Live τώρα    
13°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
13 °C
10.2°C15.1°C
2 BF 88%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αραιές νεφώσεις
11 °C
9.2°C13.3°C
2 BF 86%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
12 °C
9.0°C12.7°C
2 BF 76%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
13 °C
12.8°C14.4°C
2 BF 94%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
6 °C
5.9°C10.6°C
2 BF 100%
Νίνος Φενέκ Μικελίδης / Να μην αφήσουμε να μετατρέπονται κινηματογράφοι σε σούπερ μάρκετ και ξενοδοχεία
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Νίνος Φενέκ Μικελίδης / Να μην αφήσουμε να μετατρέπονται κινηματογράφοι σε σούπερ μάρκετ και ξενοδοχεία

132564918a.jpg

Γεννήθηκε το 1988, τη χρονιά που η Ευρώπη είχε κηρύξει Έτος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου και Τηλεόρασης και στο Βερολίνο ιδρυόταν η Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου με πρόεδρο τον Ίγκμαρ Μπέργκμαν και μέλη προσωπικότητες της 7ης τέχνης από όλο τον κόσμο. Η Ελλάδα τότε, με υπουργό Πολιτισμού τη Μελίνα Μερκούρη, έδινε το «παρών» στο εορταστικό έτος αφιερώνοντας έναν ολόκληρο μήνα στο ευρωπαϊκό σινεμά. Οι Αθηναίοι συνωστίζονταν στο Στούντιο, στην Αλκυονίδα και την Όπερα για να παρακολουθήσουν τις ταινίες που συνέθεταν τα τέσσερα εβδομαδιαία αφιερώματα της διοργάνωσης στον ελληνικό, τον ευρωπαϊκό, τον νέο βρετανικό κινηματογράφο καθώς και τις απαγορευμένες από το σοβιετικό καθεστώς ταινίες του κινηματογράφου της περεστρόικα. Ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης ωστόσο δεν αρκέστηκε στον σχεδιασμό αυτού του αφιερωματικού μήνα. Η Μελίνα δέχτηκε αμέσως την πρότασή του για τη δημιουργία ενός ετήσιου φεστιβάλ για το ευρωπαϊκό σινεμά και το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου μπήκε στην ατζέντα των Αθηναίων σινεφίλ και της εγχώριας κινηματογραφικής κοινότητας.

Το μακροβιότερο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Αθήνας γιορτάζει φέτος τα 35 χρόνια διαδρομής του και, μετά την αναγκαστική λόγω πανδημίας διετή διαδικτυακή παρουσία του, επιστρέφει στις αίθουσες και από αύριο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου, στους κινηματογράφους Έλλη και Ανδόρα υποδέχεται το κοινό με κεντρικό αφιέρωμα σε ταινίες που βασίζονται σε βιβλία του Ζορζ Σιμενόν, των Ρενουάρ, Μαρσέλ Καρνέ, Κλοντ Σαμπρόλ, Ταβερνιέ κ.ά., με ένα μεγάλο αφιέρωμα στα γενέθλιά του υπό τον τίτλο «35 χρόνια προσωπικότητες», που σταχυολογεί και προβάλλει ταινίες σκηνοθετών, δημιουργών και ηθοποιών που τιμήθηκαν και παρέλαβαν στην Αθήνα το Ειδικό Βραβείο του Πανοράματος, όπως οι Μικελάντζελο Αντονιόνι, Χάρολντ Πίντερ, Ανιές Βαρντά, Κόπολα, Αμπάς Κιαροστάμι, Εμίρ Κουστουρίτσα, Άρθουρ Πεν, Κώστας Γαβράς, Κεν Λόουτς, Πολ Λάβερτι, Κρίστοφερ Λι, Μόντι Πάιθον καθώς και αφιερωματικές σελίδες στο έργο του Αλέν Ρενέ με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του.

