Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να έχω γράψει αυτό το «Τρίποντο και πιρουέτα» στα σαράντα μου χρόνια. Δεν είμαι βέβαιος. Ίσως ο συγγραφέας να χρειάζεται να ωριμάσει μαζί με την κοινωνία μέσα στην οποία ζει. Ίσως πάλι να χρειάζεται να εμπιστευθεί περισσότερο τον ίδιο του τον εαυτό.
Πάντως, γράφοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα», δεν αισθάνθηκα πως απομακρυνόμουν από όσα με απασχόλησαν σε όλη τη συγγραφική μου διαδρομή. Αντίθετα, είχα την αίσθηση πως επέστρεφα σε παλιές εμμονές και σταθερές μου: στους εφήβους που αναζητούν τη θέση τους μέσα στον κόσμο, στις οικογενειακές σχέσεις που άλλοτε προστατεύουν και άλλοτε πληγώνουν, στη μοναξιά, στη διαφορετικότητα, στην ανάγκη του ανθρώπου να αγαπήσει και να αγαπηθεί.
Μόνο που αυτή τη φορά όλα αυτά συναντήθηκαν με έναν τρόπο πιο προσωπικό.
Στο «γραφείο» ενός συγγραφέα σαν κι εμένα δεν υπάρχουν μόνο λέξεις. Υπάρχουν αναγνώσματα, μουσικές, πρόσωπα που γνώρισα και άλλα που ποτέ δεν συνάντησα, αλλά αισθάνθηκα πως με συντρόφευαν. Υπάρχουν οι ήρωες βιβλίων που κάποτε διάβασα, οι άνθρωποι που κάποτε αγάπησα, όσοι με πλήγωσαν ή και εγώ τους τραυμάτισα, οι φόβοι που κληρονόμησα από την εποχή μου, αλλά και οι βεβαιότητες που ο χρόνος φρόντισε να αποδομήσει.
Ανήκω σε μια γενιά που προσπαθούσε να μάθει να μιλά εύκολα για ορισμένα πράγματα. Και ίσως γι’ αυτό χρειάστηκε να περάσουν περισσότερα από πενήντα χρόνια συνεχούς συγγραφικής παρουσίας για να αισθανθώ έτοιμος να εμπιστευτώ δύο ήρωες που θα οδηγούνταν, με απόλυτη φυσικότητα, από τη φιλία στον έρωτα. Όχι γιατί η λογοτεχνία οφείλει να προκαλεί, αλλά γιατί οφείλει να μην αποσιωπά όσα ανήκουν στην ανθρώπινη εμπειρία.
Σε προηγούμενες δεκαετίες, ένα μυθιστόρημα με θέμα τον έρωτα ανάμεσα σε δύο αγόρια ίσως να θεωρούνταν εκ των προτέρων μια πράξη πρόκλησης. Σήμερα θα ήθελα να πιστεύω πως μπορεί να διαβαστεί ως αυτό που πραγματικά είναι: η ιστορία δύο νέων ανθρώπων που ανακαλύπτουν τον εαυτό τους και τον άλλον. Τίποτε περισσότερο, αλλά και τίποτε λιγότερο.
Δεν ξέρω πώς θα υποδεχθεί το βιβλίο το αναγνωστικό κοινό - εφήβων ή ενηλίκων. Θα ήθελα, πάντως, οι νεότεροι αναγνώστες να μη νιώσουν πως κάποιος επιχειρεί να τους διδάξει κάτι, αλλά να αναγνωρίσουν μέσα στις σελίδες του τις δικές τους αγωνίες και τις δικές τους προσδοκίες. Και οι μεγαλύτεροι να θυμηθούν πως υπήρξαν κι εκείνοι έφηβοι, όταν μια φιλία, ένα άγγιγμα, ένα τραγούδι ή ένα βιβλίο μπορούσαν να αποκτήσουν σχεδόν μυθικές διαστάσεις.
Τελικά για ένα είμαι βέβαιος: το «Τρίποντο και πιρουέτα» δεν είναι ένα βιβλίο που ήρθε να ανατρέψει τη μέχρι τώρα πορεία μου. Περισσότερο το αισθάνομαι σαν μια προδιαγεγραμμένη κατάληξη πολλών υπόγειων διαδρομών που διατρέχουν όλο το έργο μου. Και ίσως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, να είναι ένα από τα πιο προσωπικά βιβλία που έχω γράψει.
* Ο Μάνος Κοντολέων είναι συγγραφέας
«Τώρα τον βλέπουν όλοι»*
Αλλά τώρα πάνω στη σκηνή ένα αγόρι...
Αγόρι, έφηβος, νεαρός άντρας ή πλάσμα χωρίς ταυτότητα φύλου;
Φορά κάτι σα σκούρα μπλε φόρμα -στενό παντελόνι και αμάνικη μπλούζα.
Υψώνει τα χέρια, λυγίζει το σώμα...
Ο Κλείτος.
Ο Αλέξανδρος το ξέρει καλά αυτό το λύγισμα!
Το έχει πρωτοδεί εκείνο το απόγευμα στην ακρογιαλιά. Μετά, στο πευκόδασος, όταν το σώμα του φίλου του γινότανε αφήγηση. Και ύστερα, τόσες φορές, όταν η μουσική καταλάμβανε το μικρό δωμάτιο της σοφίτας.
Μα τώρα είναι διαφορετικά.
Τώρα ο Κλείτος χορεύει μπροστά σε όλους.
Και η μουσική του West Side Story κυλά μέσα στην αίθουσα.
Τα πόδια του πότε χτυπάνε με ορμή τα σανίδια και πότε γλιστράνε πάνω τους. Τα χέρια του ανοίγουν, κλείνουν, πετούν, αγκαλιάζουν τον αέρα. Ολόκληρο το κορμί του μοιάζει να κυνηγά έναν αόρατο συνομιλητή και την ίδια στιγμή να προσπαθεί να ξεφύγει από αυτόν.
Και ο Αλέξανδρος παρακολουθεί.
Δεν σκέφτεται.
Δεν αναλύει.
Μόνο κοιτάζει.
Και ξαφνικά αισθάνεται κάτι που τον ξαφνιάζει.
Μέσα στις κόρες των ματιών του κάτι λάμπει που δεν είναι -σίγουρα!- αντανάκλαση των προβολέων της αίθουσας.
Αδέλφι του θαυμασμού η ζήλεια!
Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή αυτός ο χορός τού ανήκε.
Αυτό το λύγισμα του κορμιού, αυτές οι κινήσεις, αυτή η ομορφιά, ήταν κάτι που μόνο εκείνος είχε γνωρίσει.
Και τώρα...
Τώρα τον βλέπουν όλοι.
* Απόσπασμα από το βιβλίο «Τρίποντο και πιρουέτα», εκδόσεις Πατάκη
