Το τιμημένο με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη “Αρίστος”, με θέμα τη ζωή του περιθωριακού και λούμπεν Αριστείδη Παγκρατίδη, φερόμενου ως “Δράκου του Σεΐχ Σου”, που λήστευε και σκότωνε ερωτικά ζευγάρια, παρακολουθήσαμε διαδικτυακά μεταφερμένο στη σκηνή, σε διασκευή της Θεοδώρας Καπράλου, στη σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου (Θέατρο του Νέου Κόσμου).
Στο βιβλίο του Κοροβίνη ο πρωταγωνιστής Αρίστος δεν εμφανίζεται διόλου, είναι βουβός, ενώ το “προφίλ” του προκύπτει μέσα από τις αφηγήσεις των υπόλοιπων προσώπων. Ένα “τέχνασμα” θεμιτό για μια μυθιστορηματική γραφή και για ένα δικαστικό κοινωνικοπολιτικό θρίλερ προσανατολισμένο στην απόδειξη της αθωότητας του φιμωμένου πάσχοντος ήρωα σε μια δίκη - παρωδία. Το θεατρικό έργο της Καπράλου, αντίθετα, δεν είναι ένα απλό δικαστικό θρίλερ και δεν “μιμείται” ζωντανά μια κλειστή δίκη αλλά μια ολόκληρη ανοιχτή, σύνθετη, αιμορραγούσα κοινωνική - πολιτική και υπαρξιακή κατάσταση μοιρασμένη ανάμεσα στο δρων υποκείμενο και στο πάσχον αντικείμενο. Ο ήρως, όπως είναι φυσικό στη δραματική γραφή, παίρνει ενεργητικά τον λόγο για να αποκαλύψει το αληθινό του ανθρώπινο πρόσωπο πίσω από το πλαστό τερατικό προσωπείο που του είχε φορέσει η κατηγορούσα αρχή για να εξυπηρετηθούν πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες της εποχής, που απαιτούσαν τον θάνατό του.
Ήμουν εκεί σε χρόνια πέτρινα (δεκαετία του '60), πρωτοετής φοιτητής της Νομικής Σχολής του Αριστοτέλειου, και γνώρισα εκτός από το φωτεινό και το σκοτεινό πρόσωπο της όμορφης πόλης, που εξέθρεψε πλήθος εγκλήματα πολιτικά. Ήμουν εκεί στη δολοφονία Λαμπράκη, μάλιστα με συνέλαβαν λίγες μόνο μέρες πριν γίνει, σε μια προληπτική επιχείρηση - σκούπα της Χωροφυλακής, με μετέφεραν στην Υποδιεύθυνση Γενικής Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, βρέθηκα για λίγο στην “κοιλιά του κήτους” και παρακολούθησα μετά ξύλου εκ του πλησίον όλες τις πυρετώδεις προετοιμασίες του παρακράτους για το επικείμενο έγκλημα.
Μέσα στην παραζάλη που ακολούθησε τη σύλληψη των δολοφόνων του Λαμπράκη και την παραπομπή σε δίκη των αξιωματικών της Χωροφυλακής, το παρακράτος ήθελε έναν αντιπερισπασμό και ο περιθωριακός λούμπεν “Αρίστος” ήταν το πιο εύκολο θύμα.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου (κίνηση Μαρίζας Τσίγκου) βλέπει σωστά τη φύση του έργου, όχι ως ενός δικαστικού θρίλερ με αστυνομικό σασπένς, αλλά ενός υπαρξιακού - κοινωνικού δράματος που αγγίζει όλο το φάσμα των απανταχού “Κολασμένων” και περιθωριακών της Γης. Δεν το δίνει ως εφήμερη είδηση, αλλά ως ουσία. Δεν το στολίζει με εύκολα διαλυτά κομματικά χρώματα αλλά με ανεξίτηλα πολιτικά. Μπαίνει στην “κοιλιά του κήτους” και στον πυρήνα μιας ανίερης, άδικης ανθρωποθυσίας που έγινε με δόλιο, καταχθόνιο σκοπό, ασχέτως αν ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος ή αθώος. Αυτό είναι γνήσιο πολιτικό θέατρο που υποχρεωτικά μας φέρνει, τηρουμένων των αναλογιών, κοντά στον “Βόιτσεκ” του Μπίχνερ. Με σωστούς ρυθμούς, τέμπα, υφολογία, υποκριτικές. Με έξοχη, λιτή “λαϊκή ζωγραφιά” τη Φιλαρέτη Κομνηνού, τον Μιχάλη Οικονόμου λάμποντα σε όλους τους ρόλους και τον Γιάννη Λεάκο υποδειγματικό ως “Αρίστο”. Τα σκηνικά - κοστούμια της Κατερίνας Αριανούτσου είναι ωραία, η μουσική του Γιάννη Δούση ατμοσφαιρική, καίριοι οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.