Live τώρα    
Θέατρο / Ένα «Τούνελ» αλλιώτικο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Θέατρο / Ένα «Τούνελ» αλλιώτικο

135713222a-iliopoulos©akishristou-4.jpg

Εξήντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από την πρώτη γνωριμία μας με το «παράξενο» τότε για την Ελλάδα θέατρο του Φρίντριχ Ντίρενματ. Αναφέρομαι στην εμβληματική παράσταση του κορυφαίου του δράματος «Η επιστροφή της Γηραιάς Κυρίας» στο Εθνικό Θέατρο με τον Αλέξη Μινωτή και την Κατίνα Παξινού.

Εστιάζω στην «Επιστροφή της Γηραιάς Κυρίας» πριν μπω στο κύριο θέμα μας -την παράσταση του «Τούνελ»- επειδή το έργο αυτό, πιο οικείο στο ελληνικό κοινό, δεν είναι μια καθαρή τραγωδία της εκδίκησης. Είναι μια τραγωδία της δικαιοσύνης, αλλά μιας «λοξής» δικαιοσύνης, η οποία εμπεριέχει ένα παράδοξο: Η «Γηραιά Κυρία», το κύριο πρόσωπο του δράματος, ξεπερνά σε δεδομένη στιγμή το μέτρο του δικαίου, γίνεται από θύμα θύτης και χάνει το μερίδιο δίκιου της. Μπορούμε, άρα, να μιλάμε για καθαρή τραγωδία; Θα απαντούσα αρνητικά. Επειδή η Γηραιά Κυρία, παρά τη φαινομενική της απαξίωση, εξακολουθεί ως το τέλος να θριαμβεύει και να επιβάλλει το δικό της αίτημα της «άδικης» δικαιοσύνης επί δικαίους και αδίκους. Δεν υπάρχει το αντικειμενικό στοιχείο της Νέμεσης που συντρίβει τον ισχυρό. Δεν υπάρχει καν η χριστιανική μεταμέλεια. Υπάρχει μόνο η απώλεια της συμπάθειας του κοινού στη Γηραιά Κυρία, που μεταβιβάζεται μηχανιστικά στο θύμα της δικαιοσύνης της. Η μεταβολή της συμπάθειας του κοινού δεν συνιστά τραγικό συμβάν. Πρόκειται για ένα κράμα αλληγορίας και ρεαλισμού, με στόχο να αναδείξει τη διαβρωτική δύναμη του χρήματος και το εύπλαστο της ανθρώπινης συνείδησης. Είναι ένα έργο με θέση αλλά χωρίς αντίθεση. Αυτός είναι ο Φρίντριχ Ντίρενματ, ένας Ελβετός, πούρος λουθηρανός αστός κύριος, με σύστοιχη αντίληψη της ανθρώπινης δικαιοσύνης.

«Τι θα κάνουμε;»

Το διήγημα «Το Τούνελ» είναι το μεσαίο μιας άτυπης τριλογίας με αντίστοιχους τίτλους: «Η Βλάβη», «Το Τούνελ», «Ο Σκύλος». Και εδώ κυριαρχούν το συμβολικό και αλληγορικό στοιχείο. Πρόκειται για μια παράλογη παραβολική αφήγηση όπου συνηχούν η ασυνείδητη ροπή προς την καταστροφή, η κοινωνική αδράνεια και η εθελοτυφλία μπροστά στην πραγματικότητα.

Ένας φοιτητής επιβιβάζεται σε ένα τρένο όπως κάθε πρωί για να πάει στο πανεπιστήμιο όπου σπουδάζει. Αυτή όμως τη φορά το τρένο εισέρχεται σε ένα τούνελ χωρίς τέλος. Καθώς το σκοτάδι παρατείνεται η ανησυχία του μεγαλώνει, ενώ οι συνεπιβάτες του παραμένουν ατάραχοι σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Γραμμένο το 1952 και σε δεύτερη γραφή το 1978, το έργο «προλαβαίνει» το κίνημα του «Παραλόγου» σε δύο φάσεις: της οντογένεσής του και του θανάτου. Το «Τούνελ» τελειώνει με τη λέξη «τίποτα» που εκστομίζει ο φοιτητής, ως απάντηση στο αγωνιώδες ερώτημα του προϊσταμένου του τρένου «τι θα κάνουμε;». Ένα ερώτημα που πρωτοτέθηκε στη σύγχρονη Ιστορία ως πολιτικό, καθώς το τρένο της ζωής κατακρημνιζόταν στην άβυσσο της Ιστορίας. Αυτή είναι η τελευταία λέξη του συγγραφέα, ως απόκριση στο ίδιο ερώτημα, που παραμένει ως σήμερα αναπάντητο: Να ζει κανείς ή να μην ζει; Διαβάζοντας προσεκτικά το κείμενο του Άμλετ, διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας όλων των εποχών με την τελευταία του πνοή καταφάσκει τη ζωή.

Η παράσταση που δίνει απάντηση

Η θεατρική διασκευή του διηγήματος από τον Πάνο Ηλιόπουλο και τη Σταυρούλα Κρασσακοπούλου (σύμβουλος δραματουργίας η Έρι Κύργια) και η σκηνοθεσία του Πάνου Ηλιόπουλου δεν αφήνουν αναπάντητο το κρίσιμο ερώτημα του έργου. Απέναντι στη βουβή, αχαλίνωτη και «μεταμοντέρνα» επιτάχυνση του συρμού, ο νέος διασκευαστής και σκηνοθέτης αντιπαραβάλλει τη δύναμη της νιότης να αποκρίνεται θετικά στην πρόκληση της ζωής. Και ο φοιτητής δεν είναι μόνος, υπάρχει ολόκληρη ομάδα συνομηλίκων γύρω του που επίσης καταφάσκει το ζην αντιστεκόμενη. Η θανατολαγνεία του Ελβετού δεν έχει τόπο εδώ, και αυτό είναι πάρα πολύ θετικό στους θανατόφιλους καιρούς μας.

Στην ωραία και τονική μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη, ο σκηνοθέτης καθοδηγεί και διδάσκει μια ισοδύναμη συντροφιά πολύ νέων, χαρισματικών ηθοποιών που συνεργάζονται άψογα μεταξύ τους, με άριστη άρθρωση και «ποστάρισμα» στη σκηνή, όντας ο κάθε ένας τους αναπόσπαστο μέρος της ομάδας. Σημειώνω τα ονόματα: Ελένη Γιαννούλη, Τίτος Γρηγορόπουλος, Αντώνης Δερμιτζάκης (ο κρυφός play maker και συντονιστής της ομάδας), Ιωάννα Κόκκα, Οδυσσέας Μακρής, Γιώργος Μπουφίδης, Χρήστος Παπαγεωργίου, Παναγιώτα Παπακυριάκου, Άννα Ρίζου.

Τα ωραία σκηνικά του Βενετσάνου Μπαλόπουλου και τα ευρηματικά κοστούμια του Κωστή Γλύκατζη δένουν την παράσταση. Η χορογραφία της Μαρκέλλας Τζαφέρη είναι έκτακτη και οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα «ζωγραφίζουν». Οι μουσικές του Αλέξανδρου Αρτεμίσιου και του Ανδρέα Καρασπήλιου, εξαίσιες.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0