Live τώρα    
Παπαηλιού για Συνταγματική Αναθεώρηση / Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο συγκυριακής πολιτικής διαχείρισης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Παπαηλιού για Συνταγματική Αναθεώρηση / Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο συγκυριακής πολιτικής διαχείρισης

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)

Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο βουλευτής Αρκαδίας και τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής:   

Α) Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί κορυφαία πολιτειακή διαδικασία, η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται, ούτε ως εργαλείο συγκυριακής πολιτικής διαχείρισης, ούτε ως μέσον ενίσχυσης της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Το Σύνταγμα οφείλει να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο έναντι της κυβερνητικής ισχύος και ως εγγύηση των δικαιωμάτων της αντιπολίτευσης, των μειοψηφιών και τελικά των πολιτών.

Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη αναθεωρητικής διαδικασίας για τα άρθρα 30, 41, 44 και 118 παρουσιάζονται από την κυβέρνηση ως βήματα εκσυγχρονισμού του πολιτεύματος. Ωστόσο, μπορούν να θεωρηθούν και είναι παρεμβάσεις που ενισχύουν υπέρμετρα τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας επί των πολιτικών και θεσμικών διαδικασιών, περιορίζουν πεδία δημοκρατικής έκφρασης και αναδιαμορφώνουν κρίσιμες ισορροπίες του Συντάγματος εις βάρος της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Β) (Άρθρο 30) Προβλέπεται μία και μόνη, ενιαία εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η αλλαγή εμφανίζεται περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική.

Δεν προκύπτει από θεσμική ανάγκη, αλλά από σχεδιασμούς, ακόμη και μικροπολιτικούς, σχετικά με πρόσωπα και πολιτικές ισορροπίες.

Κάθε μεταβολή στη διάρκεια ή στον τρόπο άσκησης της προεδρικής θητείας οφείλει να εντάσσεται σε ένα συνολικό θεσμικό σχέδιο και όχι να εμφανίζεται ως μεμονωμένη τροποποίηση περιορισμένης συνταγματικής σημασίας.

Γ) (Άρθρο 41) Προβλέπεται η  κατάργηση της δυνατότητας διάλυσης της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας και η εισαγωγή διαδικασίας αυτοδιάλυσης της Βουλής με πρόταση της κυβέρνησης και απόφαση της ίδιας της Βουλής.

Η έννοια της «ανανέωσης της λαϊκής εντολής» είναι εξίσου αόριστη με εκείνη του «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας».

Συνεπώς, η αναθεώρηση δεν καταργεί την ευχέρεια (μικρο)πολιτικών χειρισμών, αφού η έννοια της «ανανέωσης της λαϊκής εντολής» είναι εξίσου αόριστη με εκείνη του «εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας». Απλώς τη μεταφέρει σε διαφορετικό θεσμικό επίπεδο.

Δ) (Άρθρο 44-Δημοψηφίσματα)

Με την κυβερνητική πρόταση, προβλέπεται η συνταγματική κατοχύρωση κανόνων για τη διατύπωση του ερωτήματος και ελάχιστη προθεσμία είκοσι ημερών μεταξύ προκήρυξης και διεξαγωγής δημοψηφίσματος.

Η πρόταση φαίνεται να αποτελεί έμμεση αποδοκιμασία της διαδικασίας του δημοψηφίσματος του 2015, παρότι επακολούθησαν εκλογές που εκ του αποτελέσματος την αποδέχτηκαν.

Αντί όμως να ενισχύονται οι θεσμοί άμεσης δημοκρατίας, αυτοί περιβάλλονται με πρόσθετους περιορισμούς.

Η απαίτηση σαφήνειας είναι εύλογη. 

Ωστόσο δημιουργεί νέο πεδίο συγκρούσεων: Ποιο όργανο θα κρίνει τη σαφήνεια; Με ποια κριτήρια; Θα μπορεί η δικαστική εξουσία να ακυρώνει δημοψηφίσματα για λόγους διατύπωσης;

Οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς.

