Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για το μεταναστευτικό προφίλ της Ελλάδας προσφέρει μια ακόμα ευκαιρία για προβληματισμό, μακριά από τα κυβερνητικά επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Η καταγραφή μιας τάσης μερικού επαναπατρισμού (θετικό ισοζύγιο περίπου 20.000 ατόμων το 2024) παρουσιάστηκε από το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου ως τεκμήριο μιας επιτυχημένης στρατηγικής Brain Gain. Ωστόσο, η προσεκτική ανάγνωση των δεδομένων αναδεικνύει μια πολύ πιο σύνθετη και δομικά ανησυχητική πραγματικότητα.
Ο ΟΟΣΑ επιβεβαιώνει ότι η σύγχρονη ελληνική μετανάστευση χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Πάνω από τα δύο τρίτα των Ελλήνων που ζουν στο εξωτερικό διαθέτουν μεσαία ή ανώτατη εκπαίδευση και απασχολούνται σε θέσεις υψηλής εξειδίκευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αριθμός των Ελλήνων γιατρών που εργάζονται σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ έχει τριπλασιαστεί από το 2000. Περίπου 8.000 Έλληνες γιατροί εργάζονται εκτός Ελλάδας, ενώ περισσότεροι από 17.000 κάτοχοι διδακτορικού τίτλου εργάζονται σε ξένα ερευνητικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά μετανάστευσης στην Ευρώπη (περίπου 7%), με το 93% να ζει σε 12 χώρες -κυρίως Γερμανία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδά- ενώ αυξάνονται όσοι στρέφονται στην Ολλανδία, στην Ελβετία και στις σκανδιναβικές χώρες.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ τέμνονται εμφατικά με τις εκθέσεις της ΕΚΤ και της Eurostat (αναλυτικά στη σελ. 25), αποκαλύπτοντας την ελληνική οικονομική ασυμμετρία. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, ο καθαρός διάμεσος πλούτος ενός νέου (16 έως 34 ετών) στην Ελλάδα περιορίζεται στα 9.900 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη ξεπερνά τα 24.600 ευρώ. Την ίδια στιγμή η αγοραστική δύναμη στη χώρα παραμένει καθηλωμένη στο 32% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το 30% των νέων έως 29 ετών βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.
Τα στοιχεία αποδεικνύουν αυτό που ακούστηκε και στο πρόσφατο συνέδριο της μη κερδοσκοπικής πρωτοβουλίας BrainReGain, ότι η μερική επιστροφή που καταγράφεται οφείλεται κυρίως σε υποκειμενικούς παράγοντες όπως η επιθυμία εγγύτητας με την οικογένεια και όχι στη βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος. Όπως υπογραμμίζει άλλωστε ο ίδιος ο ΟΟΣΑ, τα χαμηλά επίπεδα αμοιβών, η έλλειψη αξιοκρατίας και οι περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές αποτελούν βασικά ανασχετικά εμπόδια.
Η πρόκληση για την Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά επιδόματα και πυροτεχνήματα· απαιτεί μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική που θα αναδιαρθρώσει την αγορά εργασίας και την έρευνα στη χώρα, προσφέροντας στους νέους επιστήμονες τις συνθήκες αξιοπρέπειας, αντικειμενικής αξιολόγησης, επαγγελματικής και ερευνητικής ανέλιξης που βρίσκουν αυτονόητα στο εξωτερικό. Μακριά από κουμπάρους, απευθείας αναθέσεις, διαφθορά και συμφέροντα. Μέχρι να συμβεί κάτι τέτοιο -να αλλάξει, δηλαδή, η χώρα κυβέρνηση, αναδεικνύοντας προοδευτική κυβέρνηση-, το Brain Gain θα παραμένει ένας εύπεπτος τίτλος σε κυβερνητικά non-papers, που παραπέμπουν περισσότερο σε ένα ακόμα κυβερνητικό Brain Game των λεγόμενων «ομάδων αλήθειας» του Μαξίμου.