Τα τηλεφωνήματα που γίνονται μετά τα μεσάνυχτα, γενικά, είναι επικίνδυνα τηλεφωνήματα. Έτσι, όταν το τηλέφωνο χτύπησε λίγα λεπτά μετά τη 1 το ξημέρωμα Κυριακής, ήταν βέβαιο πως δεν προμήνυε κάτι καλό.
Έκτακτο μεροκάματο σε μεγάλο πάρκο, χώρο πολιτισμού όπως συνηθίζουν να το λένε σήμερα, και όλο το πρόγραμμα πήγε στράφι.
Πρωινό ξύπνημα, ένας καφές στα γρήγορα όπως και κάθε ημέρα, και με γρήγορες κινήσεις κλείδωμα του σπιτιού γιατί το βανάκι ήταν ήδη έξω από την πόρτα της πολυκατοικίας με τον οδηγό να μαρσάρει κάπως σαν να προσπαθούσε να σπρώξει τον χρόνο εμπρός και να μετακινηθεί εκείνος, το βανάκι με το προσωπικό και τον ήδη λαχανιασμένο τελευταίο επιβάτη του στο όρντινο. Στον χώρο, δηλαδή, του προκαθορισμένου ραντεβού.
Ο ήλιος ήδη είχε αρχίσει να καίει στα τσιμέντα και η δουλειά έμοιαζε εύκολη, παρότι ποτέ δεν υπήρξαν έκτακτες δουλειές εύκολες. Το εύκολο ή το δύσκολο εξαρτάται από τον προγραμματισμό και σε αυτή την περίπτωση το μόνο προγραμματισμένο ήταν πως το απόγευμα ο χώρος έπρεπε να υποδεχθεί δεκάδες καλοντυμένους κυρίους της μεγαλοαστικής τάξης για να χαζέψουν τα αυτοκίνητα μίας μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας που πουλούσε τα οχήματά της διοργανώνοντας πανάκριβα γκαλά. Όπως συμβαίνει στα έργα τέχνης. Και όπως ακριβώς συμβαίνει με τα έργα τέχνης, τα γκαλά γίνονται σε χώρους υψηλών προδιαγραφών. Χωροταξικά και συμβολικά.
Οι βιαστικές εργασίες, εκτός από κακό προγραμματισμό, σημαίνουν και έλλειψη διαλείμματος. Και όσο περνούσε η ώρα, ούτε τα πόδια κατάφερναν να λυγίζουν αρκετά ούτε η μέση να ισιώσει εντελώς, τα δάχτυλα έκαιγαν καθώς πίεζαν τα κόκκινα χαλιά να κολλήσουν στα τσιμέντα και οι κόμποι κάτω από τα γόνατα έδειχναν να φουσκώνουν όλο και περισσότερο από την πίεση και το σούρσιμο.
Έπειτα ήρθαν και τα πάνελ που έπρεπε να βαφτούν κατακόκκινα στα χρώματα της εταιρείας. Πινέλο, ρολό και όλων των λογιών τα σύνεργα για να κάνουν το γκρι παραθαλάσσιο κτήριο από χώρο πολιτισμού, χώρο ακριβών πωλήσεων.
Ακόμα και τα ακριβά ιδρύματα έχουν ανάγκη από πόρους και τέτοιες διοργανώσεις προσφέρουν πάντοτε επαρκείς πόρους για τα διοικητικά συμβούλια.
Αφού όλα βάφτηκαν κόκκινα και τοποθετήθηκαν πάνω στα κόκκινα χαλιά, οι σερβιτόροι έστρωναν τα τραπέζια και οι μάγειρες είχαν απλώσει τα πιάτα τους το ένα δίπλα στο άλλο για να τα στολίσουν με κάτι μακριές τσιμπίδες που αντικαθιστούσαν τα παχουλά δάχτυλα του σεφ που ήταν γεμάτος τατουάζ. Με κινήσεις χορευτών της Λυρικής Σκηνής τοποθετούσαν τα εδέσματα συντονιζόμενοι με τον ρυθμό της μουσικής που έπαιζε η ορχήστρα όσο έκανε πρόβα σπουδαίες μελωδίες του κλασικών.
Έπειτα, όπως συμβαίνει πάντοτε στα έκτακτα μεροκάματα, ήρθε και η βαριά δουλειά. Σε χρόνο αντίστοιχο με εκείνον που το κόκκινο αυτοκίνητο της μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας πιάνει τα 100 χιλιόμετρα οι εργάτες έπρεπε να καθαρίσουν τα 1.000 τετραγωνικά από κάθε ίχνος ανθρώπινης και εργατικής παρουσίας.
Οι εργάτες που δούλεψαν με τόση αυταπάρνηση για να κάνουν το αδύνατο δυνατό έπρεπε να κρυφτούν. Και η αλήθεια είναι πως δεν αποτελούσαν και καλό θέαμα. Κάθιδροι και βρομισμένοι, με στραβωμένες μέσες και με τα χέρια κατακόκκινα λες και ήταν οι μόνοι επιζώντες κάποιας συγκλονιστικής μάχης του Μεσαίωνα, έφυγαν από την πίσω πόρτα.
Λίγη ώρα αργότερα παρατηρούσαν από απόσταση το κατόρθωμά τους, το οποίο η εταιρεία διοργάνωσης εξόφλησε σε κάποιον τραπεζικό λογαριασμό και οι επισκέπτες θαύμασαν την εταιρεία για το άρτιο ντεκόρ, το ωραίο δείπνο και τα καλά κρασιά της δεξίωσης.
«Κάτι κάναμε» είπε ο ένας από τους εργάτες, για να του απαντήσουν κάποιοι άλλοι πως ουδείς γνωρίζει πραγματικά τι κατάφεραν οι εργάτες στο λιοπύρι και πως είναι κρίμα να μην μπορούν να το ζήσουνε κι αυτοί παρά μόνο κάποιοι εύποροι γόνοι γνωστών οικογενειών.
«Ναι, αλλά...».
«Αλλά τι;» τον ρώτησαν.
«Και κοκκινίσαμε την πλάση και είμαστε οι μόνοι που ήρθαμε σήμερα εδώ και πληρωθήκαμε κιόλας. Όλοι οι άλλοι θα πληρώσουν».
«Με τον ιδρώτα μας» του απάντησαν αποστομωτικά για να προχωρήσει η κουβέντα στο πόσα πιάνει μια Ferrari.