Ε) (Άρθρο 118-Μεταβατικές διατάξεις)

Οι μεταβατικές διατάξεις συνήθως καθορίζουν τον τρόπο μετάβασης από το παλαιό στο νέο συνταγματικό καθεστώς.

Οι προτεινόμενες αλλαγές στα άρθρα 30, 41, 44 και 118 δεν συνιστούν ουδέτερο θεσμικό εκσυγχρονισμό. Αντιθέτως, μπορούν να θεωρηθούν μέρος μιας ευρύτερης τάσης ενίσχυσης των κυβερνητικών επιλογών  εις βάρος των θεσμικών αντιβάρων.

Η αλλαγή στο άρθρο 30 στερείται επαρκούς θεσμικής αιτιολόγησης. Η αναμόρφωση του άρθρου 41 δεν περιορίζει πραγματικά την κυβερνητική ισχύ αλλά την αναδιατάσσει. Η παρέμβαση στο άρθρο 44 περιορίζει αντί να ενισχύει την άμεση δημοκρατία. Τέλος, οι αλλαγές στο άρθρο 118 απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, καθώς μέσω των μεταβατικών διατάξεων μπορεί να επηρεαστεί καθοριστικά η πρακτική λειτουργία του νέου συνταγματικού πλαισίου.

Η ουσιαστική συνταγματική αναθεώρηση δεν πρέπει να αποσκοπεί πρωτίστως στη διευκόλυνση της τυπικής διακυβέρνησης αλλά στην ενίσχυση της δημοκρατίας, της λογοδοσίας, του κοινοβουλευτικού ελέγχου και της προστασίας των πολιτικών δικαιωμάτων. Υπ΄ αυτό το πρίσμα, οι συγκεκριμένες προτάσεις αφήνουν σημαντικά περιθώρια αμφισβήτησης και δικαιολογούν τις εκ μέρους μας αναπτυχθείσες σοβαρές αντιρρήσεις και ενστάσεις.

ΣΤ) (Άρθρο 47 παρ. 3,4

Η προτεινόμενη από τη ΝΔ κατάργηση της δυνατότητας παροχής αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα, οδηγεί σε υπερβολική αυτοδέσμευση του συντακτικού νομοθέτη, λόγω  του ενδεχόμενου παραπομπής της στην «τρομοκρατία». Ανοίγουν έτσι επικίνδυνες ατραποί για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Ζ) (Άρθρο 51 παρ. 4 και 54)

Η διασφάλιση της εμπιστοσύνης προς το σύστημα της εκλογικής διαδικασίας αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Κάθε αμφισβήτηση της τήρησης των αρχών που αφορούν την ψηφοφορία, την εν γένει εκλογική διαδικασία, σηματοδοτεί την αμφισβήτηση των εκλογών και του αποτέλεσματός τους. Εν τέλει και της ίδιας της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Είναι απαράδεκτο, να επιχειρείται η όποια αλλαγή με αμφίβολα και αμφισβητούμενα μέσα, με προχειρότητα, αιφνιδιασμό και χωρίς προηγούμενη διαβούλευση, συμμετοχή και συναίνεση των πολιτικών κομμάτων, της επιστημονικής κοινότητας αλλά και των (δημοσίων) φορέων που θα αναλάβουν τη διεκπεραίωσή τους.        

Στο άρθρο 51 κατοχυρώνονται θεμελιώδεις εκλογικές αρχές-αρχές της ψήφου, που συνιστούν θεσμικές εγγυήσεις για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος:

η καθολικότητα,

η αμεσότητα,

η ισότητα,

η μυστικότητα.

το ταυτόχρονο διεξαγωγής των εκλογών (και συνακόλουθα της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος).

Οι προτεινόμενες αναθεωρήσεις των άρθρων 47, 51 και 54 εγείρουν σημαντικά ζητήματα ως προς τη λειτουργία της δημοκρατίας, την αρχή της καθολικής και ελεύθερης ψηφοφορίας, την ισότητα της ψήφου, τη μυστικότητα της εκλογικής διαδικασίας και την ουδετερότητα του Συντάγματος έναντι των πολιτικών ανταγωνισμών.

