Προβληματισμό στους φορείς της αγοράς προκαλούν τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση για αντιμετώπιση της ακρίβειας.
«Απαιτούνται εδώ και τώρα πολιτικές που θα σταματήσουν τις αυξήσεις σε βασικά αγαθά και ενέργεια αλλά και θα δίνουν προοπτική βιωσιμότητας και ανάπτυξης σε κάθε μικρή και μεσαία επιχείρηση της χώρας», σημειώνει ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, μετά την «Εθνική Συμφωνία» που ανακοίνωσε ο υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, ύστερα από τη σύσκεψη που έγινε υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου, με τη συμμετοχή παραγόντων της βιομηχανίας και των σούπερ-μάρκετ, όπου διαπιστώθηκε συναντίληψη στο θέμα της ανάγκης αποκλιμάκωσης των τιμών και σύμφωνα με τον αρμόδιο υπουργό θα δούμε δραστική μείωση των τιμών σε βασικά προϊόντα.
«Χαιρετίζουμε αυτή την εξέλιξη, με την ελπίδα να τελειώσει επιτέλους ο εφιάλτης της ακρίβειας για όλο τον ελληνικό λαό αλλά ταυτόχρονα εκφράζουμε και μία απορία. Γιατί θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τον Σεπτέμβριο για να δούμε αυτές τις δραστικές μειώσεις; Από τη στιγμή που υπάρχει μία εθνική κοινωνική συμφωνία, όπως τη χαρακτήρισε ο κ. Θεοδωρικάκος, τι εμποδίζει την άμεση εφαρμογή της;» τονίζει με νόημα ο κ. Χατζηθεοδοσίου και προσθέτει:
«Οι πιέσεις που έχουν ασκηθεί τα τελευταία χρόνια σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις -πριν μάλιστα ξεσπάσει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή- είναι τεράστιες. Κάθε ημέρα που περνάει είναι εξαιρετικά σημαντική για κάθε καταναλωτή καθώς μειώνεται δραματικά το εισόδημα του. Δεν υπάρχει χρόνος για καθυστερήσεις στην εφαρμογή μέτρων που θα αντιμετωπίζουν την ακρίβεια και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους», επισημαίνει χαρακτηριστικά.
«Απαιτούνται εδώ και τώρα πολιτικές που θα σταματήσουν τις αυξήσεις σε βασικά αγαθά και ενέργεια αλλά και θα δίνουν προοπτική βιωσιμότητας και ανάπτυξης σε κάθε μικρή και μεσαία επιχείρηση της χώρας», υπογραμμίζει εμφατικά.
Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλης Κορκίδης σε δήλωσή του τονίζει ότι «το ζητούμενο δεν είναι να προστατευθεί προσωρινά ο καταναλωτής, από το πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους που ολοκληρώθηκε τέλος Ιουνίου, αλλά να διατηρηθεί η μείωση τιμών και να διευρυνθεί η λίστα με τις 40 κατηγορίες ειδών και τους περίπου 2.000 κωδικούς προϊόντων, σε μία προσιτή αγορά».
«Η αντιμετώπιση της ακρίβειας δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε ελέγχους και σε πρόστιμα, ούτε και σε κρατικές παρεμβάσεις με πλαφόν. Απαιτείται μια ευρύτερη "Εθνική Κοινωνική Συμφωνία" μεταξύ Πολιτείας, προμηθευτών, βιομηχανίας, εμπορίου και λιανεμπορίου, με κοινό στόχο τη συγκράτηση των τιμών και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των πολιτών», σημειώνει και προσθέτει ότι «σε μια περίοδο που το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να πιέζεται, οφείλουμε να περιορίσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τα περιθώρια κέρδους, όπου αυτό είναι εφικτό και να "προεξοφλήσουμε" τη μείωση του κόστους αντικατάστασης στις τελικές τιμές των ειδών πρώτης ανάγκης προς όφελος όλων».
«Η μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά και στην ενέργεια, η περιστολή του μη μισθολογικού κόστους που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις και, κυρίως, η διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά, αποτελούν ουσιαστικές παρεμβάσεις που μπορούν να συμβάλουν στον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων και στη συγκράτηση των τιμών», υπογραμμίζει.
Ο ίδιος απευθυνόμενος στην πολιτεία τονίζει ότι «καλείται να διασφαλίσει ένα φιλικό φορολογικό περιβάλλον, να μειώσει το ενεργειακό και διοικητικό κόστος και να αποτρέψει αθέμιτες πρακτικές. Μια φορολογική μεταρρύθμιση με "δύο συντελεστές ΦΠΑ" θα μπορέσει να διατηρήσει τα δημόσια έσοδα στα ίδια επίπεδα και παράλληλα να πάψει η ελληνική αγορά να είναι ακριβή για τους Έλληνες και φθηνή για τους τουρίστες».
Και καταλήγει «Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με αντιπαραθέσεις, αλλά με συνεργασία, υπευθυνότητα και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ένα άτυπο "κοινωνικό συμβόλαιο" μπορεί να λειτουργήσει ως ένας κοινός κώδικας δεοντολογίας για όλη την αγορά, ώστε οι μειώσεις στο κόστος να περνούν σε πραγματικό χρόνο και γρηγορότερα στις τελικές τιμές, ενώ οι αυξήσεις να είναι απολύτως τεκμηριωμένες».
