Με βάζει σε υποψίες η εμμονή της κυβέρνησης να κρατά κλειστά τα θέατρα, ενώ είναι πρόθυμη να επιτρέψει τη λειτουργία των χαρτοπαιγνίων, λεσχών, καζίνο κ.ά. άντρων όπου συναγελάζονται οι λεγόμενοι “Αριστείς”. Μάλιστα, αυτό σε συνδυασμό με τη διεθνή τάση προβολής και προώθησης της χρήσης ολοένα πιο προηγμένων τεχνολογικών μέσων στις θεατρικές παραστάσεις, που έχει στόχο την επιβολή του ψηφιακού θεάτρου εις βάρος του ζωντανού. Ίσως ακόμη, σε ένα όχι μακρινό μέλλον, την αντικατάσταση των ηθοποιών από ολογράμματα, ανθρωποειδή, ρομπότ, πίξελ ή ό,τι άλλο μπορεί να επινοήσει το παγκόσμιο σύστημα της οικονομικής ολιγαρχίας. Με απόντες τους εν θεάτρω θεατές, παρόντες τους εν καναπέ. Εκτός εάν η παντοδύναμη τεχνολογία που επικουρεί την ολιγαρχία καταφέρει να αντικαταστήσει και αυτούς με ανδρείκελα - ρομποτάκια.
Πίσω στο θέμα, στη βιντεοσκοπημένη διαδικτυακή παράσταση του “Εθνικού” με τον “Γυάλινο Κόσμο” του Τένεσι Ουίλιαμς,. Λίγα για τον συγγραφέα και το έργο του πρώτα. Το θέατρο του Ουίλιαμς μας μιλάει για την άλλη Αμερική, όχι την κραταιά υπερδύναμη αλλά εκείνη των τσακισμένων ονείρων, των ανθρώπων του περιθωρίου, των εύθραυστων και μοναχικών πλασμάτων, απόβλητων και ξένων, που δεν κατορθώνουν να επιβιώσουν μέσα στο απάνθρωπο αμερικανικό σύστημα. Ένα θέατρο με κοινωνικό και υπαρξιακό ταυτόχρονα προβληματισμό, με ατμόσφαιρα ονειρική, που, όμως, την ίδια στιγμή πατάει γερά στη γη, για να μπορεί να απογειώνεται το όνειρο. Ένα τέτοιο σύμμεικτο έργο είναι ο “Γυάλινος Κόσμος”, χτισμένο “με λογισμό και με όνειρο”. Δύσκολο, γι' αυτό, να περαιωθεί το έργο σε συνεπή, ολοκληρωμένη σκηνική πράξη, χωρίς λεπτούς σκηνοθετικούς χειρισμούς, ικανούς να εξασφαλίσουν την ισορροπία των συγγενών μερών του. Και να “ξυπνήσει” η παράσταση που κοιμάται μέσα στο έργο, στο φυσικό της περιβάλλον, του κοινού. Αλλιώς, μπορεί να τρομάξει, να τη χάσουμε.
Για να αποφύγει αυτούς τους κινδύνους, για να θεραπεύσει την “ασθένεια” του κενού θεατών, για να ομογενοποιηθούν τα ετερογενή υλικά του, φαντάζομαι ότι επέλεξε ο σκηνοθέτης Γιώργος Νανούρης (η καλή μετάφραση είναι του Στέλιου Βαφέα) να υιοθετήσει τόνους υπερβολικά υψηλούς, εντατικούς μέχρι υστερίας και ρυθμούς αδιάκοπους, αδιάπτωτους, χωρίς κενά και παύσεις, διακοπτόμενους μόνο από γκρο-πλαν, λήψεις από ψηλά κ.ά. ρεαλιστικά κινηματογραφικά. Φοβάμαι ότι δεν του βγήκε. Ο “Γυάλινος Κόσμος” δεν είναι ιταλικό νεορεαλιστικό σινεμά, είναι ατόφιο ποιητικό θέατρο. Πεισμώνει και αντιδρά αν το παραβλέψεις.
Η καλή Άννα Μάσχα διδάχθηκε και απέδωσε πιστά τον κομβικό της ρόλο σε ύφος ακραιφνώς ρεαλιστικό, στερώντας τον όμως έτσι από τις φυσικές ονειρικές “ανάσες” του. Η ικανή Λένα Παπαληγούρα στο πρώτο μέρος διδάχθηκε και ανέδειξε μονομερώς, ρεαλιστικά, την παθητική πλευρά της “νόσου”, χωρίς όμως τα αιφνίδια ξεσπάσματα που προσιδιάζουν στη διπολικότητα. Στο ντουέτο της τρίτης πράξης, με παρτενέρ τον έξοχο Αναστάσιο Ροϊλό, έδειξαν και οι δύο, ελευθερωμένοι από δεσμεύσεις, τις αληθινές μορφοπλαστικές δυνατότητές τους. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής ως αφηγητής και ως δρων ρόλος ένωσε μαστορικά τον διαφορετικό χρόνο, ονειρικό και πραγματικό, των δύο ιδιοτήτων του.