Οι εκδόσεις Ποταμός, με ακόμα μία καλαίσθητη προσθήκη στον κατάλογό τους, μας συστήνουν τον, άγνωστο στο ελληνικό κοινό, Ρουμάνο ποιητή Ιλάριε Βορόνκα. Ο Βορόνκα γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1903 στη Βραΐλα της Ρουμανίας σε μια μη θρησκευτική εβραϊκή οικογένεια και, αφού συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση, αυτοκτόνησε στο Παρίσι στις 4 Απριλίου του 1946. Κεντρική μορφή του ρουμανικού κονστρουκτιβισμού, ο Βορόνκα έγραψε κυρίως στα γαλλικά και αναγνωρίστηκε στη χώρα του μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Τσαουσέσκου. Όπως γράφει ο Cristophe Dauphin στο επίμετρο της νουβέλας «Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής», «στη Ρουμανία, “ο Γάλλος” θεωρείται ένας από τους μεγάλους ποιητές της, ενώ στη Γαλλία “ο ξένος, ο Ρουμάνος” καταλέγεται πια ανάμεσα στα ποιητικά μας κοσμήματα πανανθρώπινα».
Από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου, από την πρώτη παράγραφο, ο αναγνώστης μπαίνει σε μια καφκική ατμόσφαιρα παραδοξότητας, όπου το αφηγηματικό υποκείμενο, με τόνο εξομολογητικό αλλά και σκωπτικό, αφηγείται την αφαίρεση ή, μάλλον, την αντικατάσταση της ψυχής του από έναν καθ’ όλα επιδέξιο χειρουργό. «Ήταν ένα χειρουργός ασυνήθιστος που σου αφαιρούσε την ψυχή στο άψε σβήσε» λέει, αφήνοντας μετέωρο το ερώτημα αν αυτή η αφαίρεση ψυχής είναι εκούσια ή ακούσια. Ο αφηγητής είναι συγχρόνως παρατηρητής και παρατηρούμενος. Παρακολουθεί όλη τη διαδικασία αφαίρεσης της ψυχής του, τη διαδικασία αφαίρεσης και άλλων ψυχών, καταγράφοντας τα πάντα, καταφέρνοντας να μεταφέρει ένα στοιχείο αγωνιώδους σύγχυσης από τη μια, αλλά και μια διάθεση καγχασμού που δείχνει να μην παίρνει πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του. Ακριβώς αυτή η μετέωρη διάθεση ανάμεσα σε τραγωδία και κωμωδία, διαποτισμένη όμως με μια υπόγεια διαβρωτική μελαγχολία και μια διάθεση αμφισβήτησης των πάντων, είναι το δυνατό σημείο της νουβέλας. Το πώς κατασκευάζεται εκ νέου ο εαυτός, το πώς επανεπινοείται σε μια περίοδο κρίσης και απώλειας κοινωνικής συνοχής, αυτός ο προβληματισμός νομίζω πως βρίσκεται στον πυρήνα του κειμένου. Και ακριβώς αυτός ο προβληματισμός είναι που το κάνει επίκαιρο, καθώς επικοινωνεί καταπρόσωπο και με τη σημερινή κατακερματισμένη και δίχως συνοχή εποχή μας. Η απώλεια νοήματος αλλά και ευδιάκριτης ταυτότητας είναι που καθορίζουν και τις σύγχρονες κοινωνίες.
Ένας «υπαλληλάκος μιας χρηματοπιστωτικής εταιρείας» βρίσκεται να κουβαλά μέσα του την άφθαρτη ψυχή ενός νεαρού στρατιώτη που έπεσε στο πεδίο της μάχης. Και κάπου εκεί αρχίζει η μάχη με τον εαυτό. Πού ακριβώς βρίσκονται τα όρια που χωρίζουν την παλιά ιδιοσυγκρασία με τη νεοαποκτηθείσα ψυχή; Ποιο το νόημα σε όλα αυτά και ποιο το νόημα γενικότερα; Τι αναζητά η νέα ταραγμένη ψυχή μέσα σε έναν κόσμο ρευστό όπου το νέο συγκρούεται διαρκώς με το παλιό; Ποιος ο ρόλος του έρωτα και της αγάπης, της απλής καθημερινής ζωής όπου ο «καθένας βουτάει σε μια κοινή πιατέλα λίγο ψωμί ή ένα λαχανικό;». «Την αγαπούσα αυτή την ήρεμη ζωή, αυτό το σπίτι όπου ο πένθιμος αέρας της μοναξιάς δεν μπορούσε να τρυπώσει!» λέει το αφηγηματικό υποκείμενο και λίγο πιο κάτω: «Γιατί, άραγε, έπρεπε να δίνω μάχες ανάμεσα σε επιθυμίες και λύπες, πάντα άγρυπνος μπροστά στον πόνο μου, στον πόνο του κόσμου; Ένα τραπέζι γύρω απ’ το οποίο κάθονται συγγενείς και φίλοι, ένα γεύμα απλό και υγιεινό όπου σημαίνει σαν καμπάνα η ψυχή μιας ολόκληρης χώρας - τι άλλο να ζητήσει κανείς;».
Όμως ο κάτοχος της νέας ψυχής -άρα και της νέας ευκαιρίας, της νέας θέασης του κόσμου- δεν ησυχάζει ποτέ. Ένα άτυπο σκληρό «καταφύγιο» είναι οι τύψεις και οι ενοχές. Όλο το κείμενο διαπνέεται από μία εντύπωση απάτης. Άλλωστε μιλάμε για μια «πλαστή» ψυχή. Μια βασανισμένη «πλαστή» ψυχή.
Ένα από τα πιο απολαυστικά κεφάλαια του βιβλίου είναι το «εγκώμιο στο σκόρδο» και στο πώς ένα ταπεινό, παραγνωρισμένο έδεσμα εμπνέει φράσεις όπως αυτή: «Όταν όλα τα πλούτη εξανεμίζονται, όταν ο πλάνης μένει μόνος με το θλιβερό δισάκι του, όταν ο μετανάστης στο αμπάρι ανοίγει τη θήκη του βιολιού του, το σκόρδο, πιστό, είναι εκεί, περιμένει». Η αποσπασματική αφήγηση με τα κάπως ασύνδετα μεταξύ τους επεισόδια απηχεί την ιδιοσυγκρασία αυτής της ταραγμένης ψυχής που προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό της αλλά και να τον εντάξει -αλλιώς ποιο είναι το νόημα- μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο τα χαρακτηριστικά του οποίου προσπαθεί διαρκώς να ανακαλύψει.
Η πρόζα του Βορόνκα δεν κρύβει την ποιητική της καταγωγή. Δυνατές σουρεαλιστικές εικόνες, έμπλεες ειρωνείας και αμφισβήτησης της ορατής ρεαλιστικής πραγματικότητας. Γλώσσα ρέουσα και ρυθμική. Έξοχη μετάφραση από τα αισθαντικά χέρια του Αχιλλέα Κυριακίδη.
INFO
Ιλάριε Βορόνκα,
«Η εξομολόγηση μιας πλαστής ψυχής»
Εκδόσεις Ποταμός
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Σελίδες: 80
Τιμή: 12,90 ευρώ
