Έχουν εκλείψει οι λόγοι να καταφεύγουμε στο "παράλογο” κάθε φορά που βρισκόμαστε σε αδυναμία να ερμηνεύσουμε ένα έργο τέχνης. Λόγος και παράλογο, άλλωστε, στη ζωή, διατηρούν μια σχέση αξονική, δεν αντιπαρατίθενται. “Παράλογος” θα ήταν ένας κόσμος καθαρού ενεστωτικού λόγου, χωρίς τον παρακείμενο που μας ανοίγει στον χρόνο. Το θέατρο του Πίντερ δεν ανήκει σε καμία από τις κατηγορίες στις οποίες τον ενέτασσαν μέχρι σήμερα. Είναι από μόνο του μια ολόκληρη γλωσσική κατηγορία, ένας τελειωμένος, τέλειος Πίντερ - η γλώσσα του! Πίσω από την επιφανειακά “παράλογη” όψη του, μεταμφιεσμένη ενίοτε σε βρετανικό φλέγμα, κρύβει την καταλυτική πολιτική του γλώσσα εναντίον της απάνθρωπης “λογικής των Κυρίων”. Το “Τέφρα και σκιά” αρχίζει ως ρεαλιστικό ψυχολογικό δράμα για να εξελιχθεί σε ένα έργο στο οποίο μύθος και πραγματικότητα, φόρμα και περιεχόμενο γίνονται ένα, θυμίζοντάς μας ότι αυτό που λέμε “Ιστορία”, είτε για τη ¨μικρή” πρόκειται είτε για τη “μεγάλη”, δεν είναι μόνο αφήγηση, είναι και σκηνοθεσία. Επειδή “επιλέγουμε” κάθε φορά και “σκηνοθετούμε” το παρελθόν που μας ανήκει, με τον ίδιο τρόπο που επιλέγουμε, μοιραία και τραγικά, το μέλλον που μας αφορά.
Το “Τέφρα και σκιά” είναι μια παραβολή για την αδράνεια της συλλογικής και ατομικής μνήμης μπροστά στην πανδημία της βίας. Επειδή, μπορεί να μη θυμόμαστε πάντα όλα όσα μας συμβαίνουν, όσα όμως μας θυμούνται, με την τέχνη, συμβαίνει να μας συμβαίνουν τώρα, πραγματικά. Επειδή η μεγάλη τέχνη, όπως του Πίντερ, είναι υπομνηματική, δηλαδή αξιωματικά βιωματική, με την έννοια που δίνει ο Πλάτων στον όρο.
Στο “Θέατρο της Οδού Κυκλάδων”, είδαμε να ξαναπαίζεται η μεγάλη επιτυχία του Λευτέρη Βογιατζή με το έργο που αγαπούσε πιο πολύ του αγαπημένου του συγγραφέα, το “Τέφρα και σκιά.” Πρωτοανεβασμένο το 2000, με τον ίδιο και τη Ρένη Πιττακή στους ρόλους. Με τα δημιουργικά βίντεο του Γιώργου Σκεύα ως περιπλανώμενους όρθιους ίσκιους ρόλων, μέρος αναπόσπαστο της παράστασης. Στην τωρινή σκηνοθεσία, που υπογράφει ο Γιώργος Σκεύας, παρακολουθήσαμε μια βίντεο εγκατάσταση με πλάνα από την πρώτη παράσταση, με τους ίδιους ίσκιους ρόλων σε οριζόντια τώρα διάταξη, εδαφική, ως καβαφικά, τρόπον τινά, επιτύμβια επιγράμματα, υπομνηματικά της διαρκούς, ενθαδικής παρουσίας του Λευτέρη.
Η σκηνοθεσία του Σκεύα δεν μένει στο πρώτο επίπεδο του έργου, την αφήγηση γραμμικά μιας ιστορίας που συνέβη εν χρόνω κάποτε. Εκμεταλλεύεται τις σιωπές, τις παύσεις, τα κενά του λόγου, την ηχώ των λέξεων στην υποδειγματική μετάφραση - ανάπλαση της Τζένης Μαστοράκη, τους μουσικούς - ηχητικούς σχεδιασμούς του Σήμη Τσιλαλή, τους υπόγειους φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, όλα αναπόσπαστα και οργανικά μέρη της σκηνοθεσίας του, για να αναδείξει, συνδυάζοντας μορφή και περιεχόμενο, ταυτόχρονα με την πολιτική διάσταση, ανάγλυφη, σχεδόν χειροπιαστή, την εσωτερική δομή συμφωνικού ποιήματος που διαθέτει το έργο. Με δύο χαρισματικούς ηθοποιούς, τον Δημήτρη Ήμελλο και τη Μαρία Σκουλά, σε τέλειο συντονισμό, να “ποιούν μουσική” με το σώμα και με τον λόγο τους.