Έγραφα στην εισαγωγή της προηγούμενης κριτικής ότι με ξενίζει η επιμονή της κυβέρνησης να κρατάει κλειστά τα θέατρα, ενώ επιτρέπει τη λειτουργία των χαρτοπαικτικών λεσχών, καζίνων και λοιπών ευαγών ιδρυμάτων. Προσθέτω σήμερα τα κλειστά μουσεία, τους κλειστούς αρχαιολογικούς χώρους, τις κλειστές βιβλιοθήκες. Το ερώτημα είναι ρητορικό. Ξέρουμε γιατί γίνεται αυτό: επειδή η παγκόσμια κυβερνώσα ελίτ μισεί την ανθρωπιστική παιδεία που στέκει εμπόδιο στα σχέδια της χειραγώγησης των κοινωνιών και οι τοπικές κυβερνήσεις λαβαίνουν πρόθυμα όλα τα μέτρα προκειμένου να τη θάψουν. Στο στόχαστρο έχει μπει διεθνώς το ζωντανό θέατρο, για να το αντικαταστήσει πιθανόν μελλοντικώς ένα άλλο, ψηφιακό, χωρίς τους ηθοποιούς που είναι η ψυχή του, με ολογράμματα, πίξελ και πειθήνια ρομπότ στη θέση τους ή ό,τι άλλο κατεβάσει η κούτρα της παντοδύναμης τεχνολογίας. Το θέατρο είναι, όμως, προορισμένο εκ φύσεως μόνο για τη σκηνή και όχι για την οθόνη, μικρή ή μεγάλη.
Έρχομαι στο σημερινό μας θέμα, που είναι η (διαδικτυακή) παράσταση του “Γυάλινου Κόσμου” του Τένεσι Ουίλιαμς, με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας. Για το έργο αρκούν όσα έγραφα την προηγούμενη Κυριακή με την ευκαιρία της παράστασής του με το Εθνικό. Θυμίζω μόνο ότι το θέατρο του Ουίλιαμς δεν είναι απλά μια ηθογραφία του αμερικανικού Νότου ή μια κραυγή διαμαρτυρίας για τη μοίρα των αδυνάτων. Είναι, ιδίως, ένα θέατρο υπαρξιακού προβληματισμού επάνω στην ίδια τη ζωή και στον θάνατο. Λιγότερο αμερικανικό και περισσότερο ευρωπαϊκό, πολύ κοντά στις πένθιμες θεατρικές ελεγείες του Λόρκα. Έχω την άποψη ότι ο Ουίλιαμς είναι περισσότερο... ένας παραπλανημένος Ισπανός ποιητής τραγικών ελεγειών, που “αμάρτησε”, παρά ένας γνήσιος Αμερικανός ηθογράφος. Έχει εντρυφήσει στο έργο του Λόρκα και το κορυφαίο του δράμα, “Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι”, αποτελεί, πιστεύω, μια τραγική ελεγεία και ένα ρέκβιεμ στη μνήμη του.
Το τραγικό στοιχείο, μάλιστα στην ευρωπαϊκή, ισπανική του εκδοχή, βλέπει και επιλέγει η σκηνοθεσία του Θοδωρή Γκόνη (κίνηση Δημ. Σωτήρη), αποφεύγοντας τη σχηματοποίηση της αμερικανικής ηθογραφίας ή την ψυχρή κοινωνιολογία του Μίλερ. Πόσο μάλλον που η εξαιρετική μετάφραση του ποιητή Νίκου Σπάνια (έχει μεταφράσει Λόρκα στα ελληνικά) ωθούσε προς αυτήν την κατεύθυνση. Μια παράσταση μεικτή, που ισορροπούσε το ονειρικό στοιχείο και το ρεαλιστικό όπου και όταν χρειαζόταν, χωρίς να ραγίζει το “γυαλί” της. Με το ωραίο υπαινικτικό “κλουβί” της οικογενειακής εστίας - παγίδας και με τα στενά, άβολα ρούχα των ενοίκων της. (Σκηνικά, κοστούμια, υποβλητική μουσική επιμέλεια του Ανδρέα Γεωργιάδη, φωτισμοί υπαινικτικοί του Τάσου Παλαιορούτα.)
Τις πολιορκημένες ζωές των τεσσάρων ηρώων δίνουν αδρά: Η εκφραστική Στέλλα Καζάζη με σημαίνουσα κινησιολογία και έκτακτη πλαστικότητα προσώπου, ως μια “Αμάντα”, επιτέλους, όμορφη και ανταγωνιστική, όχι μαραμένο ρόδο. Η Ελένη Μαβίδη ως “Λάουρα”, εξαίσια στην απλότητά της και “επί της ουσίας”, χωρίς στολίσματα. Ο Θάνος Ρέστας (Τζιμ), πειστικός, αποτελεσματικός ως αφηγητής και ως δρων ρόλος. Ο Κωνσταντίνος Λιάρος, εκλεκτός “νυμφίος”· Το ντουέτο του με τη Λάουρα, ένα κομμάτι για ανθολόγηση.