Όσα έγραφα πρόσφατα σχετικά για το θέατρο του Γάλλου Ζωρζ Φεντώ (1862-1920) ισχύουν ακόμη σήμερα. Μάστορας του λεγόμενου “καλοχτισμένου έργου”, καλλιεργεί και εξελίσσει το είδος τού ελαφράς κατασκευής έργου σαλονιού, μπουλβάρ ή φάρσας, με θέμα την ερωτική απιστία, τη ζήλεια, τις συζυγικές ίντριγκες, τις ατέλειωτες παρεξηγήσεις και τις εξωφρενικές συμπτώσεις, προορισμένες να αποδείξουν, διά του πολλαπλασιασμού και της υπερβολής, ότι ζωή και θέατρο είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Στήνει σκηνικούς μηχανισμούς αφάνταστης πλοκής, κουρδισμένους στη διαπασών, ώστε να προκαλούν ίλιγγο στον θεατή, μέχρι την τελική λύση που θα επαναφέρει τις ταλαντώσεις του εκκρεμούς στο σημείο ηρεμίας. Φαινομενικής ηρεμίας τουλάχιστον, μια και υπάρχει πάντοτε ο μοιραίος “κόκκος της άμμου” που μπορεί κάθε στιγμή να μπλοκάρει τον μηχανισμό ή μια ελάχιστη, δυσδιάκριτη ρωγμή στην καλοδουλεμένη φόρμα, μέσα από την οποία σταλάζει κόμπο-κόμπο η τραγικότητα, αφανής και ανήκουστη μέχρι να αποκτήσει κρίσιμη μάζα (“μέγεθος”) και να εκραγεί.
Αυτό θα γίνει φανερό λίγο αργότερα στα έργα του Ίψεν, που μαθήτευσε ως νεαρός σκηνοθέτης στο γαλλικό “καλοχτισμένο έργο”, δημοφιλές στην πατρίδα του. Από τη διακωμώδηση, την ξιπασιά και την ελαφρομυαλιά της αστικής τάξης περνάμε διά του Ίψεν “ανεπαισθήτως” στη σύγχρονη αστική τραγωδία, με “προξενητή” τον δαιμόνιο Νορβηγό. Τοποθετεί κάτω από το χαλί του αστικού σαλονιού μια βραδυφλεγή βόμβα “σχιζοφρένειας” των ενοίκων του, ρυθμισμένη να εκραγεί με ακρίβεια ωρολογιακή, ακριβώς τη στιγμή που πρέπει. Υπονομεύει καίρια τη λύση της πλοκής “α λα γαλλικά” με κλείσιμο ματιού, τοξεύοντας ένα δηλητηριώδες ερώτημα, υπερβόρειο, ανοιχτό, αναπάντητο, προδρομικά μπεκετικό και φονικό, ίσια στην καρδιά της τραγωδίας: τι έρχεται μετά το κλείσιμο της αυλαίας και το “τέλος του παιχνιδιού;”
Τα έργα του Φεντώ δεν θεωρούνται σήμερα αδίκως ως εξαιρετικά “μοντέρνα”. Είναι η παιγνιώδης διαλεκτική της πραγματικότητας με τον εαυτό της που τα διατηρεί ζωντανά και τους επιτρέπει να παίζονται ακόμα στη σκηνή. Τέτοιο έργο είναι “Η κυρία του Μαξίμ” (γραμμένο το 1899), που παρακολουθήσαμε στο Διαδίκτυο, με τον θίασο του Εθνικού.
Πρέπει καταρχάς να πω για την κάπως ατελή βιντεοσκόπηση με μια μόνο κάμερα, μετωπική, και με προβληματικό ήχο-εικόνα. Πέρα απ’ αυτό, οι συνθήκες, γενικά, δεν είναι σήμερα, ασφαλώς, με τα συσσωρευμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει το θέατρο, οι ηθοποιοί ειδικότερα, κατάλληλες για να κρίνουμε μια θεατρική παράσταση από το βιντεακό της αποτύπωμα. Η παρούσα, άρα, προσέγγιση γίνεται με σαφείς επιφυλάξεις. Αναμένουμε να τη δούμε “ζωντανή” για μια πληρέστερη κρίση. Οπωσδήποτε έχω την εντύπωση ότι η σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου (και μετάφραση), “έπιασε” σωστά το κωμικό στοιχείο, δίνοντάς το σε οικείους ιλιγγιώδεις, εξωφρενικούς, φαρσικούς ρυθμούς. Δεν είμαι απολύτως βέβαιος αν κατόρθωσε να προσεγγίσει το ανατρεπτικό και αναρχικό, εν δυνάμει τραγικό στοιχείο, που “κοιμάται” μέσα στη φάρσα. Δεν μπόρεσα να το διακρίνω στη μονοδιάστατη βιντεακή εκδοχή. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ο πολυμελής θίασος των 22 ηθοποιών (Θ. Αλευράς. Εμ. Κολιανδρή, Κ. Κορωναίος. Γ. Χατζηπασχάλη, Θ. Δήμου, Κ. Φιλίππογλου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αυγ. Κούμουλος, Αθανασία Μουστάκα, Αν. Πατητή, Αλ. Χρυσανθόπουλος) κινήθηκε ομαδικά, ισοκέφαλα, και απέδωσε, πιστεύω, το μέγιστο των δυνατοτήτων του στις δεδομένες συνθήκες.