Το ελληνικό σινεμά παραμένει σταθερά στο επίκεντρο, με τους ταλαντούχους μικρομηκάδες των κινηματογραφικών σχολών να προβάλλουν τις ταινίες του;ς και αφιερώματα στην Αγγελική Αντωνίου και στον Τάκη Σπετσιώτη. Η αποψινή προέναρξη του Πανοράματος γίνεται συμβολικά στο ιστορικό Στούντιο, που το 1988 φιλοξένησε την πρώτη διοργάνωση, με την προβολή της περίφημης βωβής ταινίας του Μουρνάου «Ο τελευταίος των ανθρώπων», με τη συνοδεία του Νίκου Πλάτανου στο πιάνο, του Νίκου Παπαϊωάννου στο βιολοντσέλο και του Φώτη Σιώτα στο βιολί.

Στη γιορτή του Πανοράματος θα συμμετέχει και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, διάσημη Πολωνή σκηνοθέτρια Ανιέσκα Χόλαντ, που θα τιμηθεί με το Ειδικό Βραβείο για το σύνολο του έργου της και την προσφορά της στην 7η τέχνη, ενώ στην Αθήνα θα έρθει και ο Εμίρ Κουστουρίτσα, που θα βραβευτεί με το Ειδικό Βραβείο των 35 χρόνων του Φεστιβάλ. Από ελληνικής πλευράς θα βραβευτούν ο Τάκης Σπετσιώτης και ο Δήμος Αβδελιώδης.

Αφιερώματα

«Βασική μας επιδίωξη είναι να παρουσιάζουμε κάθε φορά ένα πανόραμα του ευρωπαϊκού σινεμά οργανώνοντας αφιερώματα σε σημαντικές μορφές του ευρωπαϊκού και του ελληνικού κινηματογράφου, τιμώντας τους με το Ειδικό Βραβείο για την προσφορά τους στην 7η τέχνη» λέει ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης, ψυχή και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανοράματος. «Στόχος μας επιπλέον είναι να έχει σημαντική θέση πάντα και ο ελληνικός κινηματογράφος τόσο με νέες ταινίες όσο και με ταινίες αντιπροσωπευτικές της ιστορίας και της πορείας του, γιατί πιστεύουμε ότι αυτή η πολιτιστική κληρονομιά πρέπει να παραμείνει ζωντανή και να δώσει την ευκαιρία να είναι σε επαφή μαζί της οι νεότερες γενιές» συμπληρώνει. Άλλωστε, στην πορεία του Πανοράματος, όπως μας θυμίζει, έχουν βραβευτεί από τον Μιχάλη Κακογιάννη, τον Νίκο Κούνδουρο, τον Αλέξη Δαμιανό, τον Ντίνο Δημόπουλο, τον Παντελή Βούλγαρη, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον Νίκο Νικολαΐδη μέχρι τον Κώστα Φέρρη, τον Νίκο Αλευρά, τον Γιάννη Οικονομίδη, τον Βαζίλη Μαζωμένο αλλά και οι Μίκης Θεοδωράκης, Εύα Κοταμανίδου, Σμαρούλα Γιούλη, Όλια Λαζαρίδου Μπέτυ Αρβανίτη κ.ά.

«Πάντα λοιπόν στόχος μας ήταν να γνωρίσει το ελληνικό κοινό το έργο σημαντικών Ευρωπαίων και όχι μόνο δημιουργών. Πάντα στο Πανόραμα είχαμε ένα τμήμα διαγωνιστικό, με ευρωπαϊκές ταινίες που δεν έχουν αγοραστεί από Έλληνες διανομείς, με ταινίες σημαντικές από διάφορα διεθνή φεστιβάλ, για να δώσουμε την ευκαιρία στο κοινό να δει ταινίες που δεν θα είχε την ευκαιρία να δει στο εμπορικό κύκλωμα» επισημαίνει ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης. «Παλιότερα μάλιστα, ο Δήμος της Αθήνας χρηματοδοτούσε τον διανομέα εκείνο που θα αποφάσιζε να διανείμει την ταινία που βραβευόταν στο Πανόραμα, κάτι που δυστυχώς σήμερα δεν το συνεχίζει» προσθέτει.

