Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Αυτό που αναδεικνύει τον Τζοακίνο Ροσσίνι σε έναν από τους διαχρονικά σημαντικότερους συνθέτες κωμικής όπερας είναι, κατά την άποψή μας, πρωτίστως ο ευτυχής συγκερασμός της αφρώδους έμπνευσης με το καλό γούστο. Αυτός εξευγενίζει την οικεία -από την commedia dell' arte- τραχύτητα χονδροειδών κωμικών καταστάσεων, επανειλημμένως αξιοποιημένων μέχρι των ημερών του τόσο στο θέατρο πρόζας όσο και στο λυρικό αδελφάκι του. Και μάλιστα χωρίς οποιαδήποτε έπαρση, χάρη στη γενναιόδωρη ιδιοσυγκρασία αυτού του κατ' εξοχήν bon vivant μεταξύ των μουσουργών.
Στο πλαίσιο αυτό, τίποτε στον Ροσσίνι, από την πλέον πρώιμη ναπολιτάνικη φάρσα του ώς τα μεγάλα κωμικά αριστουργήματά του, την «Ιταλίδα στο Αλγέρι» ή τον «Κουρέα της Σεβίλλης», παρά την όποια εκλέπτυνση της γραφής, δεν ηχεί βεβιασμένο ή επιτηδευμένο. Φυλλομετρώντας, ωστόσο, το προγραμματικό τομίδιο της πρόσφατης συμπαραγωγής του «Κουρέα» από την Εθνική Λυρική Σκηνή και το Teatro Comunale της Μπολόνια, πέσαμε πάνω σε επισημάνσεις βαρύγδουπες και προκλητικές. Για κάποιο λόγο το βλέμμα αιχμαλώτισαν οι λέξεις «αυτοματοποιημένης ύπαρξης» στη σελίδα 46. Δίκην στοιχήματος, λοιπόν -προς εαυτούς-, αναζητήσαμε το όνομα του συντάκτη. Ήταν γερμανικό, όπως ορθά είχαμε εικάσει! Μια αναδρομή στο τέλος του κειμένου μάς διαφώτισε όχι μόνο για την δεινότητά του σε ποικίλα γνωστικά αντικείμενα, αλλά και για τις συνεργασίες του ως δραματουργού με σκηνοθέτες σαν την Ρουτ Μπέργκχάουζ, τον Καλίξτο Μπιέτο και τον Κλάους Μαρτάλερ. Σκηνοθέτες πού, στην αντίληψη μεγάλης μερίδας του πεπαιδευμένου κοινού της χώρας του, αποτελούν από ετών φόβητρα κάθε επίσκεψης σε λυρικό θέατρο. Σε κάθε περίπτωση, η εκ των υστέρων ανάγνωση ολόκληρου του άρθρου υπήρξε επιπλέον αποκαλυπτική των λόγων για τους οποίους η αντίστοιχης αφετηρίας παραγωγή του Φραντσέσκο Μικέλι, δέσμια συνεχών και αχρείαστων εγκεφαλικών ευρημάτων, αποτέλεσε εκτέλεση συνταγής προδιαγεγραμμένης αποτυχίας.
Η επ' εσχάτοις «φοίτησή» μας στη γενέτειρα του συνθέτη, το Πέζαρο, μάς επιβεβαίωσε την -μέχρι σήμερα τουλάχιστον- αντίληψη των διοργανωτών τού εκεί Φεστιβάλ, ότι δηλαδή η όποια απόκλιση από τη συμβατική αναβίωση του κωμικού Ροσσίνι, εφόσον ήθελε προκριθεί, οφείλει να λειτουργήσει ενισχυτικά προς το διονυσιακό και το οργιώδες στοιχείο, σε κατεύθυνση δηλαδή αντίθετη από τη σύγχρονη τάση νοησιαρχικής προβολής του ψυχαναλυτικού μηδενός. Δεν εκπλήσσει επομένως η διαπίστωση ότι η συμβολική παρουσίαση κουκλόσπιτων και των χαρακτήρων της όπερας ως ενοίκων τους, η εμπλοκή των dramatis personae σε σκηνές όπου κανονικά απουσιάζουν από τη δράση, καθώς και η δήθεν σιβυλλική ενδυματολογική τους «εξέλιξη», συνετέλεσαν στην «αποξένωση» των θεατών, αφού παρακώλυσαν τη μέθεξη με το μουσικοδραματικό ξεφάντωμα που συνιστά η συγκεκριμένη όπερα, υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα αφεθεί ανενόχλητη να λειτουργήσει.
Ούτε όμως το μουσικό μέρος του θεάματος (21/02/16) προσπόρισε την ευτυχία που συνειρμικά εγγυάται ο τίτλος. Η μουσική διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη έμοιαζε να διαιωνίζει παρωχημένη αισθητική, προγενέστερη της επανάστασης του Κλάουντιο Αμπάντο και της σφύζουσας ελαφράδας που εκείνος εισηγήθηκε για το συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Ακόμη και ο ήδη δαφνοστεφής Φίγκαρο του Χάρη Ανδριανού έχει συν τω χρόνω αναπτύξει ροπή προς αμφίβολης αισθητικής υποκριτικές ελευθεριότητες και φωνασκίες. Χωρίς να ανακαλούμε τον -πάντως ανέκαθεν λυρικό- τενόρο Νίκου Στεφάνου ως Αλμαβίβα τη δεκαετία 1996 - 2006, δεν διαθέτουμε οπωσδήποτε περιθώριο αποδοχής της τρέχουσας επίδοσής του στην κολορατούρα ενός ρόλου που έχουν ερμηνεύσει, στην ίδια αυτή σκηνή, ο Πέτρος Επιτροπάκης, ο Μιχάλης Χελιώτης, ο Παν Σμυρναίος ή ο Ερνέστο Παλάθιο (από εφέτος καλλιτεχνικός διευθυντής στο Πέζαρο!).
Αντιθέτως, στο ύψος των μουσικών προσδοκιών, αλλά με εμφανή προσπάθεια να ενστερνισθεί αξιοπρεπώς μια διδασκαλία που δεν της ταίριαζε, ήρθη η υψίφωνος Μίνα Πολυχρόνου ως Ροζίνα. Ο Άκης Λαλούσης αντιμετώπισε τον Μπάρτολο ως φωνητική μετενσάρκωση του Έντσο Ντάρα, ενώ η Μαρία Βλαχοπούλου, στον ρόλο της οικονόμου Μπέρτα, περιφερόταν στη σκηνή αδιαλείπτως όσον και ασκόπως, προτού αποδώσει εκφραστικά και πικάντικα τη θυμοσοφική της άρια πριν την καταιγίδα. Τροπαιούχος μιας βραδιάς συνολικά εκνευριστικής και άκεφης αναδείχθηκε ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς που σκιαγράφησε ένα Μπαζίλιο πραγματικής φωνητικής κλάσης, παραστατικό στην άρια της συκοφαντίας και -επιτέλους- λειτουργικά κανθαριδόμορφο μέσα στη μόνη επιτυχή αμφίεση της παράστασης...