Μέσα στις συνθήκες της γενικευμένης παγκόσμιας κρίσης, όχι αποκλειστικά οικονομικής αλλά βαθύτατα, θα έλεγα ριζικά, ψυχο/πνευματικής κρίσης του πολιτισμού που περνάμε, θα αναφερθώ σε μια παλαιότερη παράσταση που παιζόταν στον πολυχώρο Faust (2014-16) και η συγκυρία την κάνει σήμερα κάτι περισσότερο από επίκαιρη. Πρόκειται για το σημαντικό έργο του Θανάση Τριαρίδη “Μένγκελε”, που είδα βιντεοσκοπημένο στο Διαδίκτυο, σε σκηνοθεσία του Κώστα Φιλίππογλου.
Για τους νεότερους, ο Μένγκελε ήταν ο Γερμανός γιατρός του Άουσβιτς που έκανε πειράματα σε ζωντανούς ανθρώπους και μετά την κατάρρευση του χιτλερικού καθεστώτος κατόρθωσε να διαφύγει στη Νότιο Αμερική, όπου έζησε ανενόχλητος ως τον θάνατό του από αίτια φυσικά, σε μια πολυτελή έπαυλη στην καρδιά της ζούγκλας του Αμαζονίου, πλήρως εξοπλισμένη ιατρικά, συνεχίζοντας απτόητος τα πειράματά του γενετικής, με αυτόχθονες που έπεφταν στα χέρια του. Λέγεται ότι προτιμούσε να πειραματίζεται με γυναίκες και μικρά παιδιά.
Ούτε ο πρώτος ήταν ούτε ο μόνος. Στη Βιέννη, στα τέλη του 19ου αιώνα, πειράματα με ανθρώπους έκανε ο διαβόητος Βαρόνος Σενκ, χωρίς ποτέ κανείς να τον ενοχλήσει. (Τον αναφέρει και ο δικός μας παραγνωρισμένος θεατρικός συγγραφέας Γ.Η. Ησαΐας στο σπουδαίο έργο του “Ο έλεγχος του Διεθνούς Ταμείου”, το 1900. Η βιντεοσκοπημένη παράστασή του από το «Θέατρο Τέχνης» το 2011 σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη και Δημήτρη Δεγαΐτη είναι διαθέσιμη στο Διαδίκτυο.)
Γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο το έργο αυτό, σε μια εποχή όπου έσπασε πάλι το αυγό του φιδιού και οι πειραματιστές βγαίνουν από τις τρύπες, επαγγελλόμενοι τους σωτήρες.
Υπόθεση: Δύο άγνωστοι, ένας άντρας μεσήλικας και μια νέα κοπέλα, συναντιούνται στο μισοσκότεινο βαγόνι ενός τρένου που ταξιδεύει μάλλον ακυβέρνητο, με άγνωστο προορισμό. “Εκείνος” είναι ο Μένγκελε, που έχει αποδράσει από το πουθενά και το παντού, ταξιδεύοντας από το ποτέ στο πάντοτε ή το αντίστροφο. Εκείνη, η εγγονή μιας γυναίκας (Έστερ), που την αγαπούσε και τη δολοφόνησε ο Μένγκελε, “για να την αναστήσει κατόπιν και να της χαρίσει την αιωνιότητα”, όπως αποκαλύπτει στο ψυχωτικό παραλήρημά του. Η γνωστή - άγνωστη τον παρακολουθεί για να τον σκοτώσει. Αρχίζει ανάμεσά τους μια περίπλοκη παρτίδα “σκακιού” και ένα παιχνίδι γάτας - ποντικού, θύματος - θύτη, χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε πάντοτε καθαρά ποιος είναι ποιος. Το έργο εξελίσσεται σε αστυνομικό θρίλερ, μέχρι το απροσδόκητο τέλος που ανατρέπει άρδην τη “σκακιέρα.” Αλλά αυτό δεν είναι παρά μόνο η ορατή επιφάνεια ενός αθέατου δράματος που παίζεται στο βάθος της γλώσσας. Ο παραληρηματικός απόλογος του Μένγκελε, ότι “με τα πειράματά του είχε σκοπό να βρει το φάρμακο της αθανασίας για χάρη της αγαπημένης του Έστερ, που ο ίδιος είχε σκοτώσει, ώστε να μπορέσει μετά να την αναστήσει”, δεν είναι μόνο κλινική περίπτωση και δεν αντικατοπτρίζει τόσο το ατομικό του σχιζοειδές εγώ, όσο εκείνο του πολιτισμού της ετερόφωτης Δύσης, των “Φώτων.” Που, κάνοντας κακή χρήση του “Κοινού Λόγου”, προς ίδιον πάντοτε όφελος, έσβησε σταδιακά όσα φωτάκια - συνειδήσεις είχαν μείνει αναμμένα και διολίσθησε στην άβυσσο της παράνοιας. Το έργο, έτσι, φωτίζει ανάδρομα τη “γενεαλογία του κακού.” Αλλά, για να ολοκληρώσουμε την ανάλυσή μας του έργου και για την αποτίμηση της παράστασης, θα χρειαστεί άλλο ένα σημείωμα, την επόμενη Κυριακή.