Προτάσεις

Ο ίδιος πάντως από τη φετινή πληθωρική διοργάνωση κάποιες ταινίες δεν θα τις έχανε. Ζητάμε τις προτάσεις του. «Πέρα από το Διαγωνιστικό Τμήμα, που δίνει την ευκαιρία να δούμε ταινίες σε πρώτη προβολή, οι οποίες δεν έχουν εξασφαλίσει ακόμα διανομή στη χώρα μας, θα πρότεινα στο κοινό τις ταινίες του αφιερώματος “35 χρόνια προσωπικότητες” γιατί προβάλλονται ταινίες πολύ σημαντικών δημιουργών. Επίσης, το αφιέρωμα που έχουμε στον Αλέν Ρενέ. Αν έχουν δει τα μεγάλα αριστουργήματά του “Χιροσίμα, αγάπη μου” και “Πέρσι στο Μάριενμπαντ”, να δουν επίσης την ταινία του “Je t’ aime, je t’ aime”, που έχει να προβληθεί πάρα πολλά χρόνια και είναι εξαιρετικό δείγμα του φανταστικού κινηματογράφου. Στο βασικό μας αφιέρωμα στο έργο του Ζορζ Σιμενόν, από τις εννέα ταινίες που προβάλλουμε οι τρεις παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη χώρα μας και τις συνιστώ ανεπιφύλακτα γιατί “Ο ωρολογοποιός του Αγίου Παύλου” του Μπερτράντ Ταβερνιέ, “Ο κύριος Υρ” του Πατρίς Λεκόντ και “Τα φαντάσματα του καπελά” του Κλοντ Σαπρόλ είναι τρία μικρά διαμάντια του ευρωπαϊκού κινηματογράφου». Από τις προτάσεις του δεν λείπε ο Τάκης Σπετσιώτης, «ένας από τους μοναχικούς του ελληνικού σινεμά», καθώς οι ταινίες του «Στην αναπαυτική μεριά», «Μετέωρο και σκιά» και «Τα κοράκια ή το παράπονο του νεκροθάπτου», που θα προβληθούν, «είναι ξεχωριστές ταινίες ενός από τους σημαντικούς σκηνοθέτες του νέου ελληνικού κινηματογράφου». Συστήνει επίσης τις ταινίες «Δονούσα», «Eduart» και «Πράσινη θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου, γιατί «μας δίνουν τη γυναικεία ματιά πάνω σε προβλήματα και ανθρώπινες σχέσεις της σύγχρονης κοινωνίας μας», ενώ υπογραμμίζει την παρουσία των μικρομηκάδων τελειόφοιτων κινηματογραφικών σχολών της χώρας, που «μας δίνουν μια εικόνα των προβλημάτων αλλά και τον προβληματισμό των πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών που αύριο θα αποτελέσουν τον κορμό του νέου ελληνικού κινηματογράφου».