Σε αυτό το πλαίσιο, από κυβερνητικής πλευράς προτείνεται η γενίκευση της δυνατότητας άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο και για τους εκλογείς που βρίσκονται εντός της επικράτειας.

Αυτές οι αρχές, που συγκροτούν τον πυρήνα της λαϊκής κυριαρχίας, δεν συνάδουν προς τη γενίκευση της δυνατότητας άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο .Ή μάλλον αυτές οι αρχές καταστρατηγούνται απ΄ αυτήν. 

Το ίδιο συμβαίνει και με την κυβερνητική πρόταση, να διασφαλίζεται με το εκλογικό σύστημα «εύλογη αναλογικότητα» και «κυβερνησιμότητα» στη χώρα. Είναι προφανές, ότι, πέραν της αοριστίας αυτών των όρων, αυτό το μέσον και αυτή η επιδίωξη οδηγούν στην απαγόρευση θέσπισης ενός εκλογικού συστήματος απλής αναλογικής!

Η δε δυνατότητα διαίρεσης των εκλογικών περιφερειών της επικράτειας σε ελάσσονες και μείζονες οδηγεί σε βουλευτές δύο ταχυτήτων. Αυτό δεν συμβιβάζεται-δεν  είναι συμβατό- με τη δημοκρατική αρχή που αποτελεί θεμέλιο λίθο του Συντάγματος. 

Η) (Άρθρα 56, 57): Τα κωλύματα (υποψηφίων βουλευτών) συνδέονται με την κατοχή συγκεκριμένων δημοσίων θέσεων. Μέσω αυτής (της κατοχής), μπορεί να ασκηθεί αθέμιτος ανταγωνισμός έναντι άλλων υποψηφίων  κατά τις εκλογές και έτσι να επηρεασθεί θετικά η εκλογή συγκεκριμένων προσώπων.  

Βέβαια πλεονεκτήματα παρέχονται και από τη σχέση υποψηφίων με ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες-ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Γι΄ αυτή τη σχέση-τη διαπλοκή, που ασκεί επίσης αθέμιτη επιρροή, πρέπει να ευρεθεί τρόπος αντιμετώπισής της.

Όλα θα κριθούν στο πεδίο.

Όσον αφορά την «πρόταση» ή την πρόταση του πρωθυπουργού για τη μη κάλυψη υπουργικού θώκου από βουλευτές, αυτή, με τον τρόπο που «προτείνεται» είναι φαιδρή. Η διαδικασία του «μπες-βγες» παραπέμπει σε «μουσικές καρέκλες» και ενισχύει την ήδη πανίσχυρη θέση του πρωθυπουργού.    

Τα ασυμβίβαστα (άσκησης δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της βουλευτικής θητείας). Η βουλευτική ιδιότητα μπορεί να ασκήσει επιρροή για την αποκόμιση οικονομικών, και όχι μόνον, ωφελειών των ιδίων των βουλευτών (συγγενών τους ή και φίλα προσκείμενων προσώπων). 

Η πρόταση της ΝΔ να μεταφερθούν να  οι κατηγορίες κωλυμάτων και ασυμβίβαστων από το συνταγματικό κείμενο σε κοινούς νόμους, ή εφεξής να καταργούνται ή να καθιερώνονται καινούργιες, θα επιτρέπει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ακόμη και να διαμορφώνει κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς κατά το δοκούν.

Θ) Το Σύνταγμα δεν πρέπει να ακολουθεί τις πολιτικές συγκυρίες, αλλά να δημιουργεί σταθερούς κανόνες που θα λειτουργούν αποτελεσματικά ανεξάρτητα από τις εκάστοτε κυβερνητικές πλειοψηφίες. Όπως έχει επισημανθεί από τον Ευάγγελο Βενιζέλο, η συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να υπηρετεί τη θεσμική διάρκεια και όχι τη συγκυριακή πολιτική σκοπιμότητα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0