέπω γελάω» λέει χαρακτηριστικά.
Από τη μεριά της, η σκηνοθέτρια επισημαίνει ότι από την αφήγηση του Αποστολάκη τής κέντρισε το ενδιαφέρον το γεγονός ότι αναδεικνύουν τους αόρατους ανθρώπους του ντελίβερι. «Έρχονται στο κατώφλι μας και τους κοιτάμε στα χέρια. “Το παιδί” είναι 50+ χρόνων και έχει οικογένεια, υπάρχουν πολλές πτυχές που δεν γνωρίζουμε για αυτό το επάγγελμα» δηλώνει στην ΑΥΓΗ, επισημαίνοντας ότι η παράσταση ανήκει στο θέατρο ντοκιμαντέρ, καθώς βασίζεται σε πραγματικές ιστορίες. «Τα κείμενα του Σάκη έχουν φοβερό χιούμορ, πετυχαίνουν τον στόχο τους πιο ισχυρά» σημειώνει και μας εξηγεί ότι στη σκηνή βλέπουμε τρεις ηθοποιούς (Μύριαμ-Σοφία Αρτζανίδου, Άννα-Μαρία Γάτου, Μάριος Μεβουλιώτης), οι ρόλοι των οποίων εναλλάσσονται σε αυτούς του διανομέα και του πελάτη. Ουσιαστικά, είναι μια συλλογική φωνή, καθώς ακόμα και όταν υποδύονται κάποιον πελάτη, το κάνουν μέσα από την οπτική του διανομέα. Σκηνογραφικά η παράσταση αποδόθηκε διαμορφώνοντας τον χώρο σε μικρά διαμερίσματα, όπου οι θεατές ταυτίζονται με τους πελάτες. Με κατώφλια και θυροτηλέφωνα, εκεί όπου συμβαίνουν όλα αυτά τα περιστατικά. «Οι διανομείς είναι με τα κράνη τους, τους βλέπουμε καμουφλαρισμένους. Δεν μπορούμε να τους δούμε ολόκληρους, και όταν τους ανεβάζουμε στο σκηνικό πατάρι, βγάζουν τα κράνη και αποκαλύπτονται, μαθαίνουμε περισσότερα για αυτούς, για την ιστορία τους, τους δίνουμε φωνή και ορατότητα» τονίζει χαρακτηριστικά η Κ. Χριστοπούλου.
«Κατάντησα ελεύθερος άνθρωπος»
«Το ντελίβερι μου έδωσε μια δυνατότητα καλής επιβίωσης και καλών εργασιακών συνθηκών, αλλά δεν θα με χαλούσε καθόλου να ξαναρχίσω να δημοσιογραφώ. Πλέον δουλεύω σε μια πλατφόρμα που παίρνω τα νόμιμα και έχω χαλαρώσει, δεν πιέζομαι να τρέξω με τις παραγγελίες, όπως σε ένα μαγαζί ή όπως ένας freelancer» σχολιάζει ο Σ. Αποστολάκης, επισημαίνοντας ότι ο χώρος των διανομών είναι για κοινωνιολογική έρευνα. «Στην οικονομική κρίση άνθρωποι που έμειναν άνεργοι από καλές δουλειές βρήκαν καταφύγιο στο ντελίβερι και μπόρεσαν να ζήσουν τις οικογένειές τους. Το ότι ήρθαν οι πλατφόρμες, ιδίως στην πανδημία, έδωσε στον κόσμο μια αίσθηση κανονικότητας. Έχει αλλάξει το ντελίβερι, διεκδικούμε και εμείς να καταργηθεί ο όρος ντελιβεράς, είναι εργασία, είμαστε διανομείς. Διεκδικούμε ασφάλεια, ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά» προσθέτει. Επισημαίνει, μάλιστα, τη συσπείρωση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια στον κλάδο, μιας και οι διανομείς των εταιρειών ίδρυσαν σωματεία για να μιλάνε απευθείας με την εργοδοσία. Με νικηφόρες κινητοποιήσεις και με την αλληλεγγύη του κόσμου για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, που ανάγκασε να παρθούν πίσω οι απολύσεις και να αναγκαστούν να υπογράψουν συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Από τη μεριά της, η Κ. Χριστοπούλου επισημαίνει ότι «μέσα από αυτές τις μισάνοιχτες πόρτες ο Σ. Αποστολάκης και οι ντελιβεράδες γενικότερα βλέπουν εμάς και μια κοινωνία με βαθύ ρατσισμό». «Περισσότερο μας ενδιαφέρει να θέσουμε ερωτήματα, ωστόσο αν κάτι δηλώνει αυτή η παράσταση είναι η ελευθερία που συνεπάγεται η ανωνυμία σε σχέση με τη δημοσιογραφία. Στο έργο υπάρχει η φράση του Σάκη Αποστολάκη που λέει, “κατάντησα ντελιβεράς ύστερα από 35 χρόνια δημοσιογραφίας; Όχι, κατάντησα ελεύθερος άνθρωπος”» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ιάσων Μπάντιος