Ναι στην αίθουσα

Στην εποχή που οι πλατφόρμες μοιάζει να κυριαρχούν και το Διαδίκτυο διεκδικεί το δικό του «παρών», ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης επιμένει στην κινηματογραφική αίθουσα. «Η παρακολούθηση μιας ταινίας στην αίθουσα είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι να τη βλέπει κανείς μόνος στο σπίτι, μπροστά από μια οθόνη, ή, ακόμα χειρότερα, από ένα iPhone» λέει. «Καταλαβαίνω ορισμένες φορές την ανάγκη των ανθρώπων να δουν ταινίες στο σπίτι, πολύ περισσότερο σε μια πόλη της περιφέρειας, που δυστυχώς πια δεν έχει αίθουσες. Ο άνθρωπος όμως είναι κοινωνικό ον και ο κινηματογράφος είναι ένα από τα πιο αναγκαία μέσα για να έρχεται σε επαφή με τους συνανθρώπους του και να απολαμβάνει και να συναισθάνεται μαζί τους την απόλαυση που προσφέρει ένα κινηματογραφικό έργο» εξηγεί. «Είναι διαφορετικό να γελάς, να συγκινείσαι, να αισθάνεσαι αγωνία και να χαίρεσαι μαζί με άλλους ανθρώπους. Η χαρά και η απόλαυση μαζί με τους συμπολίτες μας είναι κάτι που πρέπει να το επιδιώκουμε και να το προστατεύουμε, να μην αφήσουμε να μετατρέπονται οι αίθουσες σε σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία και άλλους εμπορικούς χώρους» επισημαίνει, με σαφή αναφορά στον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν σήμερα οι τρεις ιστορικοί κινηματογράφοι της Αθήνας Ιντεάλ, Άστορ και Αελλώ. «Μπορούμε να φανταστούμε θέατρα χωρίς τις θεατρικές αίθουσες, μουσική χωρίς μουσικές σκηνές και αίθουσες συναυλιών, ζωγραφική χωρίς γκαλερί ή μουσεία;» αναρωτιέται. «Ε, τότε να γίνουμε ερημίτες! Αυτό οδηγεί σε πλήρη αποξένωση. Ήδη μας οδηγούν με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας σε μια ιδιότυπη απομόνωση. Αν χάσουμε κι αυτές τις αίθουσες, τους χώρους πολιτισμού που μας δίνουν τη δυνατότητα για επικοινωνία, ενότητα και αλληλεγγύη, τότε αφήνεται ο καθένας μόνος του και δίνουμε την ευκαιρία σ’ αυτούς που μας εξουσιάζουν να μας χειραγωγούν και να μας ελέγχουν» τονίζει.

Το μέλλον

Οσο για το μέλλον του ευρωπαϊκού και του ελληνικού κινηματογράφου, επισημαίνει ότι «από τη μία θα συνεχιστούν οι μεγάλες παραγωγές και οι ταινίες που γυρίζονται με στόχο να είναι εμπορικές, θα υπάρχει αυτός ο κινηματογράφος και θα υπάρχουν και οι αίθουσες που θα τον προβάλλουν. Εκείνο που δυσκολεύεται σήμερα είναι ο ανεξάρτητος κινηματογράφος, αυτός που βλέπαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε, και ελπίζω να συνεχίζουμε να βλέπουμε, στις μονές αίθουσες, που δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας μας προτιμάει να τις βλέπει σε πλατφόρμες ή στο Διαδίκτυο». «Βέβαια, σήμερα, με τις νέες τεχνολογίες, δεν μπορεί ούτε πρέπει να εμποδίσεις τον κόσμο να τις επιλέγει. Απλώς ο κινηματογράφος χρειάζεται και την αίθουσα. Μπορεί μια ταινία να γίνεται ψηφιακά και πολύ πιο εύκολα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζεται την αίθουσα» υπογραμμίζει, ενώ θυμίζει ότι «υπάρχουν μάλιστα και σκηνοθέτες όπως ο Ταραντίνο, ο οποίος επιμένει να γυρίζει τις ταινίες του σε φιλ των 35 και όχι ψηφιακά γιατί πιστεύει, και πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου, ότι η απόδοση της εικόνας είναι καλύτερη και πιο ζωντανή από μια ψηφιακή εικόνα».

Δίνοντας το παράδειγμα του Πανοράματος, επισημαίνει ότι «για δύο χρόνια εξαιτίας της Covid αναγκαστήκαμε να κάνουμε τη διοργάνωση διαδικτυακά. Είχαμε πενταπλάσιο αριθμό θεατών, από τους οποίους ένα πολύ μεγάλο μέρος ήταν από την επαρχία. Αν είχαμε τα χρήματα που παλιότερα μας έδιναν ως επιχορήγηση και το ΥΠΠΟΑ και ο Δήμος Αθηναίων, θα μπορούσαμε να φιλοξενήσουμε και περισσότερους ξένους δημιουργούς και να μπορέσει το Πανόραμα να μεταφερθεί και σε άλλες πόλεις της χώρας αλλά και ένα τμήμα του να μεταδοθεί διαδικτυακά για το κοινό που είναι εκτός Αθήνας ή για όσους δεν μπορούν να έρθουν στις αίθουσες».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL